28/9/20

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ "ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΧΡΟΝΟΥ"

 




ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΧΡΟΝΟΥ  (1997)


                                                          Στη μικρούλα  κι άγνωστη φίλη μου Μαρία,
                                                                         τη κόρη του Σταύρου – 

Θρίαμβος Χρόνου


Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία·
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα·
είσαι μια ζωντανή βαθιά
σελίδα σώματος
π' αστράφτει σε παρθενικότητα.
Ο χρόνος είν' ακόμη για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.

29.06.1984  




Παροξυσμοί αρχαίας ευτυχίας
το παιδί και τα χέρια του.

12.07.1984



Πηγάδι τα ουράνια κι ο ήλιος
ερωμένος
η θάλασσα στα χρώματα πριν
απ' τη μαυροσύνη
με γόνατα σαν δόρατα ενάντια
στο θάνατο
και στους μεγάλους υδραργυρικούς
καθρέφτες.

13.07.1984 




Θερίζοντας ύπνο στις
ημέρες μας
μη λησμονεί την εγρήγορση.
Δεν υφίσταται πλάστιγγα.

13.07.1984




Ιθάκη δεν υπάρχει, Πηνελόπη,
και οι μνηστήρες είναι
μια δική σου μουσική·
χωρίς οργανοπαίχτες.

13.07.1984 




Κι αν απ' το 2000 μ.Χ.
ενθυμείσαι φυλλώματα
κάνε λιγάκι τη σκέψη σου
σκόνη
για να αιωρείται μεσημεράκι
τ' όνομά μου.

25.07.1984 



Μαρία
Είμαστε στην
αβυσσαλέα
πραγματικότητα.
Εσύ με αγγελικό
τρόπο
να εγκαινιάσεις
ανάμεσα στον ήλιο
τη μεγάλη του έρωτα
γαλήνη.

3.12.1984  


Φωνές αγάπης
πανικού
μεγάλες φλόγες
ματαιότητας
αν και δεν έχω
τα γυαλιά μου.

22.12.1984 




Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.

5.01.1985  




Όταν έχουμε ομορφιά
στο ποτήρι μας
νοσταλγούμε σπαραχτικά
λαϊκά τραγούδια
της αληθινής εποχής
που πέρασε για πάντα.

24.10.1986




Πάντα πίναμε, πάντα
θρηνούσαμε·
ωστόσο δρεπανίζει
ο θάνατος
χαρές και λύπες και
διάρκειες
εμβυθίζοντας την
αγάπη
στο τίποτα.

24.10.1986 




Αγνό που είναι το
ηλιόφωτο
βγαίνοντας χαράματα
στη λεωφόρο.
Σχεδόν αποκλείουμε
τη ματαιότητα·
την τροφό της κακιάς
ευδαιμονίας. Τέλος.

24.10.1986  




Εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·

θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο.

24.10.1986





Η νύχτα η βάναυση
που μας πληγώνει
και
πληγή δε γνωρίζει μέσα
στο μαύρο

24.10.1986




ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ


Στη μικρούλα κι άγνωστη
φίλη μου Μαφία, την κόρη
του Σταύρου —

Να μη λυπάσαι που πέφτουν
τα φύλλα φθινόπωρο.
Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει
και πάλι στα δέντρα.
Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε
στην ανάσταση.

Νοέμβριος '86  




ΦΕΓΓΟΝΤΑΣ


Χρωματιστά βιώματα σήμερα
στο άπειρο·
λέξεις που ερωτεύονται λέξεις
ερήμην της θεότητας·
τόσα χρόνια πίσω στο δράμα
της ηλικίας
με τόσους ήλιους αδιάφορους
να ξεπροβάλλουν
ένας αόριστος της γραμματικής
από αχόρταγες δεκαετίες·είμαι όμως ο λάτρης του παρόντος-
αυτό και μόνο.
Κάποτε η μνήμη αρέσει ίσως
να γίνει τ' ουρανού η απήχηση.

9.11.1986 



ΧΑΡΑΜΑΤΑ


Θα 'θελα να πω τη μοναξιά μου
στα λαμπερά σου ματόκλαδα
μικρούλα Μαρία της υπάρξεως
που δεν έχει χρονικές ποσότητες
ούτε συσσωρεύεται
στους ορόφους της γραφειοκρατίας.
Είσαι φλόγα κι ανατρέφεις μόνη
σου
το φως έως την έσχατην ώρα
του Ιησού
με αστραπές φιλόξενες απέναντι
στην ταπεινή μας όραση.
Κι άμα βρέχει νιώθουμε παράξενη
ευτυχία.

9.11.1986 

 

Για τα γενέθλια της μικρούλας
φίλης μου Μαρίας.

Άροτρο που οργώνει στο χιόνι
την ύπαρξη
κείνη η βαθύτερη νόηση στα
φρένα.
Σχεδόν η λήξη της ομορφιάς.
Νυχτερινά κλάματα·  γόοι της
θεάς Αφροδίτης
το σκοτάδι συμφιλιώνει και
αφοπλίζει την απελπισία.

