ΜΑΙΡΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ






ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΖΩΗ


Στο σκοτεινό δωμάτιο
που παίζαμε παιδιά
μετρούσαμε τα «όχι» καρφιά
που έπεφταν από το στόμα του πατέρα
ματαιώνοντας την όποια φυγή.
Και τι ανακούφιση το βλέμμα του
εκείνη τη φορά
στην ενηλικίωση του πρώτου «ναι».

Ο ίδιος ο εαυτός μας
με μια αόρατη βελόνα
έσπαζε τα μπαλόνια που μας αγόραζαν
πριν πετάξουν ψηλά.
Ύστερα γυρεύαμε
ποιος έβαζε τρικλοποδιά στη νύχτα
κι εκείνη κουτσή με δεκανίκι δανεικό
ακύρωνε τις εξερευνήσεις
της πρώτης αγάπης.

Μετά
ζήσαμε με τους όρους
κάποιας περαστικής ζωής
κι ενός απλωμένου χεριού
ευγνώμονες που χρεωθήκαμε
την απλοϊκότητα μιας ανοιχτής αγκαλιάς.


  
ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Μέσα σε τούτο το λαγούμι όπου ζω
γαντζωμένη στο βήμα του χρόνου
υπάρχει ένα άλογο με φτερά.
Καλπάζει τη μέρα
με ένα όνειρο ακέφαλο αναβάτη
και με τρομάζει.
Το σούρουπο πετάγεται
από την τρύπα αυτή
και αλωνίζει ελεύθερο στους ουρανούς.
Ακούγονται ως τα πέρατα
οι αστραπές κραυγές του
και όταν το ρωτούν
πού είναι το κεφάλι του αναβάτη
ανεμίζει την άσπρη χαίτη
κι απαντά
πως σκέψη δεν χρειάζεται
για να ’σαι λεύτερος
ν' αφήσεις το λαγούμι.

Από τότε
κρεμασμένη στο λαιμό του
άφοβα πια ταξιδεύω.



ΑΠΟΔΗΜΟΣ


Μια απόδημη γνωριμία
προσπάθησε να πείσει
πως αποκαταστάθηκε στην ξενιτειά
πως άλλαξε το όνομα
σ' ένα περίεργο ξενικό
και πως οι λέξεις υιοθετήθηκαν πια
από μια γλώσσα ανάδοχο.
Είχε ζωγραφισμένη στο πρόσωπο
μια απομίμηση χαμόγελου
με χρώματα που έσταζαν
τη νοσταλγία για το πρωτότυπο.

Μόνο όταν με κοίταξε
βαθειά μέσα στα μάτια
κατάλαβα πως δεν είχε φύγει ποτέ
πως ήταν ακόμα
στην πίσω αυλή του σπιτιού
και χτένιζε σιωπηλά
το σβολιασμένο χώμα της γης.
Μουρμούριζε κι ένα νανούρισμα
που του ’λεγε, όταν ζούσε, η μάνα.

Πριν αποχαιρετιστούμε
μου φάνηκε πως είπε
ότι ακόμα τον φωνάζουν
Οδυσσέα.



20 ΙΟΥΛΗ


Από τότε
περπατώ με ένα πέδιλο
με μισό παντελόνι
και θυμάμαι τα χακί διάτρητα πουκάμισα
ν' αποχαιρετούν τις ψυχές
που φυγάδευσαν οι τρύπες τους.
Η θυσία που επεβλήθη
δεν αφορούσε μόνο την Ιφιγένεια
μα κι αγουροξυπνημένους ανθούς
δίχως καν άρβυλα.

Οι εικόνες συνωστίζονται
μεσ' στο λιοπύρι
να δηλώσουν παρούσες
ενώ στο μέτωπο
πάλλεται μια μωβ φλέβα
φορτωμένη ιστορίες πολέμου.
Το είδωλο της πατρίδας
σκαμμένο από ιαχές
αμούστακων βλεμμάτων
αντικατοπτρίζεται πάνω σ' ένα βουνό
με κίτρινους εκσκαφείς
και μισοφέγγαρα.
Ακουμπώντας στον ώμο
ενός ασθμαίνοντος Σίσυφου
κουβαλούμε βράχο ασήκωτο το άδικο.

Να ξυπνούσαμε κάποτε απ` αυτή την αλήθεια
και να ζούσαμε επιτέλους το όνειρο.


  

ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Ήταν δικά σου εκείνα τα ροζ παντοφλάκια
κοριτσάκι
που χόρευαν με το κύμα ανέμελα
σαν να μην είπε κανείς
πως το παιχνίδι τελείωσε
κι ειν' ώρα να σε γυρίσουν σπίτι.
Βράδιασε πια
κι ας νόμιζες πως έφεγγε ακόμα
παράξενα σαν μέρα
η νύχτα που γέμισε φωτιά.
Κι ας μην καταλάβαινες
εκείνο το τρελλό κυνηγητό
ως τη θάλασσα
και πώς μουτζουρώθηκε η αχτένιστη κούκλα
με το γυάλινο βλέμμα
και το κουτσό ποδάρι.
Τι παράξενο παιχνίδι και τούτο.
Το καλύτερο όμως απ` όλα
το νερό
δροσερό και αλμυρό
μα όταν η μάνα χαλάρωσε το σφίξιμο
της αγκαλιάς, μαύρο.

Μόνο τα παντοφλάκια
συνέχισαν το μονότονο πήγαινε έλα
σ` ένα παιχνίδι χαμένο
που βαρέθηκαν πια
περιμένοντάς σε.




ΟΔΥΝΗ


Ποιος είπε φευγαλέες τις στιγμές
κι όλοι οι θνητοί πρόθυμα το πιστέψαμε.
Πώς προσπερνάς ένα βουνό
τη θλίψη
σημάδι ασήκωτο στους ώμους
με τη ζωή να σταματά ενώ επιμένει να κυλά;
Αποκαΐδια
που εκσφενδονίζονται
στο πέρασμα ενός κομήτη χρόνου
και ισοπεδώνουν την πρόθεση
του ονείρου.

Τι μοίρα κι αυτή του ανθρώπου…

Μια λάμψη περαστική μαχαιριού
φλόγας ριπή
μια στιγμή λαιμητόμος
και η θυσία προς εξευμενισμό
του άγνωστου θεού
νυχτώνει για πάντα τις ψυχές
που δωροδοκούν σιωπηλά τον βαρκάρη.

Πώς να διαχειρίζονταν άραγε
τον πόνο οι αρχαίοι
δίχως τον από μηχανής θεό;
Ποιο περιθώριο εξιλέωσης αφήνει
μια διά βίου στιγμή δυνάστης
που μας καταδικάζει
σε οδύνη βοούσα εσαεί;

Ποιος τραγικός
θα το ξεκαθαρίσει;




ΟΔΗΓΟΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ


Πίσω από τούτο το προσωπείο
το στόμα σκάβει τρύπες ν’ αναπνέει
και το χαραγμένο του χαμόγελο
πνίγει τα ουρλιαχτά.
Ένας σουγιάς
ανοίγει ρωγμές για τα μάτια
να μην φαίνεται το χρώμα τους πια    
 - με χαμηλωμένο βλέμμα 
κοιτούν μα δεν βλέπουν.
Άλλωστε ο κίνδυνος της οικειότητας παραμονεύει.
Κλεμμένο από κάποια αρχαία τραγωδία
δώρο απρόσμενο ενηλικίωσης. 
Η κάρτα έγραφε,
«Να εκτιμήσεις την διαχρονικότητα του». 
Η μόνιμη διφορούμενη έκφραση
εξυπηρετεί τις προθέσεις του φέροντος
και δίνει παραστάσεις 
κοινωνικής παντομίμας 
ώστε να επιβιώνεις καθημερινά.
Αφαιρώντας το σε στιγμές
ανόητου συναισθηματισμού
έντρομη ανακαλύπτεις 
πως δεν ξέρεις πια να χαμογελάς
να κλαις 
ή να βλέπεις κατάματα.
Ένα πρόσωπο ταινία τρόμου
το δικό σου
με ακαθόριστα χαρακτηριστικά 
γυρεύει ψηλαφητά το προσωπείο του
για να υπάρξει
- τραγικό κατάλοιπο 
μιας παρεξηγημένης κληρονομιάς
που λίγοι αρνούνται.

Και ενώ το αποκηρύσσουμε δημοσίως
διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά μας
παραδεχόμαστε εν κρυπτώ                                 
πως είναι μία κάποια λύσις.

ΦΙΛΙΩ ΡΟΤΣΙΔΟΥ



ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΣΤΙΓΜΕΣ


Στιγμές σαν έρημα τοπία..
στιγμές της συντριβής και της μανίας..
στιγμές που καθιέρωσε για να πεθαίνει,
κάθε αυγή,
των μαύρων παραστάσεων...



 ΝΑΥΑΓΟΣ 


Βράδιασε..
Μην με ψάξεις
Κι αν με γυρέψεις, θα λείπω
Έδεσα το καράβι μέσα μου,
έριξα την άγκυρα στη καρδιά μου,
και άραξα σ-τη νοσταλγία μου για πολλοστή φορά..
Ναυαγός, στη θλιμμένη ματιά σου..



ΚΡΑΥΓΗ 


Είμαι μια απ' τις σιωπές που αγάπησες..
και όσο υπάρχω μέσα σου,
θα γίνομαι κραυγή να με ψάχνεις..



ΣΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ ΤΟ ΜΝΗΜΑ 


Τώρα, τα μάτια μου κλειστά 
Τα χέρια μου απλωμένα
Στον ουρανό σου βρέθηκαν
Στο χτες ξενυχτισμένα

Χωρίς φαΐ, χωρίς νερό
Και στη στεριά το κύμα
Νύχτες που με αγάπαγες
Στης αγκαλιάς το μνήμα



ΑΠΟΔΗΜΙΑ


Ο άνθρωπος όταν αλλάζει χέρια, φθείρεται.
Φθείρεται στο ακατανίκητο παρελθόν,
φθείρεται στο άγνωστο μέλλον.

Φθορά και συνοχή ίσον ένα,
και το γήρας ουκ έρχεται μόνον.

Έρχεται καθώς γεννιέσαι
Συνεχίζει ενόσω ζεις
Τελειώνει όταν πεθάνεις

Και η φθορά,
αντιστοιχία εν αντιθέσει της αθανασίας.
Η αρχή του τέλους.
Αποδήμησε.



ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ...


Ξεθώριασες στη μνήμη,
αλλά στη καρδιά,
έχεις βαφτεί
με τα πιο ζωντανά, και
ανεξίτηλα χρώματα



ΑΥΤΟΨΙΑ 


Ο έρωτας κρύφτηκε πίσω από άδειους τοίχους
Πίσω από  ένα δάσος στεναγμών
Υπό τη μουσική υπόκρουση...
Της αυτοψίας!



ΒΡΟΧΗ 


Χτυπάει ρυθμικά η βροχή στο τζάμι
κι εσύ σαν δάκρυ από ποτάμι
με βρέχεις σαν παλιόκαιρος βαρύς..
με χέρια ανοιχτά σε περιμένω..
στην αγκαλιά σου να ξαναγεννηθώ..
για χρόνια τώρα  σε προσμένω..
βροχή τα μέσα..
βράχηκα πάλι..
χωρίς βροχή..



ΟΥΤΟΠΙΑ 


Όχι, δεν έχω αλλάξει!
Ακροβατώ μεταξύ τεθλασμένης και χάους.
Μεταξύ ενός χαμόγελου κι ενός δακρύου.

Αιθεροβάμων στοχαστής της ουτοπίας!
Δον Κιχώτης των χαμένων ποιητών,
και λέξεις τραγικές των παραστάσεων.

Και μέσα σ' όλα αυτά,
η μαύρη μέρα να φαντάζει λευκή.
Και μέσα σ' όλα αυτά,
να βρίσκω τον σκοπό του ανθρώπου.

Σαν ιδέα που ξεχάστηκε,
με βρίσκω στο αποκορύφωμα
να παλεύω για ένα τώρα,
που ξέφυγε, και τρέχει να κρυφτεί.



ΣΗΜΕΡΑ ΑΣ ΜΗΝ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ 


Ας επαναπαυτούμε στο ιδίωμα των λέξεων,
που κείτονται αναπαυτικά
στα συγκροτημένα στενά του μυαλού μας..

Σήμερα ας μην ταράξουμε τους κύκλους,
κι ας πνιγούμε στην αταραξία του καλαίσθητου..

Σήμερα, είναι μια απ' αυτές τις μέρες,
που κοροϊδεύω το υποσυνείδητο
και μετατοπίζω εύστοχα την απραξία μου,
ενώ μισθώνω, άθελά μου, μισθοφόρους
για περισυλλογή της μισαλλοδοξίας μου..

Ας είναι..
έτσι ελλιπής και μικρός που είμαι,
ας μιμηθώ με επιτυχία το άρτιο,
και ας δώσω μερίδιο στη μοίρα,
να αποκαθηλώσει,
όπως αυτή γνωρίζει, την "πρωτιά" μου...

Έτσι ατελής και έκθυμος που είμαι,
δεν το λες και λίγο,
να θριαμβεύω μες την αδράνεια..



ΑΝΑΣΤΑ! 


Ήθελες να πετάξεις,
μα ξέχασες πώς τα φτερά
δεν ήταν στους ώμους,
αλλά στη ψυχή..
Κι η δική σου ψυχή,
ήταν χρόνια θαμμένη στη γη..
Ανάστα!
Για να ξαναγεννηθείς!



 ΠΟΙΗΤΕΣ 


Όταν πεθαίνουν οι αληθινοί ποιητές,
μένει πάντα ένα δυσαναπλήρωτο κενό,
να σιγομουρμουρίζει στίχους..









Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή - Σταύρος Γκιργκένης







ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ  (2018)

 

Α’ ΣΑΡΚΙΝΟΙ ΘΕΟΙ


Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή

 

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Προσπάθησα να σε κάνω αθάνατο,
μα δεν έβρισκα λέξεις που να μην περιέχουν χρόνο.
Όλες στον αόριστο, και μετά,
Δραματικό Ενεστώτα.
Δεν έβρισκα μελάνι αρκετά ανεξίτηλο,
να χαραχτεί στο δέρμα μου ες αεί.

Πονούσα όμως.
Εκεί που με άγγιζες,
εκεί που δεν με άγγιζες
και κυρίως εκεί που άγγιζαν κάποιον άλλο τα χέρια σου.

Θυσίασα τη θνητότητα μου,
για να πλάσω τη δίκη σου αθανασία.
Στέρεψε κάθε χρώμα πορφυρό.
Όλα σαν από φωτογραφία ασπρόμαυρα.

Αυτή τη φορά νικήθηκα.
Κι αν νικήθηκα εγώ,
πώς να μην νικηθούμε εμείς; 



ΠΑΡΑΠΟΝΟ


Ποτέ μου δεν πίστεψα σε τίποτα,
ούτε σε θεούς, ούτε σε δράκους.
Μόνη σέρνω το λίθο της ύπαρξής μου.

Ώρες πέρασα μπροστά σε εικόνες,
μήπως σαλέψει ο άγιος.
Κοίταζα το είδωλό μου στον καθρέφτη,
μήπως άγγελος Κυρίου κατεβεί.

Ψιθύρισα μάλιστα και προσευχές,
μπήκα μέσα σ’ εκκλησιές,
ύμνους αγάπης προσκύνησαν τα χείλη.
Εν τέλει αναλώθηκα σ’ αυτή την θαλπωρή.

Μάταιος κόπος.

Πέρασαν οι μέρες, χάνονται τα χρόνια
και θα έχω γεράσει πια.
Φοβάμαι μην πεθάνω
και δεν προλάβω να πιστέψω στον Θεό.



ΑΠΟ-ΠΟΙΗΣΗ ΛΥΓΜΩΝ


Μακραίνω τα νύχια.
Μεγάλωσα πια.
Μονάχο χρώμα τους,
το ενήλικο κόκκινο.

Βαλβίδες ξεβιδώνει ο ποιητής.
Θέλει να ανακόψει το αίμα.
Πρέπει επειγόντως να χυθεί,
αποκαλύπτοντας κάθε γνώση κι οδύνη

Τα μικρά μου ποιήματα,
τα μεγάλα μου νύχια,
στο λαιμό του αυτόχειρα,
θηλιά.




ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΤΣΑΛΑΚΩΝΟΝΤΑΙ


Τ’ αλουμινόχαρτο.
Ο σκύλος που δεν χάιδεψες.
Ο άστεγος στο φανάρι.
-Εγώ στο πάτωμα σε στάση εμβρυακή-

Τα ρούχα σου πριν το μπάνιο.
Το στομάχι μου όταν δεν έρχεσαι.
Οι πεταλούδες στο κουκούλι.
-Εγώ κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας-

Η μάνα μου όταν δεν συμμαζεύω.
Ο μπαμπάς μου όταν γυρνάω αργά.
Εσύ, όταν κλαίω μπροστά σου.
-Εγώ μέσα στην παιδική ντουλάπα-

Το πακέτο απ’ τα τσιγάρα μου.
Ο πελτές ντομάτας για τα μακαρόνια σου.
-Εγώ στη γωνία του καναπέ σου-

Όλα αυτά που τσαλακώνονται πάνε στα σκουπίδια.
Όλοι αυτοί που τσαλακώνονται,
πού πάνε,
πριν καταλήξουν στα σκουπίδια;



ΤΙ ΚΑΙΕΙ ΤΑ Λ(Ε)ΙΠΗ;


Λίπη έχουν οι πίτσες, το αλκοόλ και τα γλυκά.
Τρως χωρίς υπόλοιπα.
Στο νεροχύτη τα κατάλοιπα
καίγονται με καθαριστικά.

Λύπη έχει το δέρμα, τα χείλη και τα χέρια.
Αφέθηκαν ανέγγιχτα
ή αγγίχτηκαν οικτρά.
Καίγεται ως μελάνι σε χαρτιά.

Λείπει κάτι στο προσάναμμα.
Μια χόβολη κι ένα φανταχτερό πουκάμισο.
Να γίνω παρανάλωμα,
μα δεν ρίχνεις λάδι στη φωτιά.

Η λύπη, τα λίπη κι ό,τι λείπει
καίγονται με λιπαντικά.
Με ποίηση και ορθογραφικά.
Τα φχαριστιέσαι σε μονόπρακτα.

Όλα γινήκαν υγρά σωματικά.
Λύπης με δάκρυα,
λίπους με ιδρώτα
και τα λοιπά και τα λοιπά.



Β’ ΣΤΟΥ ΜΑΤΙΟΥ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ

  

Σταύρος Γκιργκένης

   

ΜΙΚΡΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ


Θυμάμαι τότε,
μια μέρα πριν θανατωθεί ο Δεκέμβρης
από τις ίδιες του τις μέρες,
μαζευτήκαμε πλήθος συμπότες, ακάλεστος εγώ,
να πιούμε το κρασί της επόμενης χρονιάς
και να σπάσουμε τις άφτιαχτες ακόμη
των αγγείων σφραγίδες.
Μόνο ο Σωκράτης δεν έπινε πολύ.
Μόνο αυτός νηφάλιος έμενε
μιλώντας για την Αρετή και τ’ Αγαθό,
μέχρι που νυσταγμένος ύπνωσε
κι ο τελευταίος πότης.
Κι ύστερα, όταν κανείς πια δεν τον έβλεπε,
έβγαλε απ’ τις πτυχές του ρούχου του,
απ’ το τριμμένο του λόγου πανωφόρι,
ένα μπουκάλι ουίσκι για τους εκλεκτούς
κι ήπιε μαζί με το δαιμόνιο του.



ΙΣΗΜΕΡΙΑ


Στο χέρι σου κρατάς το δεσμό
που αρθρώνει το νήμα της ζωής με το νήμα των
νοημάτων.
Ό,τι σκεφτείς πετά με ελευθερία πρωτόγνωρη
ανάμεσα σε θραύσματα στιγμών ωκεάνιων,
σε παφλασμούς διαμαντένιων λεπτών
που χαράζουν ονειρώδεις γραμμές στης ζωής σου το
όστρακο.
Πετούν κλαδιά εντός σου ατέρμονες γενιές
δευτερολέπτων,
καθώς ριζώνει ο ατέλειωτος χρόνος στα σπλάχνα σου.

Η ζωή σου πια ένα πόνημα,
γραμμένο στο φύλλο που αφήνει το δέντρο του
για το πρώτο ταξίδι στις ατραπούς φθινοπωρινής
ισημερίας.
Ίση η μέρα, ίση η νύχτα,
ίση η ελπίδα του μεσημεριού
με το κυπαρίσσι του απόβραδου.
Τα πάντα ισορροπημένα.
Το δρόμο σου
τώρα
τον χαράζεις,
με την αρμονία που μόνο
ο αυθόρμητος σου δίνει ανασασμός.



Η ΓΕΝΝΗΣΗ


Ήσουνα στον ουρανό, σε πόλη αγία,
όταν γεννήθηκες μεταξύ άλλων αγγέλων,
εμφάνισες το όνομά σου εν μέσω δόξης αστέρων.
Σε λιτανεία ιεροπρεπή
διέλυες αργά τις νότες στη νύχτα,
την Άρκτο και άλλες μελωδίες ψαλτών παλαιών,
επάνω στο σκότος ψιμύθια.
Ο Αυτοκράτορας ήρθε απ’ την πόλη του
να δει το θαύμα:
εσένα να στερεώνεις στον ουρανό
αλλιώς από πρώτα τα άστρα.



ΥΠΟΨΙΑ


Πάνσεπτος χαλαζίας ο κόσμος.
Αδάμας ο ήλιος. Δίκαιος ύπνος η σελήνη.
Ακλόνητη των αστέρων η δικαιοσύνη.

Μονάχα το σκοτάδι του βάθους με βάζει σε υποψία.
Όταν της σκέψης τα σκαλιά ανεβαίνει,
γεμίζει πρώτα του μυαλού σου την ερημιά.
Όταν φτάσει στην καρδιά,
η αγχόνη της τύψης είναι ήδη δεμένη στο δέντρο σου.



ΒΑΒΕΛ


Σε μαύρο κάτοπτρο, Βαβέλ, στον ύπνο μου
αντίκρισα τη μακρινή λαγνεία των αγγέλων σου,
στην αμμουδιά της σκέψης μου
γεύτηκα κύμα γλυκό απ’ όλες τις τοξίνες της αμαρτίας.
Στη σαρκώδη πυρά των χειλιών σου φλεγόμενος
ανέσυρα απ’ τα βάθη της φωτιάς
τους θησαυρούς, Βαβέλ, που πάντοτε φυλάς
για τα παλάτια των αγίων σου:


οξύ και φώσφορο και μέταλλο νύχτας
σκαμμένης ως το μυχό της από την αγωνία.
Υλικά που φτιάχνουν ακάνθινη την φωνή του εφιάλτη
και ματώνει με άηχο φως
η κραυγή του περάσματος του πάνω από την ψυχή σου.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ













ΨΥΧΟΓΡΑΜΜΑ  (2018)


ΙΣΩΣ



Ίσως τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο!
Είναι θέμα χημείας, μαθηματικών ή καλύτερα ποδοσφαίρου:
Ορθολογισμός τεχνοκράτη vs συναισθηματισμού αιθεροβάμονος 2-0.
Η ευαισθησία μου σκόραρε σε τρύπια δίχτυα,
έγινε σαπουνόφουσκα που έσπασε πιτσιλώντας τους γύρω
ματαιότητα.
Έμεινε ξεχασμένη σε ένα γραφείο,
σκονισμένη σ’ ένα συρτάρι,
η ψυχή μου


ΔΕΙΛΙΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ


Καθώς αναρριγούσαν τα φύλλα του γιασεμιού
μπλεγμένα στα μαλλιά μου
κι η βουκαμβίλια υποκλίνονταν
στο πέρασμα της όστριας,
οι αισθητήρες του κορμιού μου πάλλονταν,
ενώ τ’ αερικά του καλοκαιριού αναχωρούσαν
με μουσικές κι ευωδιές εξαίσιες
κάνοντας τη φύση να ανατριχιάζει,
το νου να ξαποσταίνει στις θύμισες
και τους ποιητές να ετοιμάζουν τις πένες τους
για το ατέλειωτο μαβί που θα ’ρθει...





ΚΟΚΚΙΝΟ


Κόκκινα απογεύματα
αντανακλάσεις του Άτλαντα
φωτίζουν την ψυχή μου
και κίτρινα μόρια Σαχάρας
δονούν τη σάρκα μου.

Σφυρίζει στ αυτιά μου
αέρας της ερήμου,
άτια των Βεδουίνων
που πλησιάζουν.

Μπλέκομαι σε μια δίνη
που με ρουφάει
σαν σε χορούς δερβίσηδων.
Γυρίζω, γυρίζω...
Πνίγομαι...
σε ομόκεντρους κύκλους
χαραγμένους με το διαβήτη της λογικής. 

Κι ο διαβήτης ανοίγει       
τρυπάει την Αφρική,
σβήνει τη μοναξιά των βουνών,
το βούισμα των οάσεων ,
το όνειρο...
και αφήνει πίσω του το επίπεδο (Ο, ρ)
που ορίζεται από τα ίχνη μου…   



ΨΕΜΑ


Χτενίζοντας με βότσαλα την κόμη της Βερενίκης
ένα αυγουστιάτικο βράδυ,
έριξα το βλέμμα μου πέρα από την ακύμαντη θάλασσα
στην φωτεινή αγαπημένη πόλη.
Προσπάθησα για λίγο να κρατήσω τη λάμψη της στα μάτια
και στην αναπνοή τα μόρια του αέρα που μας ενώνουν.
Άδικος κόπος!
Σκέψεις εισέρρευσαν λάθρα στις χοάνες του μυαλού.
Η πόλη ξέρασε πάνω μου το παραπλανητικό της φως,
ο ουρανός με φλόμωσε στα ψέματα
κι εσύ μου έκλεισες τα βλέφαρα
βαριά από τη ζέστη και την υγρασία
με το φιλί του Ιούδα.





ΟΝΕΙΡΟ


Άφησα και πάλι την πόρτα του ονείρου ανοιχτή
και μπήκες.
Τα μάτια μου γέμισαν καλοκαιριάτικους ήλιους.
Έτρεξες με ψεύτικη λαχτάρα να μ’ αγκαλιάσεις.
Κάτω από τα πόδια σου έτριξαν θρυμματισμένες σιωπές-
απόηχοι προδομένων ονείρων, απομεινάρια ματωμένων
συναισθημάτων.
Με κοίταξες με μάτια άπληστα, γέλασες σαρδόνια.
Πάντα ήθελες να κερδίζεις....
Φοβήθηκα.
Άρχισα να τρέχω ,
ίδια μαινάδα σε αχλή λογισμών.

Γιατί;
Αρκούσε απλά να βάλω σύρτη στην πόρτα του ονείρου...



ΜΟΝΑΞΙΑ


Ξεκίνησα για το ταξίδι

ανύποπτα.

Σκοτεινή η πόλη, γκρίζος ουρανός,

βροχή.

Έψαξα για πρόσωπα χαρούμενα ,

τίποτα.

Γέλασα και μίλησα μονάχη μου,
ντροπή!





ΚΙΤΡΙΝΟ ΦΥΛΛΟ


Σταμάτημα, ξεκίνημα,
κόρνες, ιδρώτας...
Ξαφνικά,
πάγωμα του χρόνου!
Σάστισμα στο βλέμμα!
Ένα κίτρινο φύλλο
πέφτει, πέφτει      
Αργοσαλεύει στο πρωινό
τεντώνεται νωχελικά,
βγάζει τη γλώσσα στους διαβάτες,
επιβάλλει το ρυθμό του.
Φθινόπωρο κίτρινο, κόκκινο
Μελιτζανί
απλώθηκε στην πόλη.
Παίζει με μας, παίζει με τα’ αγέρι
κι όμως δεν το προσέχει κανείς!
Ίδια τυφλοί προχωράμε με σκυμμένα κεφάλια
ψηλαφώντας τα χνάρια μας.
Δεν έχουμε κουράγια γι άλλα,
δεν έχουμε κουράγια για Ζωή.


ΜΕ ΤΟ π ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




Η Ποίηση φτιάχνεται με λέξεις. Η ομορφιά της είναι ότι με τη σύνθεσή τους σε ένα ποίημα αυτές αποκτούν τέτοια δυναμική, που ξεφεύγουν από αυτό, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα μοναδικό ταξίδι σε κόσμους άλλους, διαφορετικούς. Στη συγκεκριμένη δράση ως ομάδα προσπαθήσαμε ώστε οι λέξεις να μας ταξιδέψουν στον κόσμο της Τρίτης Ηλικίας για να κοινωνήσουμε από τη σοφία, την εμπειρία και την ανθρωπιά της, για να ενώσουμε το σταθερό μας χέρι με αυτό, που όσο αδύναμο ή τρεμάμενο κι αν είναι, εξακολουθεί να δίνει απλόχερα, να παίρνει, να επικοινωνεί, να διψάει για ζωή. Δηλώνουμε παρόντες, συμπαραστάτες, ενεργοί.
Το π της ποίησης εδώ, ξεκινώντας από π = 3,14 σαν λόγος της Περιφέρειας του κύκλου της Ζωής που κοντεύει να ολοκληρωθεί προς τη διάμετρο του Χρόνου της, σηκώνεται, ξεδιπλώνεται και γίνεται Π, περπατούρα, κινούμενο στήριγμα για όσους έχουν αστάθεια λόγω γήρατος, ώστε να μπορέσουν έστω για λίγο να ισορροπήσουν όρθιοι αλλά και να περπατήσουν, να κινηθούν σε έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο αγάπη, σεβασμό, κατανόηση και αποδοχή.
Το π γίνεται παλέτα για να ζωγραφίσουν τα όνειρά τους, γίνεται παγκάκι να ξαποστάσουν, ποτάμι να συνομιλήσουν με το νερό, παλμός να χαρούν, παπαρούνες και πανσέδες να βάλουν χρώμα στην καθημερινότητά τους, πάθος για μια ακόμα ανατολή του ήλιου.
Ναι, η Ποίηση έχει σαφώς και ρόλο κοινωνικό. Γι’ αυτό είμαστε εδώ.



Το κελί
[μια αφήγηση συνομιλεί με δώδεκα ποιητικές φωνές]



Αριάδνη


Ήταν εκεί
στον φυλλοβόλο χρόνο της ζωής της
Κάτω από τις γυμνές σταγόνες
που κρέμονταν στα κλαδιά
Με τα γκρίζα πουλιά
που ανασκάλευαν το χώμα
Υγρή σιωπή
Αλήθεια που της κλέψανε το άλφα
και τρέχει δίχως ρούχο
μες στους λαβύρινθους της μνήμης
Δίχως Αριάδνη

Ήμουν εκεί
Μάζεψα ένα ένα τα πεσμένα φύλλα
κι έφτιαξα ρούχο
το γυμνό δέρμα να σκεπάσω
Τα χέρια μου έκανα κλαδιά
για να σταθούνε τα πουλιά
Το μέτωπό μου ουρανό
να καθρεφτίζεται ο κόσμος
Πήρα απ’ το τόξο τ’ ουρανού
κι έγινα μνήμη των χρωμάτων
Και Αριάδνη που ξετυλίγει αργά
το μάλλινο κουβάρι του ήλιου.


Πλέον έχω ξεχάσει πώς ήμουν όταν μπήκα εδώ - ή μήπως δεν το θυμόμουν ποτέ; Οι μνήμες γυρίζουν σε μαιάνδρους στο μυαλό μου, τι ήταν πρώτο και τι κατοπινό, τι όρισε τι ή απλώς κάτι,  μάλλον απροσδιόριστο, και τι πέρασε χωρίς ν’ αφήσει ίχνος. Τα γεγονότα και τα πράγματα μπλέκονται στη σκέψη μου χωρίς να το καταλαβαίνω ή να το θέλω, υπακούουν στη δική τους
εσωτερική λογική σαν τα νήματα που δένονται κόμπους χωρίς να τ’ αγγίξει ανθρώπινο χέρι. Έχω, αλήθεια, πολύ χρόνο εδώ για να βάλω τις μνήμες μου σε τάξη, όμως όσο τις σκέφτομαι, τόσο αυτές διαλύονται η μία μέσα στην άλλη και φτιάχνουν αναχώματα στον νόμο της εμπειρίας και της ανάκλησής της.



Πατρικό σπίτι


Στη μητέρα μου

Είχε δυσκολευτεί ν’ αποφασίσει.
Προσπαθούσε να τους πείσει πως είχαν λάθος,
πως τίποτα το εγωιστικό δεν έκρυβε η άρνησή του.
Κάποτε σταμάτησε να αντιδρά.
Είδε ξανά τη μικρή γωνιά, δίπλα στο παράθυρο
με τ’ ανοιχτό βιβλίο.
Έσκυψε πάλι στη σανίδα,
που ξέφευγε από το παλιό χράμι
μαζί με το τρενάκι του.
Σύρθηκε στην αυλίτσα,
στρωμένη καραγκιόζηδες, στρατιωτάκια
και μικρές γυάλινες μπαλίτσες,
γυρεύοντας να σταθεί
μπροστά στη γλάστρα της μπιγκόνιας,
που πότιζε άλλοτε κρυφά
με το σπέρμα μιας δύσκολης εφηβείας.
Ξανάκουσε τα βροντερά βήματα στα πλακάκια της αυλής
και είδε τις σκιές
να παίρνουν με κλωτσιές τον πατέρα
για το μέρος που κανείς δε γίνεται να ξαναγυρίσει.
Τα έβλεπε όλα καθαρά.
Υπήρχαν μέσα του και γύρω του.
Τα πήρε μαζί του σαν έφυγε τότε,
με την εντύπωση πως να,
θα μπορεί να βρίσκει παντού
τεράστιες παχιές πολυθρόνες
στη σιγουριά μιας άλλης εποχής.
Βέβαιος γι’ αυτά που κρατούσε
τελικά συμφώνησε για τ’ αυτοκίνητο του γιου
και για το πιάνο της μικρούλας Ντόλης.
Από τότε όσα είχε κρατήσει έγιναν ασήκωτα.
Χωμένος τώρα στην παχιά πολυθρόνα
του καινούργιου σαλονιού,
υποβάλλεται αγόγγυστα σ’ ένα τεστ κοπώσεως,
που δε λέει να τελειώσει.


Ο χώρος μου είναι σαν σπίτι πατρικό, αφού πλέον αρνούμαι να θυμηθώ κάτι πριν από αυτό, είναι τα παιδικά μου χρόνια και τώρα τα στερνά μου, οι πρώτες και τελευταίες μου ημέρες και ώρες. Τα πάντα εδώ τα έζησα, είτε τα θυμάμαι πλέον είτε όχι, με κατατρέχουν θέλοντας και μη, είτε μου απέμειναν είτε παραπετάχτηκαν. Τα αντικείμενα γύρω μου, λιγοστά σαν στάχτες, έχουν το δικό τους παραμύθι να πουν, αληθινό ή ψεύτικο, κάποια μεταξύ τους αφηγούνται άλλες ιστορίες, και στο τέλος πάλι όλα μαζί. Αυτά τα αντικείμενα, ό,τι έχω και δεν έχω, είναι μέρος του σώματός μου.



Σωρεία λαθών


Μία στιγμή
Κι ακόμη μία
Κι άλλη μία στιγμή
Κι άλλη μία στιγμή περνά
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται στην άβυσσο
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται στην άβυσσο για πάντα.
Ο χρόνος σου έχει άπειρες στιγμές ψεύδονται γελώντας σε οι αισθήσεις.
Αμελητέα η ποσότης της αφαίρεσης, καγχάζει ο νους στην πλάνη του.

Κοντολογίς η αναζήτηση δικών σου αληθειών αμφιβολία ανώφελη.
Προτίμησες, λοιπόν, να συσσωρεύεις μέσα σου υπεραξίες στεάτων,
αταραξίας κεφάλαια, της αποχής σίγουρα κέρδη.
Και οι απώλειες κάθε ημέρας σωρηδόν
-πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός-
ώσπου κι εσύ να σωριαστείς
-αμελητέα η ποσότητα-
σ’ ένα σωρό από χώμα
Μια στιγμή.


Κάποιος πιθανόν να συλλογίζεται ότι έκανε σπουδαία πράγματα και μίλησε με περίφημους ανθρώπους. Παντού υπάρχουν τρόποι για τα σπουδαία πράγματα και συναντάς συχνά περίφημους ανθρώπους. Ίσως να έτυχε και σε μένα αυτή η περίσταση. Βέβαια, δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτά, γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Αν συνέβη, ήταν την εποχή που αναζητούσα κάποιο νόημα στις πράξεις και στα λόγια, όμως είτε τελικά όλα αυτά δεν είχαν σημασία είτε δεν έχει σημασία να αναζητώ κάποιο νόημα. Έψαχνα για το νόημα για να ξεφύγω απ’ την αφθαρσία της φθοράς, μέχρι που κατάλαβα ότι η φθορά ήταν το μόνο που είχε νόημα. Τώρα γυρίζοντας
πίσω, απολογιστικά, βλέπω μόνο μία σειρά φθορών. Κι αυτές, απ’ έξω αν τις δει κανείς, θα αντιληφθεί ότι δεν έχουν νόημα. Μόνο αν είσαι μέσα τους έχουν. Τότε είναι μέσα σου.


  

Αντί περιεχομένων


Η ομάδα ΝΗΜΑΤΑ ΜΝΗΜΗΣ σχεδίασε και παρουσιάζει το ποιητικό δρώμενο ΜΕ ΤΟ π ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, που σκοπεύει στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα που άπτονται προβλημάτων και παθήσεων της τρίτης ηλικίας, όπως η γεροντική άνοια, καθώς και των κοινωνικών προβλημάτων που οι συγκεκριμένες παθήσεις συνεπάγονται. Η λογοτεχνική παρέμβαση στοχεύει να λειτουργήσει ως συγκινησιακό ερέθισμα, που θα ευαισθητοποιήσει και πιθανόν να ενεργοποιήσει τους αποδέκτες σχετικά
με τα προβλήματα της τρίτης ηλικίας και τη φροντίδα που η κοινωνία οφείλει στους υπερήλικες.
Για τη δημιουργία του ποιητικού δρώμενου συντέθηκαν λογοτεχνικά κείμενα με θέμα: τρίτη ηλικία και χρόνος: παθήσεις, κοινωνικές επιπτώσεις και κατάλληλη φροντίδα. Τα κείμενα αυτά συγκεντρώθηκαν σε βιβλίο με τίτλο ΜΕ ΤΟ π ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ. Συντέθηκαν δώδεκα ποιητικά έργα και ένα διήγημα. Τα ποιητικά κείμενα εμφανίζουν στοιχεία διαφορετικών στιχουργικών τεχνοτροπιών: ομοιοκατάληκτος στίχος, ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ελεύθερος στίχος, σχηματοποίημα, σουρεαλιστικός τρόπος γραφής. Στο σχηματοποίημα «Σωρεία λαθών» γίνεται στιχουργική απόπειρα οπτικοποίησης του σωρείτη, είδους βραχυλογικού φιλοσοφικού συλλογισμού, τον οποίο πραγματεύτηκαν αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Το διήγημα «Το κελί» δημιουργήθηκε εκ των υστέρων και στοχεύει να συνομιλήσει κατ’ ιδίαν αλλά και συνολικά με τα δώδεκα ποιήματα του συλλογικού έργου χωρίς να χάνει την αυτονομία του. Κάθε παράγραφος
από τις δώδεκα του διηγήματος απευθύνεται ξεχωριστά σ’ ένα ποίημα, ενώ παράλληλα όλες μαζί αφηγούνται μία ιστορία. Στο συλλογικό έργο συμμετέχουν με τα έργα τους οι λογοτέχνες:
Διώνη Δημητριάδου: Είναι κι εκείνο το παιδί (γι’ αυτούς που η μνήμη ανάποδα μετράει)
Ξανθίππη Ζαχοπούλου: Αριάδνη
Αγγελική Ζερβαντωνάκη: Ως εμβληματική κατάληξη, μια ξερολιθιά (Ασκήσεις, εκδόσεις Δωδώνη, 2003)
Ματίνα Κ. Καρελιώτη: Υπόμνημα ζωής
Στάθης Κεφαλούρος: Τα τρία σημεία της αγάπης ή αλλιώς Οι τρεις ηλικίες
Χαράλαμπος Μαγουλάς: Το κελί
Αναστασία Ν. Μαργέτη: Σωρεία λαθών
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος: Πατρικό σπίτι
Θεοχάρης Παπαδόπουλος: Ο γέρος
Ηλίας Παπακωνσταντίνου: Τρίτη (;) ηλικία
Αντρέας Πολυκάρπου: Εκείνο το πρωινό
Φαίη Ρέμπελου: Ο κύκλος της ζωής
Γιώργος Ρούσκας: Άπνοια γεροντική

ΜΑΛΒΙΝΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ










πέτρες ανθισμένες  (2017)



ΠΕΤΡΕΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ


Μια πέτρα παλιά
Μια πέτρα καρδιά
Πέτρα η καρδιά
Ένα ηφαίστειο σβησμένο
Στα χέρια μου ανθισμένο
Πια δεν σε περιμένω...



      Απουσίες


ΦΥΓΗ


Έτσι όπως έφυγες
Πήρες μαζί σου
το καλοκαίρι
σκούπισες με το χέρι
το χρόνο και τη σπαργή.

Και είναι ώρες
που δεν γεμίζουν με τίποτα
και είναι χρόνοι
με κάτι εμμονές μονοσήμαντες
που σε κάνουν να ονειρεύεσαι.

Ξέρεις, τα βιβόρνα άνθισαν
τα παιδιά μεγάλωσαν
κι εγώ παρατηρητής
από απόσταση,
που ορίζουν άλλοι.

Δουλεύοντας τους στίχους
πιάνω απόηχους και ήχους
αλλοτινών εποχών.
Με ένα φακό μαγικό
άλλοτε μεγαλώνω κι άλλοτε,
μικραίνω τις διαστάσεις.

Ξεδιπλώνω χαρτάκια
που δίπλωνα μια ζωή
με σένα ή χωρίς
που δεν τα ξέρει κανείς,
μόνο η βασίλισσα του παραμυθιού!

Το φάρμακο κάθε πρωί
και μιά βαθιά αναπνοή
ένας καφές, παρηγοριά
και λίγες μπουκίτσες ψωμί
στην κίσσα του δάσους
που μου κάνει συντροφιά.



      Της θάλασσας


TO ΜΠΛΕ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Ήταν μπλε
Τόσο πολύ μπλε η θάλασσα
Σα μεγάλη καρδιά
Ούτε που φάνηκε
το μελάνι που άφησε
το καλαμάρι
Μόνο το κύμα ξέρασε στην άμμο
ένα μαύρο φρύδι
Χωρίς οφθαλμό
Χωρίς όραση
Τεντωμένο τόξο
Χωρίς βέλος
Και τώρα;
Ποιος θα δει το καράβι
Που έρχεται...



      Φωτοσκιάσεις


ΤΟ ΦΩΣ


Οι πρωινές ηλιαχτίδες,
ξεγλιστρούν βιαστικές
στο κατηφορικό μονοπάτι.
Ερωτοτροπούν με τους βράχους
τους δακρυσμένους
απ’ την αρμύρα.
Το φως αποκαλύπτεται
κι αφήνει να ξεχυθούν
όλα τα χρώματά του!
Κι εμείς
που πήγαμε να συλλέξουμε
τους πικρούς καρπούς
της καπαριάς,
αθέλητα ηδονοβλεψίες,
μείναμε άναυδοι
σ’ αυτή την Αποκάλυψη!
Αναρωτιόμασταν
Αν το φως ντύθηκε
τα χρώματά του,
ή γδύθηκε
και μας άφησε
να απολαύσουμε
τη γύμνια του!
Λίγα λεπτά
κράτησε το όνειρο!
Οι ακτίνες
άλλαξαν πορεία
τα χρώματα
χάθηκαν...
Κι εμείς
γεμίσαμε το καλαθάκι
με κάπαρες και καπαρόφυλλα.
Και μείναμε με την πίκρα
που χάσαμε το φως!



Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ


Εκεί τριών τεσσάρων χρόνων
την ανακάλυψα
Και τη φοβόμουνα, που απρόσκλητη
στα πόδια μου μπερδεύονταν
Μια να με ακολουθεί
μια να με ξεπερνάει
μια να μου γνέφει αριστερά
μια να μου γνέφει δεξιά.
Η σκιά μου.
Καθώς το βηματισμό μου
τάχυνα στη ζωή
κατάλαβα ότι πίσω από τη σκιά
κάποιος κρύβεται καλά
Σήκωνα τα χέρια ψηλά
δοξαστικά
Έφτιαχνα μια δυνατή σκούρα σκιά
κι ύστερα κοίταζα ψηλά
τη μετατόπιζα, λευκή, τρανή
στον ουρανό της νύχτας
θαρρώντας πως τη νίκησα.
Όταν στα τρία άρχισα να περπατώ
νά τη μπροστά μου
και φοβήθηκα
μη το ραβδί μού πάρει.
Σήκωνα το μπαστούνι μου ψηλά,
να τη ραβδίσω.
Το ίδιο μου ’κάνε ξεδιάντροπα
κι αυτή.
Πότε θα απαλλαχτώ από σένα
Νεύριασα, αγανάκτησα.
Σε λίγο... μου απαντά.
Τώρα που κοιτώ από ψηλά
ξέρω Τι είναι σκιά!
……………………………

Σκιά είναι η ζωή
σαν πίσω της κρύβεται
μια φωτεινή πηγή.




