22/4/20

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ








ΕΣΩΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ (1991)


     Εσωτικά τοπία


ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που
μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος
για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει., γιατί ’ναι μυστικά τοπία
και το φως κρατούν  μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα
ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή, μάλλον, ένα μέρος τους
μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά
εαωτικά τυφλών τοπία.



ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΥΡΑΝΟ, δεν έχει
ούτ’ εν’ αστέρι. Κάποιος, ωστόσο, δεν μπορεί να το πιστέψει,
θαρρεί πως φταίει η μυωπία του κι ορθώνει σκάλα για να δει
από πιο κοντά. Βέβαια, ούτ’ αστέρια ανακαλύπτει ούτ’ ουρανό
και φεύγει γι’ άλλη έρημο, ν’ αναζητήσει εκεί την τύχη του
Μένει η σκάλα, όρθια, στη μέση της έρημου, μια σκάλα
ολόρθη που δεν ακουμπάει πουθενά.



ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΡΗΜΟ, ένας άλλος άνθρωπος, που δίψασε
πολύ, νερό να βρει αποφασίζει κι ένα πηγάδι αρχίζει να σκάβει
σαν τρελός· ένα βαθύ βαθύ πηγάδι, τόσο βαθύ που φτάνει
στης γης την άλλην άκρη κι ο άνθρωπος γκρεμίζεται στον
κάτω ουρανό. Πίσω του, μένει η τρύπα που άνοιξε· χαίνουσα,
διαμπερής πληγή στης γης τα σπλάχνα. Αν σκύψεις πάνω
της, θ’ ακούσεις αχνή, ουράνια μουσική. Πρόσεξε όμως μη
σαγηνευτείς και την αναζητήσεις· είναι του κάτω ουρανού.



ΗΜΕΡΟ ΤΟΠΙΟ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΕ, γλυκό,
λάδι στην πληγή, τοπίο όπου μονάχα μια αράχνη τρώει μια
μύγα, μια σαύρα τρώει μιαν αράχνη, ένα γεράκι τρώει μια
σαύρα...
Ήρεμο τοπίο, βάλσαμο στην ψυχή του περιπατητή που
μέσα του πλανιέται, πασχίζοντας να μην πατήσει τα μυρμήγκια
που σέρνουν στη φωλιά τους ψόφια μαμούδια και σκουλήκια.
Ειρηνικό τοπίο, με τόσο μικροσκοπικές σφαγές, τόσο
ανεπαίσθητη αγωνία που ο περιπατητής ξεχνάει ακόμα και τον
ίδιο του το θάνατο, αυτόν τον τρομερό γυπαετό που, σ’ έναν
άλλον ουρανό, σ’ εν’ άλλο, άγριο τοπίο, πέτα, φερμάροντας
αδιάκοπα τη γη, και τον προσμένει.



ΣΤΕΓH ΜΟΥ, ΣΤΟΡΓΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ, που μας προστατεύεις απ’
τη μανία των καιρών, έμενα και τη γάτα και τους ψύλλους της
και τα χλομά χαρτιά μου όπου ζωγραφίζω ασθενικά πουλιά
που τρέμουν τη βροχή, Θεά αυτού του ελάχιστου μικρόκοσμου
που υπερασπίζεσαι, αντιστεκόμενη αδιάκοπα στον ουρανό και
τ’ άγνωστο, που με τ’ αβάσταχτο τους βάρος Σε πλακώνουν,
τη νύχτα, μ’ αγωνία ακούμε τους τριγμούς Σου κι αλαφιασμένοι
αγκαλιαζόμαστε, άνθρωπος, γάτα, ψύλλοι και πουλιά, και
τις ρωγμές κοιτάμε ν’ ανοίγουν και να κλείνουν στο ταβάνι
Σου κι όλο θαρρούμε ότι θα γλιστρήσει απ’ αυτές ο θάνατος κι
όλο Εσύ μακριά μας τον κρατάς.
Σκέπη Αγία και Πάνσεπτη, δέξου τις ταπεινές ευχαριστίες
μας· της γάτας το ηδονικό γουργούρισμα, των ψύλλων
τους ευτυχισμένους σάλτους κι αυτό το χάρτινο πουλί που Σου
προσφέρω εγώ και προσπαθεί να κελαηδήσει.