21.11.1986  

 

Στη μικρούλα Μαρία —
Για τα γενέθλια της- χρόνια πολλά!

Η λάμψη υπόκειται στην επιστήμη
— βεβαίως —
μα ό,τι φωτίζει είν' αδιαίρετο.
Περίπου τραγωδία;
Ίσως οι αμνοί να είναι ανυπόφοροι
και ο Ευριπίδης
να φτύνει λυκόφωτα εκτός των
στίχων
έξω από κάθε θεατρική παράσταση
μνημονεύοντας
εαρινό σαξόφωνο
ματωμένες Βάκχες — οπώρες
που μηδενίζουν έρωτες.

21.11.1986


ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ


Τρυφερότητα φυλακής
ελεγείες χαρούμενης
λύπης
η πλήρης αυτοεκμηδένηση
και επομένως φως
πανύψηλο! 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ


Αγαπητή μου Μαρία
Λένε άνευ όρων·  αυτό
μην το ακούσεις.
Έχε όρους αιωνιότητας,
εγώ σε συμβουλεύω.

Καλοκαίρι του 1984.



Αγαπητέ μου Σταύρο
Πάντοτε χαιρετισμούς
στη Μαρία.—

9.11.1986, ώρα 5.30.


Αυτά τα ποιήματα που
γράφω στο Dada είναι
της Μαρίας, κόρης
του φίλου μου Σταύρου.
Της ανήκουν, απολύτως.

9.11.1986, ώρα 6 πρωινή.—





9/9/20

ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΦΡΑΓΚΟΥ

 



Η Μαρία Γεωργίου-Φράγκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Έκανε πανεπιστημιακές σπουδές με ειδίκευση στην Κλινική Ψυχολογία και Οικογενειακή Θεραπεία στη Γαλλία όπου έζησε και εργάστηκε για πολλά χρόνια. Παρακολούθησε τα εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου και συμμετείχε με ποιήματά της στον τόμο Συν(γ)ραφές, εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον». 2018. Έχει τρία παιδιά, ζει και εργάζεται στη Λεμεσό.






ΑΜΕΤΟΧΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ   (2020)
 

LA RENCONTRE

 Δυο coupes de champagne

με βοήθησαν

να σταθώ όρθια.

 

Βαθιά, πολύ βαθιά τον κοίταξα.

Τον εξέτασα, τον αγάπησα

από απόσταση

ενός τραπεζιού café.

 

Της πρόκλησης η διάσταση

μια σκακιέρα ανάμεσά μας.

 

Έτσι παίξαμε.

Κρατώντας αποστάσεις.

Ο καθένας έσπρωχνε τα πιόνια του.

Echec et mat!

φώναξε κάποιος.

 

Ήταν αργά.

Κανένας.

Μόνο η σερβιτόρα είπε:

Μα, εσείς δεν τρώτε τίποτε

και απομάκρυνε τις ελιές.

 


 

ΜΟΝΑΞΙΑ

 

Τη μοναξιά μου την πάω περίπατο

την ταΐζω, την ποτίζω

την καλοκρατώ

της βάζω και τραγούδια στο ραδιόφωνο

να ξεχνιέται σαν γριούλα.

 

Όμως το βράδυ...

Α, το βράδυ

γίνεται μωρό παιδί

και δεν παρηγοριέται.

 

 

 

Ο ΑΧΡΟΝΟΣ ΑΣΠΟΝΔΟΣ ΙΟΥΛΗΣ

 

Μπαίνει ο Ιούλιος

και σε χρειάζομαι

φωτοβολίδα

στον ουρανό της λήθης.

 

Ο Αύγουστος είναι ναρκοπέδιο ονείρων.

Γιατί δε γράφεις;

φώναζε ο καθρέφτης

γελούσαμε

ήσουν παιδί.

 

Το υστερόγραφο ταξίδευε

αφρός στο κύμα του Αιγαίου.

Πόσο μακριά θέλεις να φύγεις από μένα;

Χορτάριασε η ψυχή μου

στην αναμονή.

 

Ο στίχος ο πιο μάταιος

είναι εκείνος που πλαγιάζει

με την επανάληψη

 

όμως δε θα προσφύγω στην ακηδία

θα γίνω συνοδοιπόρος ενύπνιων διαδρομών

και σε ενέδρα φθοράς

θα παραμείνω.

 

Είμαι εκείνο που τρέχει

χάριν του ανέμου

στο πριν, στο τότε

και στο μέλλον σου.

Το θέμα είναι ν’ αγαπάς

όχι να έχεις ήδη αγαπήσει.

 

 

 

ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ

 

Γράφω πάει να πει φεύγω.

Γράφω πάει να πει ταξιδεύω.

Ταξιδεύω πάει να πει μη με ψάχνετε

δεν είμαι εδώ.

Δεν είμαι πια εδώ, αλλά για αλλού οδεύω.

Όπου οδύνη και στεναγμός.

Όπου στεναγμός, στενά περιθώρια.

Και τα περιθώρια, περί ανέμων και υδάτων χλεύη.

Περιφορά στα ίδια.

Ιδιοτέλεια και αποπλάνηση.

Όπου πλανάται η πλάνη των ονείρων.

Περίφραξη ονείρων να μην αλητεύουν

κι όμως στην αλητεία περιπλανήθηκα πολλάκις

πολλών υποσχέσεων διάβηκα το βήμα

πριν επιστρέφω αδαής.

Με άδειο πρόσωπο κυνηγούσα τις παρέες

κάνοντας προσευχές.

Δε με πρόσεχαν ο Λάμπρος, ο Νίκος, η Ελένη

και κυρίως εσύ.

Γράφω πάει να πει ξεφεύγω.

 

Ξεφεύγω από τη μοίρα

που κάποτε μοιραστήκαμε μαζί.

 

 

 

ΕΝΑΣ ΔΕΚΑΕΞΑΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΕΒΑΣΕ
        ΜΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΙΑ

 

Αυτός

 

ο δεκαεξάχρονος διασταύρωνε

στην οδό Νηφάλιες θλίψεις

και τον σάρωσε ένας τυφλοπόντικας.

 

Ο δεκαεξάχρονος περπατούσε στο δάσος

και τον έφαγε μια πολική αρκούδα.

 

0 δεκαεξάχρονος ίπτατω του εδάφους

και τον κατέβασαν με βίντσι

για να τον απομονώσουν.

 

0 δεκαεξάχρονος γελούσε δυνατά

και είπαν ότι φταρνιζόταν από τα καυσαέρια.

 

0 δεκαεξάχρονος είπε ότι είναι ελεύθερος

και νομίζαμε ότι μας το έλεγε για πλάκα.

 

Τους δεκαεξάχρονους ανώνυμους και απάτριδες

εμείς τους στέλνουμε στη χώρα τους.

 

 

 

ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

 

Το πνεύμα μου σκόρπισε σαν άχυρο.

Τα δέντρα της πατρίδας μου

σκεπάστηκαν με στάχτη.

 

Γη μου

αν περάσω τη θάλασσα

με τα ξυλοπάπουτσά μου

να χτυπάνε τις πλάκες της

 

αν γυαλίσω τ’ αστέρια

να λάμψουν σαν πρώτα

 

αν σου φέρω νερό

από τη στέρνα των περιστεριών

 

τάχα θα μου δώσεις παράταση ζωής;

 

 

 

ΠΙΝΟΚΙΟ

 

Γεννήθηκα μέσα από την επιθυμία

του πατέρα μου που ήταν τεχνίτης.

Κάποια μέρα είπε:

Πόσον καιρό να κατασκευάζω έργα για τους άλλους;

Καιρός να φτιάξω κάτι και για μένα.

Και έφτιαξε εμένα.

Από καλό υλικό, ξύλο καρυδιάς.

Τότε θα είχα και μια όμορφη μυρωδιά.

Όπως τη μυρωδιά που έχουν οι μαμάδες

όταν κρατούν τα βλαστάρια τους

στην αγκαλιά και τα βυζαίνουν.

 

Αντί για γάλα

με έτριψε με βερνίκι

και έτσι γυάλισα σαν καινούργιο νόμισμα

αλλά κάλπικο

αφού δεν ήμουν αληθινός.

Χρειάστηκε να σταθώ στα πόδια μου

και να με στηρίξει ο μπάρμπας μου

να με κοιτάξει, να με καμαρώσει

για να έρθει επιτέλους η νεράιδα

να με ζωντανέψει.

Και η καρδιά μου χτύπησε για όλα.

 

Ωραία ήταν.

Η μύτη μου ήταν μόνο, για να προχωρώ

σαν την πυξίδα.

Μύριζα τις ζαβολιές από μακριά.

Και πάντα με καλή παρέα.

Μονάχα ο γρύλος με ενοχλούσε

που ήθελε να γίνω άνθρωπος.

 

Τι είχα να κερδίσω;

Κάλιο ξύλινος και ζωντανός

παρά δερμάτινος  και πεθαμένος.

Δεν υπολόγισα όμως το δάπεδο

κάτω από τα πόδια μου

ξύλινο κι αυτό.

Και όταν το είδα, το νοστάλγησα.

Τόσο ίσιο, τόσο λείο

και φιλικό στο άγγιγμα.

Να, η οικογένειά μου, είπα

που ποτέ δεν είχα.

 

Έτσι, αποχαιρέτησα τον πατερούλη

και έμειναν τα δάκρυά μου

ρόζοι πάνω στο σώμα μου

για πάντα.