      Ρήματα


ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ


Επιστρέφω
βρίσκω πάλι
Τις μικρές μου
συνήθειες
Ακουμπώ τον
Πικρό μου καφέ
στο μπαλκόνι
Ξεκινάω να δένω
τα νήματα,
που χαλάρωσαν
ζώντας στην πόλη!
Τη μεγάλη παρέα θα βρω
Στου NAVAL την έξω γωνιά
καθισμένη
να μετρά απουσίες...
Τάσος Γιάννης Γιώργος και Έφη.
  



      Του καιρού 


ΘΕΡΙΝΗ ΡΑΣΤΩΝΗ


Πρωινό του καύσωνα
Τζιτζίκια που κουφαίνουν
Αφήνω το νερό να κελαρύζει
στη βεράντα
Απολαμβάνω έναν καφέ
και το ότι,
“Δεν έχω τίποτα να κάνω”
Ακούω το “ο sole Μίο”
Ω! Sole!
Μϊο, δεν θα γίνεις ποτέ...
Κτητικό ακούγεται
Θέλω απλώς να υπάρχεις
Να σε ανασύρω
Όποτε θέλω,
στη μνήμη
στα όνειρα!
Ο υδράργυρος ανεβαίνει
Μια έκτακτη συστολή
με τρομάζει...
Αυτή η ζέστη...




      Περί έρωτος


Η ΦΩΤΙΑ


Δε λέει να σβήσει αυτή η φωτιά
Στο τζάκι
Αργοκαίει το κούτσουρο
Μέσα στη στάχτη.
Δες ζέστη που στέλνει στην κάμαρη
Της ψυχής
Βγάλε το γκρίζο ρούχο κι απίθωσέ το
Καταγής
Θα σ’ αγκαλιάσω σφιχτά
Μη φοβηθείς
τραγούδι θα σου ψιθυρίσω
Να ευχαριστηθείς
Υπόσχεση θα σου δώσω
Να τη δεχτείς.
Καρπούς γλυκούς θα σε κεράσω
Να γλυκαθείς
Τα ποτήρια με παλιό κρασί θα γεμίσω
Να ευχηθείς
Σε περιμένω με αγωνία
Μην αργείς.




      Ιορδανία

         

ΝΕΚΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑ


Νεκρά θάλασσα.
Είμαι εδώ, κοντά σου
Απάνω σου!
Οριζοντιωμένη ανάσκελα,
να βλέπω τα σύννεφα!
Νεκρά θάλασσα... όπως
Νεκρός, νεκροφόρα, νεκροταφείο,
νεκρική πομπή, νεκρώσιμοι ψαλμοί,
νεκρική σιγή...
Καταστάσεις ανεξέλεγκτες, με διάρκεια.
Είπες:
- ανάσκελα, διαβάζεις εφημερίδα.
Βουτιά να μη κάμεις.
Εφημερίδα; Αποτολμώ τη βουτιά!
Βυθίζομαι παράξενα,
στροβιλίζομαι έκκεντρα από τον άξονά μου.
Το κέντρο βάρους του σώματός μου,
σε συνεχή αχαλίνωτη μετατόπιση.
Μετεωρίζομαι.
Μετά από αλλόκοτες περιδινήσεις,
η Νεκρά θάλασσα με ξερνά...
Αναδύομαι...
Τσούζουν τα μάτια,
από την απόλυτη αρμύρα.
Τρέχουν δάκρυα!
Πρώτη φορά που είναι γλυκά,
μπροστά στην τόση αλατότητα,
αυτής της άγονης θάλασσας!
Αναδύθηκα!
Εξαγνίστηκα!




ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

 

ΑΚΟΥΩ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ


Κρατώ το καπέλο
Σήμερα που φυσά δυνατά
Το καπέλο κρατώ γερά
Άνεμος μη το πάρει
Και τί θα κάνω
Σαν  φανούν  τ’   ασπρισμένα μαλλιά
Άνεμος δυνατός παρασύρει
Βλέπω έρχεσαι
Ξαφνικά κι απρόσμενα
Μα πάλι χάνεσαι
Ακούω παφλασμό στο κύμα
Στο παιχνίδισμα των νερών
σταγόνας υπόσχεση
Ακούω γέλιο
Στη ριπή του ανέμου χάνεται
Ακούω παράπονο
Ανεμοδαρμένο φύλλο
Στα δυό βήματα χάνεσαι
Πώς φυσά έτσι δυνατά
Το καπέλο το καπέλο κρατώ
Μη και ο αέρας το πάρει
Και φανούν τ’  ασπρισμένα μαλλιά
Ξεκίνησα κάπου να πάω
Κάποια συνάντηση
Δεν θυμάμαι με ποιον
Δεν θυμάμαι πού
Φυσά άνεμος δυνατός
Ακούω τον άνεμο
Το καπέλο κρατώ γερά
Γιατί εκεί που πηγαίνω
Μα πού πηγαίνω
Πρέπει να προσέχω
Μη και φανούν τ’  ασπρισμένα μαλλιά




ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ


Τα ποιήματα φωλιάζουν
σε στιγμές ακατάληπτες
μικρών ωρών
Όπως οι αγρυπνίες στα μοναστήρια
Κερί και μετάνοια
Όρθρος και λιβάνι
Ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο
ονείρωξη και ενοχή
Συναξάρι και να μετράς κόμπους
Πόσους κόμπους έχει το κομποσκοίνι
Κάποια στιγμή τελειώνουν οι αναπνοές
Φτου κι απ´την αρχή
Μετουσίωση ενορμήσεων
πλανεύτρας προσέγγισης
Πρέπει να δημιουργήσεις
μια Παναγιά ή ένα Χριστό
Που ποτέ δεν θα αγγίξεις
Αλλά πάντα κάπου υπάρχει!
Τη λένε Μούσσα, Θεό, ίσως τρέλα
Αν το κατονομάσεις
Αν το προσδιορίσεις
το λιγοστεύεις και το προδίδεις
ή και το χάνεις
Ποίηση είναι εκφόρτηση της
υπερφόρτησης των νευρώνων
Διαδικασία παιδέματος του νου
Που δεν αντιγράφει
Μόνο διηγείται την αλήθεια
Αποκαίδια συναισθημάτων
Αλκαλική τοξική μπαταρία
Που δίνει φως!