     Ιστορίες μιας εποχής που πέρασε
        χωρίς ποτέ να έχει έρθει



ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΛΙΑ, είπε ένας Κινέζος σοφός, κι όσο
δυνατές είναι τόσο πιο μακριά πετάνε. Οι λύπες είναι δέντρα
κι όσο πιο μεγάλες είναι τόσο πιο βαθιά ριζώνουν. Ο άνθρωπος
είναι χώμα· βαθιά ριζώνουν μέσα του οι λύπες και βλέπω
τις χαρές μακριά του να πετούν.




ΟΠΩΣ Ο ΓΙΑΠΩΝΕΖΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ, παιδεύοντας, μ’ υπομονή
κι επιμονή απέραντη, τα δέντρα, δένοντας τους κορμούς με
άρματα, κλαδεύοντας αδιάκοπα κλαδιά και ρίζες, καταφέρνει
και φτιάχνει νάνους από γίγαντες, πεύκα και κυπαρίσσια
και πλατάνια που μόλις ξεπερνούν στο μπόι ένα ραδίκι, έτσι
κι εσύ, παιδεύοντας αδιάκοπα το θάνατο, αδιάκοπα ασχολούμενος
μαζί του, πιλατεύοντας τον ως το κάτσιασμα, να τόνε
καταντήσεις νάνο καταγέλαστο που τρέμοντας θα ζητιανεύει
την ψυχή σου.



0Σ0Ι ΧΟΡΕΥΟΥΝΕ ΣΤΗ ΘΡΑΚΑ, στη Θράκη η στην Ινδία ή
οπουδήποτε αλλού με μουσικές και προσευχές κι ένα θεό
μέσα τους, δεν ξέρουν τι θα πει να κάθεσαι μες στη σιωπή
σε αναμμένα κάρβουνα και να μην έχεις  μέσα σου θεό.



ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΑΝΘΙΣΑΝΕ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ και, σε λίγο, απ’ τ’ άνθη
τους καρπούς θα δέσουν. ’Ακόμα μια χρονιά και θα ’ρθουν κι
άλλες, πλήθος άλλες, που θα δέσουν άνθη και καρπούς. Εμένα
από πότε έχει ν’ ανθίσει το κορμί μου, από πότε έχω καρπό να
δώσω; Κι όμως, δεν είμαι δα και τόσο γέρος· η μυγδαλιά θα
μπορούσε να ’ναι αδερφή μου, μητέρα μου η καστανιά και
προγιαγιά μου η ελιά και συνεχίζουνε να θάλλουν, να καρπίζουν,
ενώ εμένα μ’ έχει κιόλας σημαδέψει ο ξυλοκόπος.



      Περί ανθρώπου


ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΠΡΑΓΜΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, το πιο ωραίο, ίσως,
αντικείμενο, κυρίως όταν μένει ακίνητος και σιωπηλός σέ
μια γωνιά του δωματίου ή του τοπίου, λησμονημένος και
σχεδόν αόρατος. Όσο πιο ακίνητος ο άνθρωπος, όσο πιο σιωπηλός
τόσο πιο ωραίος· όσο πιο αόρατος τόσο καλύτερα για το
δωμάτιο ή το τοπίο.



ΒΑΡΥ ΦΟΡΤΊΟ για τον άνθρωπο η ψυχή, αφάνταστα βαρύ για
τόσο αδύναμο σκαρί. Πάλι καλά που το ταξίδι δεν κρατά πολύ.



ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ·  μ’ όλη τη
δύναμη της ψυχής του κι ακόμα πιο πολύ την αγαπά· σχεδόν
αφύσικα. Ωστόσο, η ζωή του αδιαφορεί γι’ αυτόν τον έρωτα
και συστηματικά τον αγνοεί ·μάλιστα του γυρίζει και την πλάτη.
Αυτός ο άνθρωπος κοίτα την πλάτη της ζωής του και
διαπιστώνει (ακόμα μια φορά) ότι δεν φτάνει ν’ αγαπήσεις για ν’
αγαπηθείς.
Θα μπορούσε να της γυρίσει κι αυτός την πλάτη. Θα
μπορούσε ν’ αναζητήσει μιαν άλλη, φιλικότερη ζωή. Θα μπορούσε,
πισώπλατα, να της καρφώσει ένα μαχαίρι. Τίποτ’ απ’ ολ’
αυτά δεν κάνει. Μένει ακίνητος, εκεί, κοιτώντας με παράπονο
την πλάτη της.



ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΓΗ, την αγαπά τόσο πολύ
που αδιάκοπα την αγοράζει· έχει αγοράσει τόσα χώματα.
Αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπά η γη, τον αγαπά τόσο πολύ
που αδιάκοπα τον προσκαλεί να τον σκεπάσει μ’ όλα της τα
χώματα.



ΚΑΠΟΙΟΣ ΒΡΗΚΕ, ΚΑΠΟΤΕ, ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ
και σταμάτησε να πεθαίνει. Αιώνες, τώρα, κάθεται, σε μια
γωνιά του κόσμου, και κοίτα να ’ρχονται και να φεύγουν οι
γενιές, βλέπει πολιτισμούς καινούργιους να γεννιούνται, να
γερνούν και να πεθαίνουν.
Είν’ ευτυχής ή μάλλον, δεν είναι δυστυχής. Λιγάκι
κουρασμένος, ίσως· η μνήμη του είναι μεγάλη και βαριά σαν την
ιστορία. Το χειρότερο είναι ότι πλήττει- έχει φάει κι έχει πιει
ό,τι εφηύρε του ανθρώπου η λαιμαργία, έχει παίξει όλα τα
παιχνίδια, έχει γνώση όλης της γνώσης, έχει ερωτευτεί όλο
τον έρωτα, τίποτε δεν έχει πιά να κάνει. Κάθεται εκεί, σε μια
γωνιά του κόσμου, και κοίτα τον ήλιο και τ’ αστέρια να γερνάνε
και να γέρνουν προς το τέλος τους. Κάθεται εκεί κι αναρωτιέται
μήπως θα ’πρεπε ν’ αρχίσει της ζωής ν’ αναζητάει το αντίδοτο.



      Περί μαχαιριών


ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ ΠΟΥ ΕΚΟΨΕ, έκοψε αμέτρητες φορές, ώσπου η
αιχμή του στόμωσε, όσο κι αν φαίνεται άχρηστο, είναι σοφό
μαχαίρι. Έπαψε πλέον να μοιράζεται σε χίλιες δυο εντυπώσεις,
καρπούς και σάρκες τεμαχίζοντας, από χυμούς και αίμα
μεθώντας. Απόκτησε εσωτερική ζωή και στη μοναδική αλήθεια
του θανάτου συγκεντρώθηκε. Η κόκκινη σκουριά που ιδρώνει η
λάμα του, μιλάει για τη μέσα του αγωνία.



ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ ΠΟΥ ΠΕΤΑ και στον στόχο καρφώνεται ειν’
ένας αετός μ’ αλάνθαστο ράμφος.
Ένα μαχαίρι που πετά και στη μέση της πτήσης του πέφτει
ειν’ ένα κουρασμένο χελιδόνι.



ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ ΑΚΟΥΜΠΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ, πλάι στο
πιρούνι ή το κουτάλι, ένα καθ’ όλα ήμερο μαχαίρι, ένα κοινό
επιτραπέζιο σκεύος, παρ’ όλα τα φαινόμενα, καμιά δεν έχει
σχέση με το υπόλοιπο σερβίτσιο. Για να το νιώσεις, φτάνει να
προσέξεις τη σαρκαστική λάμψη της κόψης του, να δεις πως
σπαρταρά μόλις σερβιριστεί το κρέας.



ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΤΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ, το ταπεινό
μαχαίρι ονειρεύεται πως γίνεται σπαθί κι αστράφτει απειλητικά
μέσα  στον κουρνιαχτό της μάχης.
Την άλλη μέρα, τεμαχίζοντας καρότα, μέσα στους υδρατμούς
και στις κλαγγές σκευών, θαρρεί πως ξανακούει το κάλεσμα της
σάλπιγγας κι ορμάει, ξαφνικά, ακάθεκτο και κόβει της νοικοκυράς
το δάχτυλο.



     Περί ψυχής


ΓΕΡΑΣΕΣ, ΦΙΛΕ, και βουβάθηκαν τα μάτια σου, δεν τραγουδάνε
πια, όπως πρώτα, δεν μιλούν, δεν ψιθυρίζουν καν. Δυο
σκοτεινά παράθυρα τα μάτια σου, χτισμένα, και πιά δεν φτάνει
ως εμένα η μέσα μουσική σου. Υπάρχει, αλήθεια, ακόμα
αυτή η μέσα μουσική ή μήπως είσαι ως εκεί χτισμένος, ως τα
μύχια της ψυχής σου, πλήρης σιωπής και συμπαγής σαν
πέτριvo άγαλμα;



ΞΗΛΩΝΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ στις ραφές. Κάτι, φουσκώνει μέσα
της, κάτι να την τινάξει θέλει από πάνω του. Σαν το κορμί που
δεν χωράει πιά στα ρούχα, σαν την ψυχή που δεν χωράει πιά
στο σώμα, έτσι φουσκώνει κάτι μέσα στην ψυχή μου και την
ξηλώνει στις ραφές.