 

 

 

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΦΟΡΕΜΑ

 

Πριν με οδηγήσουν στην κηδεία

έριξα περνώντας μια ματιά

στον ίσκιο του καθρέφτη.

 

Δε στάθηκα στο πρόσωπο.

Με φόβο πέρασα το βλέμμα

πάνω από τα μεγάλα άδεια μάτια.

Τότε ήταν που κατάλαβα οριστικά

την έννοια των άδειων ματιών.

Κοίταζαν και δεν έβλεπαν

καρφωμένα στο κενό

ίδια το κενό

άδεια από κάθε τι που τρέχει.

 

Δε στάθηκα στο πρόσωπο

άσπρο, διάφανο

με τις φλέβες να κινούνται

κάτω από το δέρμα

σαν χέρια απλωμένα

πίσω από παραπέτασμα.

 

Κοίταξα μόνο το μαύρο φόρεμα

στον λαιμό

μ’ εκείνη τη μικρή δίπλωση

στη μέση

τα κοντά μανίκια.

Κοίταξα μόνο

αυτό το περίεργο μαύρο ρούχο

που φορούσε η ξένη του καθρέφτη

όταν ήρθε η ώρα να παραδοθεί.

 

Πριν με οδηγήσουν στην κηδεία

έριξα μια ματιά σ’ εμένα.

Δε στάθηκα στο πρόσωπο

ν’ αναζητήσω δάκρυα

σε ξεραμένη κοίτη.

Κοίταξα μόνο το ακίνητο σώμα

με το νέο καθεστώς ερήμου.

 

Και το ρούχο

το μαύρο χρώμα αυτού του φουστανιού

ήταν το ίδιο που φορούν οι κυρίες

στις επίσημες δεξιώσεις

και οι γριές

την Κυριακή στην εκκλησία.





2/9/20

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

 



Η μέρα της Μόρφου σήμερα, 2 Σεπτεμβρίου  του Αγίου Μάμα, η μέρα που γιόρταζε τον Άγιο της.   Η μέρα της Μόρφου που κατεχόμενη περιμένει να ξαναγιορτάσει ελεύθερη.







ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ


ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ 


ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


Η πιο καλή γειτόνισσα

η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.

Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη

όποτε πας θάν’ πάντα μέσα να προσμένει

να της άνοιξης την καρδιά σου

τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου

κι’ απ’ το παλιό της πίσω το μανουάλι

να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.

Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει

που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.

Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες

που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι

βγαίνει κι’ Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι

και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά

τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.

Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ’ είν’ η ώρα περασμένη»

σηκώνεται κι η Παναγιά

και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.



ΜΟΡΦΟΥ


Στη γυναίκα μου


Κι’ όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς

άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν

φωνές και γέλια τσιριχτά κι’ αγάπης ρίγος

κι’ απ’ των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος

ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,

οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,

οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!




ΣΤΙΓΜΕΣ


Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου

να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,

που μ’ εκαμες τζ’ επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».



ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


Αναπολώ εκείνο τ’ Απριλιάτικο πρωινό

που σας αντίκρισα ξαφνικά

κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,

from wall to wall,

που κλέψατε την παράσταση απ’ τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.




ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ


—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα

αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες

τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;

Να τη φιλήσεις έμεινε

τη λάσπη που παρέμεινε.

Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;

Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις

και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.


—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!

Μ αυτές είν τις αγαπημένες

που πότισα πορτοκαλιές

για τελευταία φορά.

Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα

που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό

όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.

Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω

όταν στου Μόρφου το περβόλι μου

θα πάω ξανά να το ποτίσω.



ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ — ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ


Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη


Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα

που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση

να περιμένει το λεωφορείο για το Μόρφου

και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,

και που σήμερα δεν ήταν εκεί,

και που χτες δεν ήταν εκεί,

και που δε θάν’ ξανά εκεί;




ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ


ΜΟΡΦΟΥ 1992


Φως πολύεδρο.

Άγουροι καρποί τον σφρίγους

σ’ εκτεθειμένα σώματα

στα χείλη της κλεμμένης γης.

Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,

σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων

τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.

Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι

που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω

αρμενίζει στις θολές γραμμές

των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια

για να μας είναι πιο εύκολο

το ξερίζωμα.





ΜΟΡΦΟΥ 1997


Δρόμοι στενοί

και πόρτες ανοιχτές.

Περνούσαμε γιασεμί τ' απόγευμα

-χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης -

Αλυσίδες απλώναμε

τις ευωδιές των παθών

στις διαδρομές των υγρών ονείρων

και χτίζαμε τα θεμέλιά μας

στα ριζωμένα στη γη

λευκά αγγίγματα

της πρώτης κι ανεξίτηλης γεύσης.




ΜΟΡΦΟΥ 2001


Φύλλα διάφανα 

νερά της άμμου 

πότισαν τη φυγή μας. 

Βυθός του πράσινου κήπου

χάραξε την αφή της θάλασσας. 

Πρώτο άγγιγμα 

παλμοί της ζωής μας 

στέρεψαν την κοίτη της λήθης. 

Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά 

της ξένης γης.

Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι 

του νόστου.




ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΥΡΗΣ


2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ


Άγιε μου Μάμα σύρνουν σε ξανά μες στα λιοντάρκα

τρυπούν το σώμαν σου ξανά τ’ άδικου τα κοντάρκα

τζι αντίς λαμπάδες ν’ άψουσιν στην μνήμην την δικήν σου

στης σιωπής την σκοτεινιάν φέτος εννά σε κλείσουν!

Άγιε προστάτη των βοσκών άγιε μου ερημίτη

η εκκλησιά σου γίνηκεν του καθενός μας σπίτι

τζι ώσπου υπάρχει ο σταυρός πας στο καμπαναρκόν σου

στον πόθον της επιστροφής έσιεις το μερτικόν σου!

Μόρφου μου ότι τζι αν γινεί, εσού τζιαμαί, ταγιάντα,

όπως μιαν πέτραν ριζιμιάν στον νουν μας νά’ σαι πάντα

τζι εν έσιει δύναμην καμμιάν, όσοι τζι αν φύουν γρόνοι

να σβήσει τουν την θέλησην π’ ούλλον τζιαι δυναμώνει!



ΚΡΟΥΖΕΙΣ ΤΖΙ ΕΣΟΥ


Κρούζ’ η καρκιά μου, άμαν δω είντα’ν που κάμαν

εν αντέχω, βαών’ αμμάθκια τζι εν θωρώ,

έναν τζιερίν στα σιέρκα, λούννουμαι το κλάμαν

τούτον το καστιόρημαν εν το μπορώ!

Κρούζ’ η ψυσιή μες στην αυλήν σου άμαν μπαίνω

ν’ ακούσω ύμνους, την δικήν σου λειτουρκάν

τζι ακούω τραουδκιές πο’ν τες καταλαβαίνω,

κλείω τ’ αφκιά μου να’ γοράσω τον καφκάν!

Κρούζει τζι ο νους γιατ’ εν μπορώ να το πιστέψω,

Άγιε Μάμα το τζιερίν σου να βαστώ,

να μάχουμαι να δω που είσαι να σου νέψω,

μα τζιείνον να μεινίσκει πάντα του σβηστόν!

Κρούζεις τζι εσού που τα παιδκιά σου Άι Μάμα,

έν’ μακριά τζι εμείνασιν όμως πιστοί,

θωρείς τα πάντα βουττημένα μες στο κλάμαν,

να’ ρκουνται εις στην χάρην σου γονατιστοί!



2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 


( αφιερωμένο σ’αυτούς που έφυγαν με την καρκιάν καμένην)

Άγιέ μου Μάμα κάμε μας σήμερον τούν την χάρην,

να βκεις μια βόλταν αν μπορείς πάνω εις το λιοντάριν,

τζιαι να δκιαλλάξεις νακκουρίν γυρόν που το παζάριν,

να δεις τον κόσμον πό’ρκεται για να σε προσκυνήσει,

τον πόθον της επιστροφής για να σου μαρτυρήσει,

τζιαι την ελπίδαν πάνω σου με πίστη ν’ακουμπήσει!

Άγιέ μου Μάμα να χαρείς, κάμε μου το χατίρι,

ένα σου θαύμαν ημπορεί τον κόσμο ν’αναγείρει,

τζιαι στην αυλή σου να γενεί ξανά το παναΰρι!

Σήμερον πον η μέρα σου κάμε αλλό’ναν θαύμαν,

όσοι εφύαν με καμόν αφού εν επροκάμαν,

νά’ρτουσιν για να φέρουσιν στην εκκλησιάν σου τάμαν,

σήμερα πον η μέρα σου με της ψυσιής τα μάθκια,

κάμε να δω μες στα στενά, μέσα στα μονοπάθκια,

στες γειτονιές τζι’όπου δεικλάς δικά τους να’ν σημάθκια!

Τζι αν τύχει Άη Μάμα μου του γρόνου έτσι μέραν,

να ξαναζωντανέψουμεν του Μόρφου που καρτέραν,

ενν’ αναπνεύσουμεν μαζίν ελεύθερον αέραν!

Τότες τζι εγιώ γονατιστός που μέσα στο παζάρι,

στην εκκλησιάν σου εννά βκω τζι όσον τζιαιρόν μου πάρει,

εννά δοξάζω τον Θεόν τζιαι τη δική σου χάρη!



ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ


ΓΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ 


Κατοικείται αυτή η πόλη;

Κατοικείται αυτό το χωριό;

Που πήγαν όλοι ;

Που πήγαν όλοι και αφήκαν τον Αη Μάμα

να  διαπραγματευτεί τα σπίτια μας

να περισώσει τη ζωή μας;



ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ

Μα πρώτα απ‘ όλα

δεν μπαίνουνε απ‘ εδώ στου Μόρφου,

η είσοδος είναι απ’ εκεί,

εκεί που μας καλωσορίζει

ο Λουκής Ακρίτας,

εκεί που μας προϋπαντίζουν

οι μουσικές φωνές των μαθητριών και μαθητών

του Α’ και Β´ Γυμνασίου Μόρφου.



ΠΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ; ΑΓΙΟΥΣ 


Δηλαδή, τώρα μεταξύ μας,

εντελώς μεταξύ μας,

όταν για είκοσι εννέα χρόνια,

κτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες σας,

νιώθατε ήσυχοι με τη συνείδησή σας;

Διερωτηθήκατε ποτέ,

ρωτήσατε ποτέ πως ένιωθαν οι αντίστοιχοι σας,

στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο;

Τί ένιωθαν για είκοσι εννέα χρόνια;

Τί ένιωθε ο Άης- Μάμας στη Μόρφου,

η Παναγία η Κανακαριά στην Κερύνεια;



ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ


ΔΟΞΑ ΣΟΙ Ο ΘΕΟΣ


Εχάρηκα πολλά

-μονολόγησε ο γέροντας-

που είδα ξανά του Μόρφου

τζιαι τες πορτοκαλιές μου

Εγόρασα τζιαι πορτοκάλια

που τον Μεμέτη

Εχάρηκα που σάζει

τα περβόλια μου

Που δεν τ’ άφηκε γέρημα

να ξεράνουν

Εχάρηκα που είδα τον ποταμό

να τρέσσιει ελεύθερος

τζιαι να βουττά μες την ποθκιά

της μάνας του της θάλασσας

Αξίωσεν με ο Πλάστης μου

να ξαναπάω

Ούλλα εν τζιαμαί

όπως τα αφήκαμεν

τζιαι καρτερούν μας

Δόξα σοι ο Θεός



ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ


ΩΡΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ


Κάθε που επήγαινες στη Μόρφου

τ’ άρωμα των λεμονανθών

σ’ έπνιγε από μακριά

Ύστερα χανόσουν στα λεμονοδάση

κι ως να ξεχνιόσουν στον παράδεισο

σε πρόφταινε το δειλινό

καθώς εκείνος ο Θεός κατέβαινε ν’ αναπαυτεί

μ’ όλα τ’ αρώματα

τα διαθλασμένα χρώματα

ώρα μοναδική της Μόρφου

Όπως πηγαίνεις για τη Μόρφου

ο δρόμος σου χαμογελά σε κάθε του στροφή

Σε καλοδέχονται τ’ ακούραστα νερά

σε προσκαλούν τα στοργικά τα χώματα

Ο ουρανός σου στέκεται καλός

κι οι εποχές κρατούν αλάθευτα το χρόνο τους

Όποιος και νά ‘σουν

ότι και νά ‘κανες

η Μόρφου δε σε γέλασε ποτές

Παιδί εγγόνι μου δισέγγονο

η Μόρφου θα σε καρτερά

Όσο το μάτι του περήφανου αετού

τηράει τα πέρατα

Όσο το χέρι του δικαίου Θεού

απ΄ τον Πενταδάκτυλο βλογάει την πλάση

Όσο οι φωνές εικοσάχρονων παλικαριών

θα σε καλούν για επιστροφή

Και να γυρίζεις

κάθε φορά που ανθούν οι λεμονιές της Μόρφου

Ρα μουζουρού του Μόρφου

Άρκον έλα μιτά μου ρα κορού

να πάμεν κατατζεί μερκάν του Μόρφου

να δώκωμεν γυρόν του περβολιού

να σε φορτώσω αθθούς πουπανωκόρφου.

Να τρέχουν μες τ’ αυλάτζια τα νερά

πουλιά να τζελαδούσιν στην αλάναν

να μπαίννουσιν να βρέχουν τα φτερά

τζαι ν’ αδονά η καμπάνα τ’ Άη Μάμα.

Να κατεβούμεν πέρα του βραμού

να μεν μας εσσιαστεί μμάτιν αδρώπου

μεν μας ακούσει φτιν του πασανού.

Τζαι μες τες ομορκιές τζείνου του τόπου

να πω τραούδιν κόρη του καμού

ρα μουζουρού για «δκιο βυζιά του κόρφου»



ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΜΕΥΤΗ


ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ


Την παραμονή ήθελε να δει το σπίτι της.

Την πήραν απ’ το χέρι

Την πέρασαν απ’ όλα τα δωμάτια

Εκατό τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο

Κάρφωσε το βλέμμα της στις φωτογραφίες

Στα διπλωμένα ρούχα και στα μπιμπελό

«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε

«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου»

Το πρώτο της σπίτι ήταν στη Μόρφου

Ξυπνούσε απ’ τον μυρισμένο ύπνο της

Δέκα χιλιάδες τετραγωνικά ανθό

Ύστερα, πέσαν πυροβολισμοί στο σαλόνι

Έφυγαν με το παιδί

Το μικρό ποδηλατάκι του στέκει στην αυλή ακόμη

Κάτι αδικαίωτες πεταλιές φορτωμένο

«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου», είπε

Μα έφυγε.



ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ- ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ


ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΓΑΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ


Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα

κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους

πριν φύγει από το σπίτι της

στη Μόρφου

η κυρά-Αγάθη•

σαν θα επέστρεφε

να μην το έβρισκε ασυγύριστο.

Σήμερα τη θάψαμε

σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας

δεκατέσσερα χρόνια απόσταση

από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.

Κι ήταν Γενάρης

μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα

το ταξίδι της

στην ωραία Μόρφου των ουρανών.



ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ


ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ


Περιηγητής που πέρασε πατώντας

τον καιρό σου και το χώμα

στα σκοτεινά τα χρόνια του μεσαίωνα*

βιάστηκε το χαρτί να ενοχλήσει και τις λέξεις

στα γράμματα λειψός ο αγύρτης

σαν τους συνέδρους της Μελβούρνης

άσχημες τις είδε τις γυναίκες

του νησιού μαντήλες τυλιγμένες

μαύρες ποδίνες και σαγιές

κούζες στους ώμους με νερά

μωρά κοπέλλια και κλαδιά

μ’ ανθούς και κλωνιτάρια

σκυφτές οι ζωγραφιές του Διαμαντή

στον λίβα τα δρεπάνια τους να στρίβουν

της Μεσαρκάς που σκάει ο τζίτζικας σαν ρόδι

όχι στη βράση του χορού

στη μέση του χωριού ν’ αστράφτουν.

( Υστερα που γύρισε στο σπίτι απ’ την πορεία

άκουσα την πατρίδα μου να κλαίει

γυναίκα που της στέρησαν τον άντρα.)

Και μια στιγμή πως σ’ είχα στο πλευρό μου

εθάρησα, καταχτημένη, γυναίκα άσπιλη κι ωραία

όμως ξυπνώντας πήρες δρόμο λυπημένη

σαν το πουλί πετώντας είχες φύγει

ήρθες μακριά στο Νότο.

Ωραία γυναίκα, μεστωμένη

στην ομορφιά του Μόρφου ζυμωμένη

αξόδευτη. Στο χρόνο κρατημένη

με δύναμη. Σαν πολυκύμαντη

οργή του σκοτεινού πελάγου

στο χώμα που σου πήραν τα θηρία

περπάτησες ξανά τρικυμισμένη.

Τα σώματα ξυπνήσαν σκοτωμένων.

Σου γύρεψαν ταυτότητα να δώσεις

τα δάκρυα των άχραντων χαμένων

πίσω ξανά. Εσύ. Ωραία γυναίκα.

Στο πείσμα και στον πόνο γινωμένη.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΖΩΗΣ


ΜΟΡΦΟΥ ΙΔΕΑΤΗ


Αχ να’ χα μια

μπεσαμέλ να κουταλίζω

έχοντας μόλις βγει απ’

το νερό να ’ναι όλη

η ζωή μου κάτω

από το παγωμένο ντους

κι ο έρωτας έρωτας

μέσα στ’ αλατισμένα μάτια

σου που λάμπουν

αντί αυτού

εγώ που δεν έφταιξα

σε τίποτα σχεδόν

ρίχνω μες στο διορθωτικό

του χρόνου πολύ διαλυτικό

κι ακόμα μέσα στην

πιο καλήν αιτία βρίσκω

την πιο κακή αφορμή

Η αγάπη των παιδιών

χτίζεται πάντα σε βάρος

κάποιας άλλης όπως

πάνω σε εκκλησία

το τζαμί όπως η

ιεροτελεστία του φθόνου

στολίζει αυτόν που

επιβουλεύεται

με γιασεμί

Αχ να μπορούσα να

υπάγω στην πόλη Μόρφου

στο πίσω μέρος της

αυλής μου χρόνια τώρα

πελεκάω τα υποκατάστατα

σκηνικά

κι ακόμα έναν μελίρρυτο

Τούρκο τον πιάνω

τον φιλώ τον αγαπώ

έτσι θαρρώ πως ζω

καλύτερα

Μόρφου μου Μόρφου Μόρφου

κάθομαι και πικραίνομαι

παίρνω απ’ το ψυγείο

το ρυζόγαλο τις σοκολάτες

κόψε φωνάζει ο γαμβρός

ιατρός

ιδού έρχεται το ζάχαρον

η πίκρα του λέω

ισοφαρίζει το γλυκύ

κι εκείνος συναινεί

άφησε πίσω του

κι αυτός – Κύριος οίδεν –

τις νύχτες μπαίνει μέσα

στα όνειρα κλειδώνει

πίσω του την πόρτα

δυνατά

Το ξέρει ο Φοίνικας

η επιστροφή δεν είναι

εύκολη ο καθένας

εδώ που ήρθε έφτιαξε

τη Μόρφου του και η

Μόρφου της πραγματικότητας

ανεπίστρεπτα

απομακρύνεται σιγά –



ΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΣΤΑΥΡΟΥ


ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΜΟΥ

(Απόσπασμα)

Νησί μου,

να γαληνέψει τις πληγές σου.

Πάνε κι έρχονται

τα βράδια του

απ’ τις πορτοκαλιές της Μόρφου

ως τις θάλασσες της Αμμόχωστος

κι ακόμα

ως τα ερημικά μοναστήρια της Καρπασίας

με τα ορφανεμένα καμπαναριά.

Πάνε κι έρχονται,

κι ύστερα πάλι ξανασμίγουν.

Πιάνονται χέρι-χέρι

και στήνουνε χορό

γύρω απ’ τον Πενταδάκτυλο

τραγουδώντας ένα τραγούδι από γαλαζόπετρα

που το βαφτίσαν Λευτεριά.



ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ-ΚΟΚΑΡΑΚΗ


ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ


«ΚΑΙ ΓΑΡ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΣΟΥ ΦΥΛΑΣΣΕΙ ΑΥΤΑ»

    σ’ όλες τις γυναίκες που έζησαν την προσφυγιά



I


Ο αγέρας

            να περνά

                       το ένδυμα

κι ή αγωνία να φουσκώνει

τους

       κτύπους

               της

                   καρδιάς

στο προσφυγικό σώμα.

Σμύρνη,

          Καππαδοκία,

                           Ρωμυλία.

Κερύνεια,

            Αμμόχωστος,

                           Μόρφου.

Επανάληψη πόνου και ξεριζωμού

                          στην

                               αφροπάτητη

                                         γη μου.

Κατάστηθα μας κτύπησε

 του

        διωγμού

                    το

                        Σπαθί!




ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ


ΠΟΡΤΟΚΚΑΛΙΕΣ- ΜΟΡΦΙΤΙΤΖΙΕΣ


Πορτοκκαλιές Μορφίτιτζιες

του Καραβά λεμόνια

Ακόμα εν εσυνόμπλασα

στης προσφυγιάς τα γρόνια.

Που πάσιν 37

τζιαι φαίνουντε μου αιώνες

Αχ! πόσο ποθώ να ξαναδώ

τους πορτοκκαλλεώνες .

Πού είσαι Πενταδάκτυλε

για να τους αποσείσεις

Οπως λαλεί ο Μόντης μας

να τους κρεμμοτσακίσεις .

Ξανά η γαλανόλευκη

να ξανατζιυμματήσει

τζι αέρας της ελεφτερκάς

τραούδι ν’αρκινήσει.

Τότες πετώντας εν να ρτώ

τη γή μμου να φιλήσω

τζι ασ εσ σέ τζιείνη την χαρά

τότε να ξεψυσιήσω



ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ


ΜΟΡΦΟΥ


Οι δρόμοι το ίδιο στενοί

μ’  ονόματα αλλαγμένα

βήματα ξένα τους περπατούν  

κι οι πόρτες των σπιτιών 

τρίζουν απορημένες 

μες στις αυλές τα γιασεμιά 

είναι πάντα μαραμένα  

χωρίς αγγίγματα των χεριών

που κάποτε τα τραγουδούσαν.



ΒΟΥΤΤΗΜΑ ΗΛΙΟΥ


Βούττημαν ήλιου τζι ύστερις 

τέλεια ποννά σιγράσει

Δημήτρης Λιπέρτης



Βούττημα ήλιου

στη θάλασσα που μας γέννησε

ένα χάδι τρυφερό

στους δρόμους που μας μεγάλωσαν 

με τ’ άρωμα της λεμονιάς.


Βούττημα ήλιου 

σ’ ένα ταξίδι της ψυχής

ν απλώσουμε το δάκρυ μας

από του Μόρφου στην Πεντάγια

κι απ’ το Ξερό στο θέατρο των Σόλων.


Βούττημα ήλιου

σε χαραγμένες μνήμες του Ιούλη

σε όνειρα που άλλαξαν διαδρομή

σε μισογκρεμισμένα σπίτια

που  είναι εκεί και μας προσμένουν.



ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΠΕΖΟΜΑΝΤΗΛΟ


Ξαναγύρισα

χωρίς εκτοπισμένες  μνήμες

ήταν όλα εκεί

μια ανοικτή πληγή

που περιμένει καρτερικά

να τη ραντίσεις

σταγόνες από δάκρυ χαμομηλιού.


Όλα στην ίδια θέση πίκρας

και στο τραπέζι στρωμένο

εκείνο το παλιό τραπεζομάντηλο

με τις κόκκινες ρίγες

με περιμένει πάντα

για ένα τελευταίο δείπνο

αποχαιρετισμού.