ΚΟΙΤΩ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ και λύπηση μεγάλη με καταλαμβάνει,
στεγνά και κουρασμένα, όπως τα βλέπω, γεμάτα φλύκταινες
και κάλους.
Πόσες φορές σε κάρβουνα πατήσανε, για μένα, αναμμένα,
πόσες φορές, κλοτσώντας το βυθό, με γλίτωσαν απ’ τον πνιγμ’ο
και μ’ έφεραν ξανά στην επιφάνεια, και τι αποστάσεις, τι
λαβύρινθους, ματαίως, διανύσανε για να με οδηγήσουν στην
ψυχή μου!
Όταν σημάνει η σάλπιγγα της Κρίσης και κριθώ, ας πάω ο
μισός στην κόλαση που μου ταιριάζει κι ας πάνε τα φτωχά τα
πόδια μου, επιτέλους, να περπατήσουν στη δροσιά, στο μαλακό
γκαζόν του Παραδείσου.




      Περί ποιήσεως


Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΟΔΗΓΕΙ όπως ο σκύλος τον τυφλό βρίσκει για
μένανε το δρόμο που, όμως, δεν οδηγεί ποτέ στο σπίτι.



ΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΡΑΪΖΕΙ; Λέπρα είν’ η ποίηση
και τρώει το δέρμα και το κρέας, τρώει τα κόκαλα και την ψυχή.
Η ποίηση ασκημίζει.
Ποιος είπε ότι η ποίηση στηρίζει; Ξερολιθιά ετοιμόρροπη
είν’ η ποίηση, στην άκρη ενός γκρεμού, κι να ακουμπήσεις
πάνω της, στο χαίνον χάος χάνεσαι. Η ποίηση καταποντίζει.
Ποιος είπε ότι ή ποίηση απαθανατίζει; Θάνατος αργός
καθημερνός, σαράκι είν’ η ποίηση, που αδιάκοπα σ’ αδειάζει
από τα μέσα, ώσπου να γίνεις σαν πουκάμισο φιδιού και να
’ρθουν οι ταριχευτές να σε γεμίσουν μ’ άχυρα ή μπαμπάκι και
να σε κάνουν σκιάχτρο αιώνιο.



ΚΟΝΤΗ ΚΟΥΒΕΡΤΑ Η ΠΟΙΗΣΗ και, κάθε που την τραβάς για
να φυλάξεις το κεφάλι σου από τους εφιάλτες του άλλου κόσμου,
στην παγωνιά αυτού του κόσμου τα πόδια σου αφύλακτα αφήνεις.



ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ, του περισσεύουνε, συχνά
λέξεις, φράσεις και στίχοι, μικρά ρετάλια, αποκόμματα που
ωστόσο, δεν του πάει να τα πετάξει. Και έχει δίκιο, γιατί,
κάποτε, αυτά τα άχρηστα, παράταιρα κομμάτια συνθέτουν,
ξαφνικά και ως δια μαγείας, ποιήματα μιας τέλειας αρμονίας.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΙΑ ή αποσπάσματα τοπίων, όπως
αυτά που βλέπεις απ’ το παράθυρο υπερταχείας στιγμιαίες,
ξαφνικές εικόνες που προς εσένα έρχονται ή φεύγουν από σένα,
ανάλογα με το αν κοιτάς κατάφατσα τον προορισμό σου ή αν
την πλάτη σου του ’χεις στραμμένη.



ΕΓΩ ΔΕΝ ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, την ποίηση απλώς ανακαλύπτω
θαμμένη κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα λέξεων απλώς
αποκαλύπτω το γυμνό κορμί της. 



Μ’ ΑΥΤ0 ΠΟΥ ΔΕΝ ΛΕΕΙ, μ’ αυτό που σκόπιμα ή εν αγνοία του
αποσιωπά, μ’ αυτό που ούτε καν υπονοείται από τα λόγια του,
μ’ αυτό μας πείθει ο ποιητής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου