ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ


Το Ανθολόγιο Ποιημάτων της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, αποτελεί το πρώτο εγχείρημα συλλογικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας, έκφρασης και πειραματισμού, αποτυπωμένο στις σελίδες του εν λόγω έργου. Τα ποιήματα και τα πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στις σελίδες του, επιχειρούν να διαπραγματευτούν ζητήματα της ανθρώπινης φύσης, όπως ο έρωτας και ο πόνος της απώλειας, με τρόπο μη-ορθολογικό. Ένας αντι-ορθολογισμός ο οποίος υπηρετεί την ελευθερία της έκφρασης υποτάσσοντας στην αυτονομία των λέξεων τη δύναμη των εικόνων και των νοημάτων. Τα μέλη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης συστήνονται στο αναγνωστικό κοινό σε ποιητική βάση, με τρόπο που αναδεικνύει τις ευαισθησίες και τις ιδιαίτερες ορμές του λόγου τη στιγμή κατά την οποία ο τελευταίος μετατρέπεται σε εργαλείο ολικής έκφρασης, χωρίς περιορισμούς και κανονιστικές φόρμες. Το μόνο μέτρο το οποίο αποδεχόμαστε είναι ο Άνθρωπος.





ΑΝΤΙΣΤΙΚΣΕΙΣ  (2018)


Ανθολογία ποιημάτων
Υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσσαλονίκης



ΠΟΙΗΜΑΤΑ


  ANTΩΝΗΣ  ΧΑΡΙΣΤΟΣ


 ΤΟ ΛΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ


Αγκάλιασα την πυρακτωμένη εξάτμιση της μηχανής
και καθώς έλιωνε η σάρκα μου κι έσταζαν τα αιμοπετάλια
στις, ασφυκτικά γεμάτες, φιάλες με το λευκό κρασί
ενεργοποιήθηκε ο λαμπτήρας ατμοκίνητου οδοστρωτήρα
παρασέρνοντας στο άγγιγμα του

πλαστικά ρούχα που ξέμειναν κρεμασμένα
στις σιδερένιες βιβλιοθήκες των Ακαδημιών.

Σερνόμουν στις μύτες των ματιών
να αποφύγω το λάλημα του Έκτορα
καθώς ανέβαινε με ζήλο
ξύλινες σκάλες της μακαριότητας

στρέφοντας τα δάκτυλα των ποδιών
στο ύψος της φαντασίας του,
μετρώντας τον πόνο, εγκεφαλικών άκρων, σε λίμπρες οξυγόνου.

Εσωστρεφής ναυτία με ζάλισε
την ώρα που έστυβα το γαλάζιο του ουρανού
να ξεριζώσω, με υγρή διαίσθηση,
το φορτίο των ανθρώπων που συνάντησα.



   ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΣΑΚΙΟΪΛΗ



ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ


Προς τιμήν του Ανδρέα Εμπειρικού

Ασθμαίνοντας τον παράδεισο,
περιπλανήθηκα ανάμεσα στα μαργαριτάρια.
Τρεις γουλιές
σε μια άβυσσο ακαταλαβίστικη.
Ένας ήλιος αδειάζει τα σπλάχνα του,
ένα φεγγάρι ποτίζει με ιδρώτα το «γιατί».
Χτυπώ την πόρτα της φωλιάς,
στολισμένη με την αλμύρα της απόγνωσης.
Η κιμωλία να λιώνει στον βούρκο.
Ποιος να ναι;
Μάτση και Αντρέας.
Δρόμος μακρύς.
Δεν μιλώ.
Σαστισμένη γκρι οπτασία.
Ηλεκτρισμένα ακροδάχτυλα
ξεβράζουν τον θυμό.
Ταξιδεύουν τα ρολόγια.
Καμιά επιείκεια.
Σχίζω τις σάρκες μου.
Γραπώνομαι από τη μπελαντόνα των μαλλιών.
Ακροβατώ στη σπηλιά του ονείρου.
Φεύγω ή μένω;
Η ανέμη πάντα να με θαλασσοδέρνει 



   ΑΡΓΥΡΗΣ ΦΥΤΑΚΗΣ



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ II


Να αρχίζεις τη ζωή σου με το τίποτα.
Να τελειώνεις τον καφέ σου με το πρέπει.
Να ανοίγεις το φως με το διακόπτη προς τα μέσα.
Να κλείνεις τα παράθυρα τη μέρα.
Να φεύγεις χωρίς να παίρνεις τα κλειδιά.
Σφάλισε τώρα τις πόρτες.
Σφάλισε και τα παράθυρα.
Και φύγε μέσα από τους άσπρους στίχους.
Βάλε το πόδι επάνω στις πατημασιές των άλλων.
Μέτρα τις διαφορές.
Πάρε το μαχαίρι από τη τσέπη.
Τράβα το ψηλά στο φως.
Και κάρφωσε την άφρα των κυμάτων.
Κράτα το εκεί.
Εκεί μέχρι να τρέξει αίμα.



   ΣΙΣΥ ΜΠΑΖΙΑΝΑ



ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΩΝΙΑ


Μύτες
Αιχμηρές άκρες παντού
Τοπίο γκρι σε μαύρο φόντο
Γωνίες σαν καρφίτσες

Και ‘γω μπαλόνι.
Κόκκινο

Αλίμονο
Πόσα στενά πόσοι δρόμοι
Όλα γωνίες απειλητικά περιμένουν
Στον πλανήτη τους
Που είναι γεμάτος γωνίες
Στην άκρη του σύμπαντος
Πόνος και θλίψη γωνία
Εύκολο να χαθεί ο ταξιδιώτης
Αν πέσεις στη γωνία αποκτάς και συ γωνίες
Τετράγωνα, τρίγωνα, ορθογώνια
Όλα γωνίες

Και ‘γω μπαλόνι.
Κόκκινο

Αλίμονο



   ΜΑΡΙΑ ΜΠΟΥΡΜΑ



ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ


Στον Αντρέ Μπρετόν

Ψάχνω το φως που κρύβεται
Πίσω από τις χαραμάδες
Το φως που κλέβει τα χρώματα
Απ’ τις βιτρό συνθέσεις
Των τζαμιών στις εκκλησίες
Το φως απ’ τον σπασμένο σηματοδότη
Στην τελευταία διασταύρωση
Το φως του σκονισμένου
Πίσω φλας αυτοκινήτου
Το φως που βγάζει το κερί
Που ’χεις ξεχάσει ν’ ανάψεις μέσα σου



   ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ



ΠΡΩΙΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Πορτοκαλί φως εκπέμπουν τα φρούτα
πάνω στην αναπνοή της πόλης
και πράσινοι καημοί ρίχνονται
σε παράθυρα πολυκατοικιών
ανάμεσα στις κεραμοσκεπές

Ριζώνουν κισσοί στη θύμηση
παρελθοντικής απραξίας
και τα βραδινά όνειρα
ακουμπούν δάκρυα
νεφελόστακτων συνειδήσεων

Μεσημβρινά χαμόγελα σμιλεύουν
τη λύπη που ανοίχτηκε στον ουρανό,
σφυρηλατώντας την με ηλιακά κύτταρα
και δένοντάς την σε λιμάνια κορυφογραμμών



   ΕΛΕΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗ



ΓΙΑ ΜΙΑ ΛΩΡΙΔΑ ΣΑΡΚΑΣ


                       προς τιμήν του Νίκου Εγγονόπουλου

Είναι μια σκάλα ρημαγμένη
στη μαύρη ράχη της σελήνης..
Κι εκείνος καθισμένος σιωπηλά στο πιο παλιό της σκαλοπάτι
μαζεύει - χούφτα τη χούφτα -
ροκανίδια από κορμιά παγωμένων αστεριών.
Κάποιος ανόητος τυφλός
κάποιος δειλός, χορταριασμένος
μάδησε, όσο - όσο το χρυσαφένιο φόρεμά τους
για μια λωρίδα σάρκας
ή δυο χείλη ξεραμένα στης πείνας τη λιακάδα.
Κι εκείνος πάντα καθισμένος, πάντα σιωπηλός
τα πλέκει πάλι απ’ την αρχή
με χρώματα και στίχους για τα λευκά σανδάλια της
Σώματα όλο δάχτυλα, όλο παλάμες τρυφερές
δώρο σ’ έναν κομήτη που περνά
ξένος στα μάτια των πολλών, δίδυμος εαυτός του
Απ’ την ουρά του να πιαστούν
Κι αν είναι τυχερός, για μια στιγμή
να κρεμαστεί λατρευτικά
Απ’ τη ραφή στην άκρη των ματιών της.




ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΑΛΑΛΗ ΗΧΩ


Τρία νεκρά δάκτυλα του ποδιού
να μαρτυράνε το απόστημα
που έσπασε σε γυάλινα θρύψαλα
καθώς άγγιζα τις θύελλες μιας ανεμώνης
στο διάβα της ξερολιθιάς.

Τα δάκρυα μου στέγνωσαν
καθώς πνιγόμουν
χίλια μιλιά μακριά
στους πρόποδες του αχανούς
αιώνιου κήτους
που έτρεμε ολόκληρο
ανυπομονώντας.

Η φύση τρέχει να προλάβει
Την άτακτη φυγή της αμαρτίας
Με βάρκα σάπια
από λιμάνι άλαλο.

Και πριν χαράξει η ελπίδα
η αγωνία ξεχείλιζε
στα μαύρα πιθάρια της απρόοπτης ηδονής
καθώς οι αλέκτορες χαιρέτιζαν τη λήθη.


Κραυγαλέα σιωπή
που αφρίζει
σ’ ένα κουφάρι συναισθημάτων.
Ο κόρακας είμαι εγώ.



Με σειρά καταγραφής

Αντώνης Χαριστός
Αργυρής Φυτάκης
Σίσσυ Μπαζιάνα
Σταύρος Παπαγιάννης
Νατάσα Χασάκιοϊλη


      

 

ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ/ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


 

   ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΓΚΟΓΚΙΔΗ

 

ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Η  αθωότητα του χρόνου είναι η πιο ένοχη άγνοια του ανθρώπου. Προσπαθούμε να τον αγγίξουμε, να τον φέρουμε στα μέτρα μας, μη σκεπτόμενοι τις δηλητηριώδεις ουσίες του μανδύα αυτού. Την ασφυκτική προστασία που μάς προσφέρει, αν τυχόν περισσεύει ύφασμα για να μάς καλύψει.
     Ο χρόνος είναι σαν τα σπουργίτια. Κανείς δε βλέπει πότε
ξυπνούν, δεν γνωρίζει αν κοιμούνται, αλλά και το σπίτι τους είναι μια φαντασία πλανεύτρα, κάτι σα καμβάδες. Αλλάζει τόπους και στιγμές. Αλλάζει ανθρώπους και διαιωνίζει τους φόβους. Όλα κινούνται πάνω σε νήματα απροσδιόριστα, φτερουγίζουν μέσα σε στομάχια ανεξερεύνητα και όξινα. Στο πέταγμα του απορείς αναζητώντας την πρότερη θαλπωρή στα μάτια της ελπίδας.
     Τα σπουργίτια επισκέπτονται κάθε πρωί και διαφορετικό μπαλκόνι, πατούν στις ζωές ανθρώπων —άλλοτε παράξενων και άλλοτε υποταγμένων— παραβιάζουν την ιδιωτικότητά τους και είναι οι μοναδικοί καλοδεχούμενοι κλέφτες.
     Κάποιος τους είπε: « Σας εμπιστεύομαι τα κλειδιά» Εισβάλλουν όποτε το έχουν ανάγκη ή και όποτε δεν έχουν με τίποτε άλλο να ασχοληθούν. Μια επιθυμία ράθυμη. Σκαλίζουν χώματα περιποιημένα και νοσταλγικά για όσους γνώρισαν κάποια κατάκτηση. Χθες μαγάρισαν ακόμη ένα λουλούδι. Ένα νεαρό,
άγουρο λουλούδι.
     Φέρνουν τα νέα αγνώστων σε άγνωστους, τα τραγουδούν ρυθμικά, ακόμα και η οδύνη γίνεται ένα έπος που απαγγέλει κάποιος αοιδός. Ποτέ κανείς δε θυμάται να επαναλάβει τους στίχους τους με ακρίβεια. Κάπου πλανιούνται, αλλά δεν είναι ορατοί, τα βλέφαρά μας τους κρύβουν. Η καλημέρα τους γλυκιά, δίνει μια αίσθηση ανανέωσης στα γερασμένα δέρματα. Ανατέλλουν
τη δημιουργικότητα. Ασυναίσθητα, στις νυχτερινές απολήξεις ακούγεται δειλά-δειλά σα να πρόκειται για κάποιο μυστικό. Σιγά σιγά δυναμώνει, δυναμώνουν και τα δευτερόλεπτα που περνούν. Φτερούγισμα ψυχρό και θορυβώδες. Φρικτό σαν σπαρακτικό φονικό μιας άγριας αγέλης.
     Το πρώτο βήμα είναι και το πιο δυνατό χτύπημα του χρόνου.
Τα σπουργίτια πληθαίνουν. Ο ήχος γίνεται ακόμα πιο έντονος και ξαφνικά ο ουρανός έχει στείλει μια παιδική χαρά γεμάτη πνοή και έρωτα. Ενθουσιασμός και αθωότητα κατακλύζουν τον χώρο, μια αφροσύνη αντίστοιχη με εκείνη των πετούμενων γλάρων τα ξημερώματα. Οι γλάστρες, σαν άλλες ρομαντικές φυλακές φιλοξενούν το πιο ερωτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα.
Η αίσθηση θυμίζει νίκη για τη ζωή και απομάκρυνση από κάθε τι δεινό. Από μέσα τους ξεπηδούν χαριτωμένοι και πολλά υποσχόμενοι σπόροι, σχεδόν ατσάλινοι, στιλπνοί στη φωτεινότητά τους. Τα σπουργίτια τους αρπάζουν, τους ξεριζώνουν, μα η γλυκιά τους χροιά συγκαλύπτει το βασανιστήριο. Τους ξεσκίζουν τραγουδώντας και χορεύοντας μέσα σε μια ιερή έκσταση που
θυμίζει ειρωνεία. Ένα θέατρο του παραλόγου.
Και ο χρόνος;
     Ο χρόνος στη γωνιά του μπαλκονιού κοιτάζει χαιρέκακα.
     Έχει εκτελέσει για ακόμα μια φορά το έργο του. Σιωπηλά. Αυτή είναι η μεγαλύτερή του επιτυχία. Δίχως να τον καταλάβει κανείς.
     Δίχως να αφήσει ούτε ένα ίχνος.
     Τα σπουργίτια φεύγουν.
     Μα θα ξανάρθουν.
     Κάθε μέρα και σε άλλο μπαλκόνι.
     Κάθε μέρα και ακόμα θυσία.
     Γέλιο χαιρέκακο.


   ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΣΑΚΙΟΪΛΗ


LITHIUM


Άνθισε η σφαίρα σου στα σπλάχνα μου και υποδόρια βαλμένο το όπλο. Σε ετοιμότητα. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι συμβαίνει εκεί επάνω, στ’ αριστερά του στέρνου.

Άφησες, μήπως, κάποιο μπουκάλι αιθέρα;

Έσκαψες;

Φύτεψες καμιά έχιδνα;

Χειμώνας ήταν, πέρυσι, που είχες αφήσει έναν κίτρινο βολβό στο στομάχι μου και δίπλα ένα παυσίπονο και lithium. Φόρεσες και μια λευκή ποδιά με δυο τρύπες ανάμεσα στα πλευρά και σφύριζε το δηλητήριο του εγωισμού. Ακολούθησα τη θεραπεία σου. Κατέληξα με ίκτερο στη μασχάλη που έβαζες το κεφάλι σου το πρωί, πριν τη δουλειά. Τότε που χρειαζόσουν το χάδι
μου στο μέτωπο του μυαλού σου και το φιλί μου στα χαραγμένα πρίσματα που είχες για μάτια.
     Από το παράθυρο της παλάμης βλέπω τον ορίζοντα κι ένα βότσαλο ταράζει τη λίμνη της πραγματικότητας. Βλέπω στ’ αλήθεια ή έχω φορέσει τους αγαπημένους μου μεγεθυντικούς φακούς; Ξέρεις, εκείνους τους πολύχρωμους, που κάνουν τα πουλιά των ματιών μου να παρατηρούν τη μαυρίλα σου, την αριστοτεχνικά κρυμμένη στους φαρμακερούς φθόγγους.
     Νύχτωσε. Τί καλά! Βγαίνω στο μπαλκόνι της ψυχής. Αγναντεύοντας, βλέπω ένα κοράκι με μεμβράνη αίματος και δύο δάκρυα τσιμέντου. Θέλω να το φιλήσω. Έρχεται και μπήγει τα ξύλινα νύχια του στον δεξιό σωλήνα του χεριού. “Χρειάζεται στήριγμα”, σκέφτομαι. Με τη βελόνα του ράμφους, χαράζει στο στήθος μου ένα γράμμα —πάντα το ίδιο γράμμα—, ενώ με το φτερό μού προσφέρει σταφύλι γαλάζιο. Συγκινούμαι και του δίνω να πιει από τα μάτια μου σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Γυρνά το κεφάλι, με κοιτάζει λοξά και χάνεται στον γκρίζο παράδεισο.

Πλέον, εύχομαι να ξημερώσει γρήγορα.



ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



   ΡΟΓΗΡΟΣ ΔΕΞΤΕΡ



ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (Δ’)


Αμέτρητες φορές μού πέταξαν πέτρες
Για να σπαράξει το μικρό παιδί
Που χρόνια τώρα παίζει κρυφτό
Μες στην ψυχή μου με το θάνατο·
Θα μπορούσα να φτιάξω ένα ξωκλήσι
Θα μπορούσα να χτίσω έναν τοίχο
Μια σκοτεινή κρύπτη
Όπου να καταχωνιαστούμε εγώ και τα λάθη μου
Ή μήπως να ετοιμάσω τις πιο αιματηρές εξεγέρσεις
Τις πιο δόλιες συνωμοσίες
Να υπονομεύσω τα σχέδια των τυράννων
Να βγω μπροστά στους μεγάλους ξεσηκωμούς
Των φτωχών και των αδικημένων
Να κόψω τη γλώσσα μου και να τη φτύσω
Στο πρόσωπο τού ξένου δυνάστη·
Αλλά όπως το συνηθίζουν οι δειλοί
Και οι πτωχοί τω σώματι
Κρύβομαι πίσω από ένα φτωχό τραγούδι
Εκεί ψιθυρίζω αντί να φωνάζω
Εκεί δαγκώνω λόγια σαν πνιγμένες κραυγές
Που τον αντίλαλό τους
Δε θ’ αφουγκραστεί κανείς εις τους αιώνες
Θαμμένος όπως είμαι
Μέσα σ’ αυτό το καταφύγιο
Βαθιά κάτω από τόσες αναμνήσεις.




   ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΓΙΩΤΗ



ΠΛΕΞΗ ΑΝΑΠΟΔΗ


Είμαι εδώ,
διαβάζω το αποτύπωμα της ερωτικής αποπλάνησης
που κόλλησε στις κλωστές,
τυλιγμένες ανάποδη,
από λεπτό νέγρικο χέρι
κάπου στην Αφρική.
Τα δάχτυλα διπλώνουν,
ξετρυπώνουν και μπερδεύουν,
πλέξη του φθινοπώρου
σε περιβόλι με ψηλούς θάμνους.

Παραιτήθηκα.

Μόνο στάθηκα τις θωριές ν’ ακούσω.
Ο ρυθμός είναι άλογο
κάτω από τον ακούσιο θόρυβο της υστέρας,
θέση χειροκροτήματος με ηχώ,
στο βράχο που τυραννήθηκαν οι θεοί
γιατί σου έδωσαν δώρα, νου και λόγο
να μεταβάλλεις την ορμήνια
του πάθους
σε ποίηση.



   ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ



ΝΕΑΡΟΙ ΣΕ ΚΕΛΙ

πιάσε το φτυάρι
κράτα το τέμπο
πάμε για ολόκληρο σάουντρακ
με αυτό το ρυθμό
θα βγούμε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Αυστραλίας
αν και όταν βγούμε από εδώ
φοβάμαι πως τα πρόσωπα μας δεν θα είναι ίδια
ούτε προφίλ ούτε ανφάς
δεν θα είμαστε εικόνα από το μέλλον
ούτε κλεισμένοι στα γήπεδα
θα είμαστε κυνηγημένοι καουμπόηδες
που θα υποφέρουν από την νόσο της απέραντης νιότης.





ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Η Υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσσαλονίκης συγκροτήθηκε τον Ιούνιο του 2018. Στόχος της, όχι η αντιγραφή της ιστορίας και η αναπαραγωγή των δεδομένων αυτής αλλά η επεξεργασία των θέσεων του δομημένου υπερρεαλισμού και της ελευθερωμένης έκφρασης.
Με αφετηρία τον υπερρεαλισμό επιχειρείται η ανάγνωση της ιστορίας, λογοτεχνίας και τεχνών, ελληνικής και ευρωπαϊκής, με τρόπο κατά τον οποίο ο Άνθρωπος καθίσταται το επίκεντρο της οπτικής της, χωρίς περιορισμούς και εκ των προτέρων καθετοποιημένες «αλήθειες». Στις θεματικές
επιλογές της Ομάδας εντάσσονται ζητήματα που άπτονται τόσο του υπερρεαλιστικού ρεύματος όσο αυτών του ρομαντισμού και του συμβολισμού στην ποίηση, τη λογοτεχνία και τις τέχνες. 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ







ΨΩΜΙ  (2017)



ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ


ΣΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΑΝ ΠΟΛΥ στο εύρος της ζωής σου όλα εκείνα που δεν κατάφερες να κρατήσεις στα χέρια όταν  ήσουνα μικρός.
     Τότε, που δεν σε άφηνε η μάνα σου να τραβήξεις την πλούσια χαίτη της. Στα τρία σου, που το κερί στην παράγκα και το γκαζάκι που μαγειρεύατε έκαιγαν κι έβγαζαν το πιο όμορφο του κόσμου, μα έτσουζε όποτε πλησίαζες το δακτυλάκι δειλά, και πόναγες και τράβαγες το χέρι μακριά -κάθε φορά
ωσότου μάθεις να μη σιμώνεις. Που βίαια σου άρπαζε τα σπίρτα από το χέρι ο πατέρας κάθε φορά που τα ανακάλυπτες στη νέα κρυψώνα.
     Κι άλλοτε, που όποτε έτρεχες με φόρα να μπεις στο αντίσκηνο,
ούρλιαζε υστερικά η μάνα σου, κι ας μην είχες ποτέ κάνει ούτε μια ζημιά.
     Το άδικο αυτής της συνεχούς άρνησης το ένιωθες να σε πλακώνει
και δεν ήξερες τι να κάνεις. Τα χέρια σου ήθελαν να αρπάζουν και να περιεργάζονται πράγματα. Ήταν το φυσικότερο ένστικτο.  Και σου το στερούσαν. Γιατί σε πήρανε και φύγανε  από τη χώρα σας στα δυο σου χρόνια και σε τρέχανε από τόπο σε τόπο. Και δεν σε άφηναν τίποτα να αγγίξεις, όπου και να στεριώνατε για λίγο, σε έναν καταυλισμό, ή απόμερα σε κάποιο
ετοιμόρροπο γιαπί. Σε όποιο σχολείο και να σε βάζανε προσωρινά, αισθανόσουν το μίσος μέχρι το μεδούλι, ούτε τα μάτια σου μπορούσες να κρατάς στο ύψος τους. Και κάθε μέρα όταν επέστρεφες στον καταυλισμό, ολοένα σε έδιωχνε ο πατέρας  σου από καθετί, λες και τίποτα δεν σας ανήκε. Ό,τι κι αν σας δίνανε, εκείνος σ’ το έκανε να μοιάζει δανεικό. Ήταν ο πρώτος που σε έκανε να νιώθεις ξένος. Και καπάκι από πάνω σε όλη αυτή την απομόνωσή σου, ήταν και η μάνα σου που κάθε σούρουπο, πριν πας για ύπνο, σου έλεγε θλιμμένα, μα θαρρετά: «Έλα να προχωρήσουμε, θα βρούμε κάπου καλύτερα». Μισούσες το φευγιό αυτό. Αυτό το συνεχές τρέξιμο από τον
έναν γυάλινο τόπο στον άλλον, όπου τίποτα δεν μπορούσες να κρατήσεις. Τα μίσησες όλα. Και πάνω από όλα αυτούς.
     Η περιπλάνησή σου δεν σταμάτησε ποτέ. Μόνος πια, μια μέρα κρύφτηκες σε ένα τρένο που διέσχιζε τα χιόνια και έφτασες σε τούτη τη χώρα τη φωτεινή, που φαινότανε ο Ήλιος πιο κοντά. Σε κοίταγε και τον κοίταγες. Σε αυτήν τη χώρα που δεν ντρεπόσουνα πια. Γιατί σε πήγανε άλλοι και σου βγάλανε διαβατήριο και σε βάλανε στο σχολείο. Δεν άλλαξαν πολλά, όμως. Ο χώρος ναι, είχες και μια στέγη, μα κι εκεί δεν σε αφήνανε να αγγίξεις και πολλά πράγματα. Όλο απαγορεύσεις. Μη το ένα, μη το άλλο.
     Όταν μεγάλωσες λίγο, όταν όλα άλλαξαν, όταν η ελευθερία άρχισε να αποκτά υπόσταση τις ώρες που βρισκόσουν μόνος, η ορμή σου αναλωνότανε στο να αρπάξεις κάτι απαγορευμένο. Τις διάφανες, ποθητές πεταλούδες που έτρεχες ξοπίσω, τα σπουργίτια στο καλντερίμι που τσίμπαγαν κουνούπια, τα περιστέρια που για δόλωμα τους έριχνες ψίχουλα και κόντευες σιωπηλά, έστω κι ένα να αρπάξεις. Μα πέταγαν όλα τόσο απότομα μακριά σου, που έμενε η παλάμη σου άπρακτη να κρέμεται από τον καρπό σου και το στόμα σου μουδιασμένο να πονάει.
     Όλα εκείνα τα πράγματα που δεν κατάφερναν τα χέρια σου να αγγίξουν, ήταν όπως τις μέρες που δεν μπόρεσες να ζήσεις και σιγά σιγά σου κατάντησαν αδύναμα τα δάκτυλα κι αγκυλωμένες τις παλάμες. Ανησύχησες για τα μεγάλα πράγματα που θα έρχονταν στη ζωή. Άρχισες να αρπάζεις κάκτους στον πηγαιμό για το σχολειό που σε ήθελε και δεν σε ήθελε, σκληρά αγκάθια σου τρυπούσαν τα χέρια για να ανδρωθείς, μα έβλεπε ο δάσκαλος το αίμα στα άγραφά σου τετράδια και με τον χάρακα σε χτύπαγε στην παλάμη άλλο τόσο να αιμορραγήσεις. Και κάθε πρωί θύμωνες όλο και περισσότερο που ποτέ δεν πρόφταινες να τον αρπάξεις και να τον κάνεις κομμάτια, γιατί ήτανε γρήγορος ο άτιμος κι εκπαιδευμένος σε τέτοιου τύπου πρακτικές. Κι άρπαζες το απόγευμα κλαδιά και τα έσφιγγες ωσότου να λυγίσουν, κι άλλοτε κτύπαγες τα χέρια σου με πέτρες και τα έκλεινες στις πόρτες, για να συνηθίσουν τα κόκκαλα σου στη δύναμη τη σκοτεινή που ήξερες πως κάποια μέρα θα χρειαστείς.
     Περάσανε τα χρόνια και μεγάλωσες, το ίδιο μεγάλωσαν και τα χέρια σου, μα κάπως δυσανάλογα, και δεν ήταν υπάκουα καθόλου.
     Σιγά σιγά, στην καθημερινότητά σου, όταν δεν σε κοίταζε κανείς, τα χέρια σου γραπώνανε κρυφά αντικείμενα που τα μάτια σου δεν είχαν καν προσέξει. Αρπάζανε τσουκάλια στην κουζίνα, ενώ εσύ έφτιαχνες καφέ. Αρπάζανε πυροσβεστικούς κρουνούς στον δρόμο, ενώ οδηγούσες. Άρχισαν να καταστρέφουν πράγματα γύρω τους, και δεν ήξερες τον τρόπο για να τα
σταματήσεις. Ολοένα κρυβόσουν. Ντρεπόσουν.

* * *

Αρχές φθινοπώρου, 2024.
     Ήταν βράδυ, τρεις το πρωί. Κοιμόσουν βαθιά, ονειρευόσουν ωραίες στιγμές. Ξαφνικά, τεράστιο πια, το αριστερό σου χέρι άρπαξε από τον λαιμό τον άντρα και το δεξί σου απ’ τα μαλλιά τη νεαρή, αυτά τα δυο υπέροχα πλάσματα που σε συντρόφευαν όλο αγάπη εκείνη τη μαύρη νύχτα. Γεμάτα οργή, τα χέρια σου θυμήθηκαν τότε, στα παιδικά σου χρόνια, το μακρινό πρώτο βράδυ που εκείνοι σε είχαν βάλει ανάμεσά τους, μωρό στο στρώμα κάτω από το αντίσκηνο. Τότε που σου είπαν ταυτόχρονα «σ’ αγαπάμε» και δεν τους πίστεψες. Ήξερες πως θα σε πουλούσαν με την πρώτη ευκαιρία. Όλα αυτά τα είχες ξεχάσει, μα τα χέρια σου όχι. Τα θυμήθηκαν την ώρα τού πιο βαθιού σου ύπνου, ενώ εσύ δεν είχες ιδέα. Κτυπήσανε με μανία στον
σέρα σαν αντικείμενα τον άτυχο άντρα και τη γυναίκα, και τους πολτοποίησαν. Ξύπνησες απότομα. Με δυο άλματα τα χέρια σου σε έβγαλαν γυμνό, γιομάτο μεδούλι κι αίματα, στον δρόμο. Τα είχες χαμένα. «Τι έχετε κάνει...» ψέλλισες.
Εκείνα ήταν πρώτου βαθμού ένοχα πια, και το γνώριζαν, προφανώς. Άρχισαν να αγκαλιάζουν τους στύλους και τους κορμούς των δέντρων και σαν μαϊμού να σε περιφέρουν στον ρου της πόλης. Έτρεχαν να ξεφύγουν από τις σκιές που τα τρόμαζαν, ωσότου αρχίσουν να αρπάζουν των μεθυσμένων τα αμάξια
-τέσσερις η ώρα το πρωί- για να ξεφύγουν απ’ τις γαλάζιες σειρήνες που ακούγανε από μακριά. Ήταν απειράριθμες οι Ερινύες, σμήνος, είχαν γεμίσει την πόλη ολάκερη και τα χέρια σου δεν άντεχαν πια την άχνα τους κοντά. Ήθελαν να φύγουν για πάντα. Από αμάξι σε αμάξι σε οδήγησαν στον αυτοκινητόδρομο. κι ανέπτυξες ταχύτητα πολύ μεγάλη κι άρπαξες ένα φορτηγό κι είδες τα χέρια σου τεράστια, μόλις πριν φτάσεις ξημέρωμα στο αεροδρόμιο, πάνω στην απογείωση ενός Μπόινγκ.
     Για δέκα λεπτά βρέθηκες στον αέρα να πετάς πάνω από τα σύννεφα κι ήταν η μόνη καλή στιγμή που ένιωσες το ξημέρωμα εκείνο- ξεχάστηκες κι αφέθηκες για λίγο. Η πόλη που σε είχε φιλοξενήσει όλη σχεδόν τη ζωή σου σε αποχαιρετούσε με δυο μάτια δακρυσμένα, πανέμορφα, το ένα με έναν σταυρό και το άλλο με ένα άδειο αέτωμα επάνω ψηλά. Ήταν ήρεμη η ανάβασή σου. Κοίταξες τη Γη να διαγράφεται σαν καμπύλος χάρτης, και μόλις κατάλαβες πως δεν ήσουνα για εκεί κάτω, είδες στα αριστερά σου στον ορίζοντα έναν πύραυλο που είχε μόλις απογειωθεί. Παράτησες το αεροπλάνο και με μια γερή χεριά τον γράπωσες. Άφησες πίσω σου τη Γη, για να βρεθείς στο κενό
του σύμπαντος.
     Λες κι ήταν προσχεδιασμένο, είδες στα δεξιά σου να περνάει ένας ταχύτατος κομήτης, κι άφησες τον πύραυλο κι άρπαξες το ουράνιο σώμα. Γρήγορα έφτασες στην άκρη της αυλής του Ήλιου και πήδηξες κι αγκάλιασες ένα άλλο άστρο, σε άλλη γειτονιά. Έκαιγε υπερβολικά. Το άφησες απότομα. Τότε, θυμήθηκες... Ξαφνικά, με το κάψιμο αυτό το υπέρτατο, το τελειωτικό, ξανάφερες στη μνήμη σου το πρώτο και τελευταίο απωθημένο. Εκείνο το σπίρτο. Και τη μυρωδιά του γκαζιού... Δεν θα θυμόντουσαν τα χέρια σου μόνο πια... Θα θυμόσουνα κι εσύ. Για πρώτη φορά, μετά από μια ολόκληρη ζωή 
     Προβληματισμένος, κάθισες σε έναν τεράστιο πλανήτη για να ξαποστάσεις. Έσφιξες τις γροθιές σου ελαφρά, μην αρπάξουν κάτι άλλο και ξεκινήσουνε πάλι την ξέφρενη, ανεξέλεγκτη πορεία. Απέκτησες για λίγο τον έλεγχο -για πρώτη φορά- από τη στιγμή εκείνου του παράξενου ξυπνήματος. Έκλεισες και τα μάτια σφιχτά, δεν ήθελες να κοιτάξεις τα χέρια σου, δεν ήθελες να τους μιλήσεις, να τα ρωτήσεις γιατί.

* * *

Ξαφνικά, ακούς δίπλα σου μια βαθιά αναπνοή. Ανοίγεις τα μάτια και γυρνάς. 0 Μέλανας Φιλόσοφος.
     «Σε περίμενα».
     «Τι συμβαίνει; Δεν ελέγχω τα πράγματα που αρπάζω. Δεν ελέγχω τα χέρια μου».
     «Είναι γιατί εκτελούν διαταγές. Τις δικές μου. Για να σε μεταφέρουν».
     «Θυμάμαι μια πυρκαγιά στο σπίτι μου, μικρός...»
     «Εκεί σταμάτησες εσύ. Μετά ανέλαβαν αυτά. Μέχρι να είσαι εσύ ο ίδιος έτοιμος».
     Μα εσύ πια δεν ακούς τα λόγια του, ακούς μέσα σου τη γλυκιά φωνή ενός παιδιού που τόσα χρόνια είχες ξεχάσει- που σε παρηγορούσε πάντα, κρυφά, και σε άφηνε αμέτοχο στις πράξεις των χεριών σου.
     Μπιλάλ, δίκιο έχεις, άδικα σου απαγορεύουνε να κρατάς τα πράγματα που θέλεις: τα μαλλιά, τα κεριά, τα κορίτσια στο σχολείο αγκαλιά. Μπιλάλ, πρέπει κάτι να κάνεις...
     Και γλυκά μέσα σου η φωνή σου μιλάει και τώρα, σου θυμίζει τον τρόπο που τους εκδικήθηκες μ’ ένα γκάζι ανοικτό και το τρίτο σπίρτο, εκείνο που κατάφερες να ανάψεις με τα αδέξια, αθώα σου χεράκια. Εκείνο το πρώτο βράδυ που σε αγάπησαν, που σε έβαλαν να κοιμηθείς ανάμεσά τους, κι εσύ ένιωσες πως έτσι σε κλείνανε στην πιο σκοτεινή φυλακή. Κρυφά είχες σηκωθεί, σου θυμίζει η φωνή, δεν πρόλαβαν να καταλάβουν τίποτα.
     Δακρύζεις. 
     Μπιλάλ, καλώς έπραξες, Μπιλάλ. Καλώς, έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε ό,τι έπρεπε...
     Θυμάσαι, ναι. Ρίχνεις μια κλεφτή ματιά στον σκοτεινό άντρα δίπλα σου και σηκώνεσαι. Θα επιστρέφεις. Πρέπει να επιστρέψεις. Έχεις καθήκον να επιστρέψεις. Ο κόσμος δεν αλλάζει αν δεν πράξεις με προθυμία. Μ’ ένα τεράστιο άλμα πηδάς στο λαμπερό άστρο. Την ώρα που τα πόδια σου ακουμπούν τη φλεγόμενη επιφάνεια, τα χέρια σου είναι δεμένα στο στήθος. Υπάκουα πλέον. Τιθασευμένα.
     Δεν άναψα το σπίρτο εκείνο εγώ, το χέρι μου, το χέρι μου, το χέρι.
     « ΣΙΩΠΗ! » λες στη φωνή του παιδιού.
     Ο Μέλανας Φιλόσοφος σε κοιτάει περήφανος. «Τώρα είσαι έτοιμος για τη μεγάλη στιγμή σου». Βήχει δυνατά και φτύνει τρία τσαλακωμένα χαρτάκια. Σ’ τα ανοίγει και σ’ τα τοποθετεί πάνω στην τεράστια, ανοικτή σου παλάμη. Επάνω έχουν ζωγραφισμένα κάποια σχήματα με μολύβι. Τα κοιτάς. Αντιλαμβάνεσαι τι πρέπει να κάνεις.
     Τον εμπιστεύεσαι τυφλά κι επιστρέφεις με φουσκωμένα πνευμόνια. Τα πόδια σου είναι ξανά στην πόλη. Θυμάσαι τις καλές στιγμές. Βαθιά μέσα σου η παιδική φωνή φωνάζει συνέχεια ότι δεν πρέπει να το κάνεις ξανά. Ότι το έκανες για να σωθείς και δεν γίνεται ποτέ να προβείς σε παρόμοια πράξη. Ότι είσαι πλέον λυτρωμένος. Δικαιωμένος. Σου φωνάζει ότι οφειλές να το ξέρεις ότι δεν είναι σωστό. Ένας φοβερός πόνος μέσα σου. Νιώθεις μιαν άλλη, πιο δυνατή φωνή να πνίγει αυτήν του παιδιού. Είναι η φωνή του Μέλανα Φιλόσοφου- ωρύεται και σε διατάζει να την υπακούσεις. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ!!
     Ξαφνικά, σκοτάδι παντού. Όλη η ζωή σου τώρα σε αντίστροφη κίνηση. Τα χέρια σου μικραίνουν σιγά σιγά, επανέρχονται στο κανονικό τους μέγεθος, στην παιδική τους αθωότητα. Θα πας στο πρώτο αντίσκηνο για να συζητήσεις με τους γονείς σου. Να τους ζητήσεις συγγνώμη. Μόνο αυτοί μπορούν να σου
πουν τι πρέπει να πράξεις. Αν σε αφήσει Εκείνος να πας.




ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΣΤΟ ΑΛΕΥΡΙ


Η  ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ ψηλάφιζε τον σκοτεινό χώρο γύρω της, βραδύτατη αλλά ικανοποιημένη. Η μυστικότητα έπρεπε να τηρηθεί ευλαβικά.
     Ξαφνικά, η σκοτεινή πόλη έπιασε ρυθμό. Όλα αυτά τα παιδιά, που κατέκλυσαν τα πεζοδρόμιά της και τα οποία είχαν κληθεί από τις απανταχού πόλεις της υφηλίου, έτρεχαν γρήγορα προς το κέντρο. Για λίγο, τα πάντα ταρακουνήθηκαν και τα κτήρια πιάστηκαν μεταξύ τους αγκαζέ, κόντρα στην απειλή του ντόμινο, μην ξυπνήσει ούτε ένας κάτοικος, ενώ οι πάσσαλοι
έριχναν στιγμιαία το φως τους για μην σκοντάψει κανείς μέσα στην τρεχάλα, κι αμέσως έσβηναν πάλι. Οι τηλεοράσεις στα σπίτια διατάχθηκαν να σβήσουν και τα ραδιόφωνα των μοναχικών να σιγήσουν. Τα μπουζούκια και τα καμπαρέ άδειασαν νωρίτερα. Οι νυσταγμένοι ταξιτζήδες δεν μπορούσαν να δούνε
τις ψυχές ετούτες για να τις μαζέψουν, να τις διανείμουν πίσω στους χάρτες που είχαν -εκείνο το ξεχωριστό βράδυ- αδειάσει.
     Μόλις κατέφθαναν, τα παιδιά χαιρετούσαν. Ύστερα κάθονταν. Κοίταζαν τη Νηπιαγωγό, κάποια με τα λαμπερά μάτια της αναγνώρισης, άλλα με γουρλωμένα.
     Πήραν θέσεις. Τα γερασμένα κορίτσια του Νότου κάθισαν στους πυροσβεστικούς κρουνούς και οι νεαρές από τον Βορρά αναπαύτηκαν στο πεζοδρόμιο, σταυροπόδι. Τα αμούστακα μελαμψά αγόρια ακούμπησαν τολμηρά στους κάκτους για να ξαποστάσουν. Κάποια μεγαλύτερα, με τις πρώτες τρίχες στο στήθος, έμειναν όρθια. Βαστούσαν τσίλιες.
     Η Νηπιαγωγός είχε ετοιμάσει το μάθημα από την προηγούμενη. Μα τα παιδιά δεν ήθελαν. Το φώναξαν: ΟΧΙ ΜΑΘΗΜΑ! 
     Πώς να γνωρίζουν τι 'ναι μάθημα τούτα εδώ τα νήπια, τα γαλαχτερά; Εγώ έζησα τόσα χρόνια, εγώ έγραψα πρώτη την Ιστορία, ανακάλυψα εγώ τις λέξεις, δημιούργησα την ανάγκη να υπάρχει μάθημα, αφού εγώ έφτιαξα τη σκέψη και τη γνώση –την Επέκταση. Εγώ έφτιαξα αυτό που πράττουμε εδώ σήμερα - την Ψηφοφορία.
     «Πώς θα ψηφίσετε;» τους επέπληξε αμέσως, «χωρίς να ξέρετε τι πραγματικά πάει να πει η “Επιστροφή της Ιστορίας”; Σαν γυρίσετε στις πόλεις σας τι θα τους πείτε για τα κτήρια που λυγίζουν πάνω από τα πάρκα λιωμένα από ανία, από έλλειψη σκοπού και ενδιαφέροντος και για τα ταξί που χασμουριούνται κρυμμένα πίσω τους; Τι θα τους πείτε για όλες εκείνες τις φατρίες που πλακώνονται με τα όργανα και καταστρέφουν τα πάντα στο διάβα τους; Τι θα τους πείτε για τους τρομοκράτες που σας κάναν να εισπνέετε τον φόβο μέρα-νύχτα;»
     «Θα...» είπε ένα αγόρι, μα δεν τον άφησε να συνεχίσει.
     «Τι θα πείτε για την ανισορροπία των ονείρων των ανθρώπων; Για την άδικη παρακέντηση της σπονδυλικής τους στήλης με τις ακτίνες αυτού του ετέρου ήλιου που περνά από τις κλειστές κουρτίνες, μέσα απ’ τις τρύπες που δημιούργησαν τα νύχια της Παγκόσμιας Ιδέας;»
     Σταμάτησε για ένα λεπτό κι έκανε έναν γύρο κοιτώντας τα παιδιά ένα ένα.
     «Τι θα πείτε για τα παραδοσιακά χαλιά που υποχωρούν και δίνουν τη θέση τους στο μεταλλαγμένο αλεύρι ώστε να εντοπίζει τα χνάρια ο κάθε Δήμαρχος και να γνωρίζει από πού ήρθε η κάθε νέα παραλλαγή των παραδόσεων στα εστιατόρια και τα πάρκα της πόλης του; Πώς θα τους πείτε ότι η πολιτιστική αφομοίωση κρύβεται στα ψηφιακά καλώδια κι έρχεται μετά τα μεσάνυχτα, όταν οι άμυνες πέφτουν;»
     Κάθισε αποκαμωμένη.
     «Πώς θα ψηφίσετε;»
     Τα παιδιά κοίταξαν τις παλάμες τους. Οι ομόκεντροι κύκλοι μόλις είχαν αρχίσει να πρωτοσχηματίζονται στα χέρια τους. Τρόμαξαν - είχαν ακούσει τον αστικό θρύλο, ότι η Νηπιαγωγός τιμωρεί τα άτακτα παιδιά, κόβοντας τα δάκτυλά τους. 
     Ξανασηκώθηκε.
     «Δεν το έκανα εγώ!» φωνάζει ένα μικρό, κατάξανθο κορίτσι - η Νηπιαγωγός το έχει πιάσει απ’ τον αντίχειρα. «Δεν το έκανες εσύ, όχι, μα καρφώθηκες σαν άγρια ιδέα στο μυαλό αυτών των νεαρών προχθές. Σε είδαν μπροστά τους ζωντανή, με σάρκα και οστά, και πια ξέρανε ποιαν εκδικούνται. Και έτσι, ασυγκράτητοι, μπογιάτισαν τους τοίχους του Δημαρχείου της πόλης σου με ασχημοσύνες! Και κάψανε τους κάδους μετά, και βάλανε φωτιά στο Μετρό. Πώς τόλμησες να εμφανιστείς σ’ εκείνα τα αθώα μυαλά;»
     «Αθώα; Αθώα λέει! Καθόλου αθώα, αξιότιμη Δασκάλα! Ήταν ξένοι, πρόσφυγες, από άλλη χώρα. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν έρθει με άλλον σκοπό, πιο σκοτεινό. Είμαι μικρή, αλλά μπορώ να κρίνω ότι θα κάνουν πολύ περισσότερα κακά στο μέλλον! Έπρεπε να τους ξεμπροστιάσω... Αν μου αφήσουν ακέφαλα τ’ αγάλματα στα ιστορικά μου πάρκα; Αν μου σημαδέψουνε τις πόρτες στα σπίτια; Πώς θα επέτρεπες στα δικά σου παιδιά -γιατί έχεις κι εσύ τέτοια παιδιά- να ρίξουν τον λευκό σου ναό, τις τεράστιες κολώνες; Αν με ισοπεδώσουν ολόκληρη και σκοτώσουν τους κατοίκους μου έναν έναν; Εσύ δεν είσαι που θέλεις να σου επιστρέψουν την Ιστορία σου όλοι όσοι την έκλεψαν; Να καθαρίσεις;»
     «Τα έπαθα όλα αυτά, ναι. Μα εγώ είχα αγκαλιάσει τους ξένους. Και ήταν πιο ήρεμοι. Και γι’ αυτό είμαστε εδώ μαζεμένοι σήμερα. Όχι μάθημα, λοιπόν. Μόνο περισυλλογή. Να τους πείτε γιατί συμμαζωχτήκαμε εδώ. Πώς γίνεται ο σωστός διαμερισμός της Ιστορίας. Να διδάξετε σε όλους τι είναι Φιλοξενία.
Ολωνών τα κεφάλια κάτω. Απλώστε τα δάκτυλά σας».
     Ξημέρωνε πια.
     Τα παιδιά κοίταξαν τις παλάμες τους. Οι κύκλοι είχαν ολοκληρωθεί. Θα έμεναν εκεί, για πάντα. Η πόλη μέσα στην πόλη. Ξαναμέτρησαν τα δάκτυλά τους. Ευτυχώς, τους είχαν μείνει μερικά. Θα πήγαιναν πίσω στις πόλεις τους και θα επανόρθωναν. Τα δάκτυλα βλάσταιναν εύκολα. «Εύκολα», σαν μια λέξη
που την αρθρώνεις μια φορά και γίνεται Ιστορία.
     «Τώρα, ας ψηφίσουμε: Επιστροφή των μαρμάρων ή όχι; Εκεχειρία ή Πόλεμος;»
     Και ψήφισαν. Λίγο πριν από τις πρώτες ακτίνες του πραγματικού ήλιου που ξεπρόβαλε ζεστός από τους ουρανοξύστες, τις πυραμίδες, τα ζιγκουράτ και τις παγόδες που περίμεναν μετά βαΐων και κλάδων την επιστροφή εκείνων των ξεχωριστών παιδιών.
     Η Νηπιαγωγός τα αγκάλιασε και τα αποχαιρέτησε με φιλιά και αγάπη. Έβγαλε το φουστάνι και το μαύρο της τσεμπέρι και γυμνή ανέβηκε το φυτεμένο με ελιές μονοπάτι προς το σπίτι της. Ήθελε να προλάβει, εκείνο το ξεχωριστό πρωινό, τις εργασίες αποκατάστασης στα αετώματα του Ναού.




ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ


Δεκατέσσερις διαφορετικοί κόσμοι ενώθηκαν σε ένα υπερφυσικό, φαντασιακό επίπεδο - εκεί όπου η σύγκρουση του Σύγχρονου Ανθρώπου με το Σύστημα είναι τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε και οι γέφυρες φθείρονται από την τριβή
με τον στυγνό ρεαλισμό. Άλλες ιστορίες παγιδεύουν τους ήρωές τους σε κόσμους-μινιατούρες, ενώ άλλες εκρήγνυνται με μια ολιστική γεύση από παγκοσμιοποίηση. Πόση ελκτική ισχύ χρειάζεται ένας ταπεινός μαγνήτης για να υπερνικήσει τη δύναμη του Πεπρωμένου και να διεισδύσει στην απόλυτη συνέπεια του Νόμου των Συμπτώσεων;

** *

«Αν και ετερόκλητες, οι αφηγήσεις αυτού του βιβλίου έχουν κάτι κοινό: βασίζονται λιγότερο σε όσα εντυπώνουν και περισσότερο σε όσα μας αφήνουν να φανταστούμε. Οι προεκτάσεις τους, εφιαλτικές και ονειρώδεις, μοιάζουν με το υπέροχα έντρομο δέρμα ενός μωρού, καθώς αγγίζει τα πρώτα αντικείμενα της ζωής του, ενώ ο συγγραφέας τους, δρομέας στη συνοριακή γραμμή που ενώνει την πεζογραφία με την ποίηση, μοιάζει με τη Νηπιαγωγό του διηγήματος, εκείνη που μαθαίνει στα ξεχωριστά παιδιά την Ιστορία μόνο και μόνο για να τα ξεπροβοδίσει εκτός αυτής - προς τα μέρη απ’ όπου τα ξεχωριστά παιδιά θα επιστρέφουν πάντοτε ξεχωριστά. “Εδώ, στον κόσμο μας”, φαίνεται να τους λέει, “ο παράδεισος δεν υπάρχει πια. Τον φάγαμε σε είδος. Εδώ υπάρχει μόνο το ζυμάρι”, τους λέει. Το ψωμί -οι κρυμμένες μας
δυνατότητες- βρίσκεται κάπου αλλού, και μας περιμένει».


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΝΟΥΔΗΣ
Συγγραφέας



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ




Ο Χρίστος Ρ. Τσιαήλης γεννήθηκε σιη Λευκωσία ίο 1974. Είναι καθηγητής Αγγλικών. Κατά καιρούς έχει διακριθεί σε εγχώριους και διεθνείς διαγωνισμούς ποίησης και πεζογραφίας.
Ανάμεσα στα βιβλία του περιλαμβάνεται το Throwing Dice on a Chessboard (2010), το The Green Divorce (2012) κοι το Klotho Surfaces (το πρώτο μυθιστόρημα από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας – The Omniconstants Trilogy). Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά σε Κύπρο, Ελλάδα, Αυστραλία και ΗΠΑ. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει παρουσιάσει ποιήματα και πεζογραφήματά του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις μετά από χρόνια εσωστρέφειας στη γραφή του.
0 συγγραφέας είναι ενεργός μαραθωνοδρόμος και τριαθλητής.
Η συλλογή περιλαμβάνει το διήγημα «Φρούτο» που διακρίθηκε στον πανελλήνιο διαγωνισμό Φαντασμαγορία 2017.












ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ ΚΟΚΑΡΑΚΗ






                       
                       

 
                 





ΙΔΙΟΜΕΛΑ  (2010)


ΤΑ ΕΝ ΟΙΚΩ



Φωνή Κερύνειας


α'


Χορδή βιολιού ή φωνή.
Μοιρολόι στον ήχο
περνοδιαβαίνει κι ακουμπά
τού Κάστρου τις πολεμίστρες
σπαθίζοντας.
Κηφέας
Κομνηνός
Κανάρης!
Απίστευτη σύνθεση πειρασμού,
η μυρωδιά των λεμονανθών.
Δένει το σιρόπι της επιστροφής;
Κι ή παραδοχή αφούρνιστο ψωμί.



β'


Βαραίνει το μετάξι
σαν μουσκευτεί,
βαραίνει κι η ευθύνη
της φωνής,
στενεύει της πατρίδας
τα πνευμόνια.
Παρελαύνει
με το λάβαρό του
Ιάκωβου Πατάτσου.
Υποκλίνεται
στη βαρειά κληρονομιά!



Φωνή της Αμμοχώστου


3


Υπομνήσεις
και Απαιτήσεις
Μιας και μοναδικής
Ελληνικής Φωνής!



4


Αντιφώνηση Φωνής
απογυμνωμένου «Αντιφωνητή»
Αρτιμελής Καταγωγή
στον πετροπόλεμο του σχολείου
στου Μάρκου Δράκου το χαμόγελο
στου Λιοπετρίου τη θυσία.
Αντιφέγγισμα χρησμολόγου
τού Ονήσιλου η φωνή
προσταγή του Παντελή Μηχανικού.
Πού κρύψαμε οι Κύπριοι
την ντροπή τού διχασμού;



5


Αρματώθηκε ή Φωνή
ζώστηκε ευθύνη και επιθυμία
στους σχηματισμούς των
ηρώων
που Αγνοούμενοι παραμένουν.
Κτισμένοι στον «Άγιο Αλέξανδρο».
Αποτυπωμένοι στους τοίχους
στα Αγάλματα των μορφών.
Στην ενθύμηση γονατίζουν,
και υποκλίνονται στη θυσία.


Πηνελόπεια


γ'


Ταξιδεύουσα άφοβη
καθρεφτίζουσα την Αλήθεια
στη μυρωδιά της θάλασσας,
στην κοραλένια ημερομηνία.
Κρατούσα στην απαλάμη
το Απέραντο, φτερούγησε.
Έγινε Πηνελόπη.



δ'


Φύλαξε
της σειρήνας το χάδι,
μουδιάζει τη θύμηση
μυρμηγκιάζει την επίγνωση.
Κρύψε
στης Καλυψώς τα μάγια,
τα ωραιοποιημένα λάθη.
Νοιώσε
την ψευδαίσθηση της Ναυσικάς.
Αντιήρωας του Οδυσσέα.


ΤΑ ΛΙΓΟΣΤΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΣΤΙΧΑ


1


Δεν μοιράζεται η ψυχή
στο όνειρο και την αγάπη
Μονάχα προσφέρεται!      


2


Στην καμπύλη της σελήνης
ξεθώριασε το φιλί του αστεριού
και το χρώμα έγινε γκρίζο.


3


Στου ουρανού τις ρυτίδες
φωτερά φιλιά
στο πορφυρό ληγμένα       


4


Πυρκαγιά ο έρωτας
κι ή στάχτη του
αλισίβα!

----------

4


Ερμηνεία και παρερμηνεία
ο Έρωτας
κουρσεύει τα χέρια
αιχμαλωτίζει για μια
και μόνη στιγμή τα μάτια.
Διαγράφει διαπεραστικά
καθαιρεί υποσχέσεις.


5


Δυσαπόδεικτος ο Ιάσονας
βαρύ το «χρυσόμαλλο δέρας»
σπαθίζει την καρδιά,
με κατασκευασμένα αγκαλιάσματα,
με την Αβεβαιότητα της αφής,
στην προδομένη Μήδεια.
Αναμέτρηση στην Αντοχή.


ΤΙΤΛΟΦΟΡΑ


Φύλαξε με


Φύλαξε με,
στην κόρη των ματιών σου
για να μη δακρύζεις.

Φύλαξε με,
στα χέρια σου μέσα
για να 'ναι η αγκαλιά
ρίζα της αγάπης.

Φύλαξε με,
στον καθρέφτη σου μέσα
για να 'μαι η καλημέρα σου!



Κι ο ουρανός…


Κι ο ουρανός
μια ακίνητη αγκαλιά,
επινοεί τ' αστέρια
διακινεί τη σελήνη,
χαλκεύει γαλαξίες
λοξεύει το απέριττο του ήλιου.
Γεωργεί τον κόσμο,
ξετυλίγει όνειρα,
δημιουργεί προσδοκίες,
προσφέρει το άκτιστο
κι αχειροποίητο φως!


«Μνημόνιο»


A'


Στον γλύπτη Θεόδουλο Θεοδούλου

Η αγωνία της στιγμής
στην αιχμή της σμίλης.
Η σύλληψη της ανάσας
αναβλάστημα στον σφυγμό,
στην εκπνοή και εισπνοή ζωής.
Έκρηξη Δυνατού Δυναμισμού.
Εξέγερση του χαλκού
όταν πλάθει σημαίες έγερσης,
στην καθημερινή επανάσταση
Το σήμερα, μεταπράττεται σε
αέναο
αγγελικό
ανεπανάληπτο!
Ένδυση συναισθημάτων
στη χάραξη της πέτρας,
στην πτύχωση του γύψου,
στο αφύλακτο της κίνησης,
στο δίπλωμα της οικειότητας,
στην έκφραση και το αβάσταχτο
να γέρνουν στο Πεντελικό μάρμαρο.
Εγχαράξετε σαν επωδός
το ηρωικό,
το κλέος,
το δέος!


ΣΧΗΜΑΤΙΚΑ


θ’


Χάνεσαι
στην απουσία
σχημάτων
και σχεδιασμών.

Τα όνειρά σου,
κρεμασμένα
στο ρόπτρο.



ι'


Αστραπή
το
όνομά σου,
σχίζει χειμωνιάτικο
ουρανό ψυχής

Σήμαντρο
τύψεων.
Κωδωνοκρουσία
ονείρων! 



σ'


Τα μάτια σου,
Λένε
τα περιττά
τού έρωτα,
πώς απαραίτητα
είναι,
για να ματαιωθεί
η ανυπαρξία.
Στα μάτια σου,
να γεννηθούν
όλα όσα
έχουν χαθεί,
να σαρκωθούν
οι λέξεις,
να σκιρτήσουν
τα συναισθήματα.
Τα μάτια σου,
να μιλήσουν
στη σιωπή,
να αποκτήσουν
όνομα και επίθετο!



ω'


Μεσόγειος,
καθρέφτης συνωμοσίας
κρεμασμένη στα ενώτια
της Ιστορίας των Λαών
Μεσόγειος,
περιδέραιο στον Λαιμό
των κυμάτων,
πού ανασαίνουν την απόδραση.
Μεσόγειος,
κάτοπτρον και είδωλο.
Συνεύρεσης χάδι,
επικοινωνίας χαμόγελο.
Μεσόγειος,
Ερωτικό ταξίδι.



ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ



Της Βαρκελώνης 2005


α'


Ταξιδεύει μαζί μου
στο αρχέτυπο
και στου έρωτα το ποθητόν.
Μα η πραγματικότητα
μυρωδιά κυδωνιού στο αθέατο
κι η απουσία συνυπάρχουσα
στην ιριδίζουσα παρουσία
στις χρωματιστές και οικουρικές
συλλήψεις του Gaudy,
στα πλοιοφόρα σχήματα
που γεννιούνται καλλιγενή
οίκτιστα και αιώνια!



β'


Όλα καινούρια μα και ξένα
ανατρέπουν τον εξισωτισμό,
τρέχουν στα ανταλλάξιμα.
Ξεχνιέσαι στης θάλασσας την ανοιχτοσύνη,
στον ωκεανό που φιλά τη Βαρκελώνη.



Των Σικελιανών


α'


Αγγελικό πώς νοιώθεις
τ' άγγιγμά τους
σαν πεταλούδας το φτερό
σ' ακούμπησε και εχάθη.
Οι στίχοι κληρονομικοί
εμπνεύσεις δελφικών χρησμών.



β'


Με νοιώθεις
στ' αγέρι του πρωινού
που χαϊδεύει τα φύλλα.
Με νοιώθεις
στην ανάσα της θάλασσας
που ψιθυρίζει
μεταφέροντας κοχύλια.
Με νοιώθεις
στον ίσκιο τού φεγγαριού
που αφήνει τ' αστέρι
να καρφωθεί στη γη
και στη χαμένη ευχή.




Της Θεσσαλονίκης εξίτηλα, 2007


I


Μεταξωτό θρόισμα,
της ψυχής που πάλλεται,
στη Μακεδονική Σκέψη.
Συνάντηση
στο άχωρο
στο άχρονο,
χωρίς όνομα και επώνυμο
χωρίς τίτλο και υπότιτλο.
Κάπου Συ Δεις
εμένα. Σκύψε
να με φτάσεις,
να με ανατρέψεις,
να μ' ακουμπήσεις,
με ποίησης αγκάλιασμα.
Με Λόγο
Γιγάντιο,
Εκστατικό,
Μεθυστικό.
Με βλέμμα επαφής
στη θεϊκή απογείωση,
στην απαγγελία
μιας και μοναδικής Λέξης! 


ΙΙ


Μεταβολίζονται τα βλέμματα
κι οι μορφές ταυτίζοντας
στην πρόσκληση στην πρόκληση.
Ανεξήγητοι της καρδιάς οι παλμοί,
στο εντεύθεν και στο εκείθεν.
Σε απόσταση η εξέγερση,
Κυπρίζουσας ποιητικόν αίτιον.



III


Κι η στιγμή
της Συνάντησης
παφλάζον κύμα
στον Θερμαϊκό.
Τρεμούλιασμα στο βλέμμα.
Δάκρυ ερωτικό
στη Θεσσαλονίκη.




ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ      (2010-2016)



ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ


α'


Πρώτη βροχή
κι οι στάλες τη
ψιθυρίζουν
το όνομα του.
Πρώτη βροχή
κι οι στίχοι του Ελύτη
Της πρώτης
στιγμής ξάφνιασμα!


 

β'


Σημειωτό
η ψυχή
στην παρέλαση
των αισθημάτων.
Λάβαρο
και σημαία
οι αισθήσεις.
Η Κική Δημουλά
προειδοποιεί,
για τη σκληράδα
ακόμα και
στο περιτύλιγμα!



γ'


Εγώ πάντα
ταξίδευα
με παρουσίες
γοργόνων
και τριτόνων
μορφές,
παρηγορητικές
στην έλλειψη.
Εγώ πάντα
ταξίδευα
σε χώρους
και τόπους
των ματιών.
Έφηβη,
ν’ αφήνομαι
στης πλώρης
το αγνάντεμα
στο ψάξιμο
της άγνωστης
και μοιραίας
μορφής
συντροφευμένη
με του Καββαδία
τούς στίχους.



δ'


Η σκέψη σου
βαθειά
στις ρίζες
της ψυχής,
στα κρυφά,
στα φανερά
να γρατσουνάνε
μνήμες
στις συλλαβές
της γραμμικής Β'.
Γλώσσα πρωτογενή.
Και ανατρεπτικά
χάθηκαν
στης Ελένης Λαδιάς
τον στοχασμό
ενώ πλοηγούσε
πορείες!
με «λάμπα θιέλης»



ι'


Περνάς στο παρελθόν
χωρίς ουσιαστικά ή επίθετα
χωρίς                    των ρημάτων
τη γέφυρα.
Αναδιοργανώνουν σκέψεις
του Κώστα Ουράνη
οι στίχοι                 στην ψυχή
χαραγμένοι
«Αν είναι νάρθει θεναρθεί
αλλιώς θα προσπεράσει». 
Και προσπέρασε Μινωικά!



κ'


Στης
Κυπρίδας
το σπίτι
βρίσκεις τα χαμένα,
Κι αυτά
που κάνουν
τη ζωή νάναι
«μέγα καλό και
πρώτο».
Όπως
τόγραψε
ο μέγας
Σολωμός Διονύσιος.






ΜΕΤΡΟΥΜΕΝΑ



 «ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΕΓΕΝΝΗΘΗΣ ΗΜΙΝ».



3


Επίδεσμος
επίδημος
της προδοσίας
η αθέατη αγάπη
ψυχορραγεί
στον βολβό
των κυκλάμινων.
Κρυμμένοι παραμένουν
στου Πενταδάκτυλου το χώμα
καρτερώντας
τη
νικητήρια
και δίκαιη
ιαχή!



4


Γεύση μελιού
από
μελίσσι νιό,
πού
βρήκε καταφύγιο
στης
αρχαίας Λάμπουσας
τον
κόρφο, τον ιστορικό.



 «ΕΚΟΛΛΗΘΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΟΠΙΣΩ ΣΟΥ…»


15


Ενύπνιος
εμφάνιση
λευκίζουσα
αιωρούμενη
στα ανύπαρκτα
στα επιθυμητά,
στην ενδιάθετη
λήθη.



16


Μορφάζει
πολεμικώς
και
πληγωθής
ο έρωτας,
γίνεται
κορυφαία
πρόκληση
στο κοίλο
της αγάπης!




«ΜΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΗΣ ΜΕ ΚΥΡΙΕ…ΜΗ ΑΠΟΣΤΗΣ ΑΠ’ ΕΜΟΥ.»



17


Πώς
άραγε
ήρθα
κοντά σου;
Προσευχή
ή
Αμαρτία;
Κι η αγάπη
αντιγραφή;
Κι η επικοινωνία
σε αντιδιαστολή;

Πώς
άραγε
ήρθα
κοντά σου;
Λεμονανθός
ή
κρασί;
με επίσημη
έξοδο
προς την
αδιόρατη αυγή;



18


Της
καρδιάς
οι
χτύποι,
στη
χροιά
της
φωνής,
στο
πανηγύρι
του
αμφίσημου,
στης
ματιάς
τη
γεωγραφημένη
θέληση.




«ΚΥΡΙΕ, XPHΣTOΣ ΚΑΙ ΕΠΙΕΙKHΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΛΕΟΣΠΑΣΙ TOIΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΙΣ ΣΕ»



47


Αξίωμα αριθμητικό
στην ανελέητη σκέψη.
Ανακαινίζει
και σκαλώνει στη μνήμη
Ελεήμονη θύμηση.
Πλέκει
ανάστροφα και μάταια
ιόν γλυτωμό από τη σύνθλιψη.
Ορθρίζει
στον άνεμο και στης μοίρας
τα επιτύμβια φυσήγματα.
Αποχαιρετά
την οργή και την απόγνωση,
στο παράθυρο χωρίς κουρτίνα.


ΧΡΟΝΟΤΥΠΑ



 «Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΕΦΥΓΕ…»


Στις θαλασσοσπηλιές
η διασφάλιση
της δοκιμής,
Στου ψωμιού
το ζύμαμα
η αγρυπνία
Προζυμένιος,
ο χαμένος
έρωτας,
δίχως φτερά
Τροφοδότης
και κελαριστής.
Αλλού δοσμένη
η αποκλειστικότητα
κι η αβεβαιότητα
να σκιάζει
απειλή
στο μύθο της Αφροδίτης.




«ΠΑΣΑΙ ΟΙ ΟΔΟΙ   ΚΥΡΙΟΥ ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ»



Ε


Ένα τρικύμισμα.
Μια
τρα
μου
ντά
να,
Κι ο χρόνος
σταθερά
αμετάκλητος,
σφηνωμένος
στους
βρά
χους
του Ψηλορείτη.       




ΣΤ 


Μαντατοφόροι
του
χρόνου, οι φύλακες
στις
πραγματοποιημένες
θυσίες.
Στους
φεγγίτες
τα
φτερουγίσματα
των
χελιδονιών.




«ΜΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΗΣ ΜΕ ΚΥΡΙΕ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ.ΜΗ ΑΠΟΣΤΗΣ ΑΠ’ ΕΜΟΥ»



ΙΔ


Απουσία
νήμα
στ’ αδράχτι.
Δουλεμένη
στην ανάποδη
πλέξη,
στου Ήφαιστου
το πυρωμένο
αμόνι.
Η γυναίκα
στη θυσία!



IE


Περίλυπο
αγνάντεμα
ανακαλεί
τα απογοητευτικά
κι αδιάψευστα.
Σταγόνες
αρτηριακής
ερωτοτροπίας
με θρίαμβο
μιας σιωπής





ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ


«ΚΑΙ ΓΑΡ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΣΟΥ ΦΥΛΑΣΣΕΙ ΑΥΤΑ»



    σ’ όλες τις γυναίκες που έζησαν την προσφυγιά


I

Ο αγέρας
να περνά
το ένδυμα
κι ή αγωνία να φουσκώνει
τους
κτύπους
της
καρδιάς
στο προσφυγικό σώμα.
Σμύρνη,
Καππαδοκία,
Ρωμυλία.
Κερύνεια,
Αμμόχωστος,
Μόρφου.
Επανάληψη πόνου και ξεριζωμού
στην
αφροπάτητη
γη μου.
Κατάστηθα μάς κτύπησε
του
διωγμού
το
Σπαθί!



Ξεριζωμός II


Κορφές τού τόπου μας,
Γυναίκες
αγέρωχες, στην πλάτη
των κυμάτων
ευθυτενείς, στο αντίκρισμα
του ουρανού
Άφοβες, στου καιρού
τις επεμβάσεις.
Ξάγρυπνες
στην αναζήτηση.
Φιγούρες επίμονης
η Χαρίτα Μάντολες
μα και η Μάρω
και η Γιαννούλα,
τρεις αδελφές
που υπερήφανα
υπομένουν την Απουσία
την ατέρμονη
διαδικασία στον πόνο!



Του κόσμου αγνοούμενοι


«ΟΥΤΟΙ ΕN ΑPMΑΣI ΚΑΙ ΟΥΤΟΙ ΕΝ ΙΠΠΟΙΣ, HMΕΙΣ ΔΕ ΕΝΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ ΘΕΟΥ ΗΜΩΝ ΜΕΓΑΛΥΝΘΗΣ0ΜΕΘΑ»



Της καρδιάς
άνθρωποι,
αιχμάλωτοι
σε ξένα
χέρια.
Ονόματα,
μόνο
σε καταλόγους
αναζήτησης.
Αγνοούμενοι
ακριβές
αθεράπευτες
πληγές
στα μηνύγκια κτύποι
αφαιμάζουν
αρτηρίες και
φλέβες.

Επιμένουν παρουσιαστικά
στης προσφυγιάς
τ’ ασήκωτα τα χρόνια.



ΤΑΞΙΔΕΥΤΙΚΑ



Της Ρωσίας


Πετρούπολη

I


Διέσχισα τον Βόλγα
με τα κουπιά της εφηβείας
και με τη βάρκα εκείνη των ονείρων,
την κωπηλατούσε ο ενθουσιασμός
κι «Ό βαρκάρης τού Βόλγα»,
ο Ντοστογιέφσκι κι ο Τολστόι.
Ξεδίπλωμα στον ρομαντισμό
μπλάβες οι λάμψεις του λάζουλις
και του μαλαχίτη
καθοδηγούν
σε προσδοκίες και στη μεγαλειότητα του χτες.
Η Αικατερίνη στα πορτραίτα
ζωντανεύει, χαϊδεύει πορσελάνες,
κλείνει συμφωνίες
κι ο Πέτρος ενώνει πολιτισμούς
αγέρωχος στην αποφασιστικότητα
ευγενής οικοδεσπότης
ξεναγός στο Ερμιτάζ
.
Στα γαλήνια τού Ντέβα νερά
οι ιστορικές αποφάσεις και τα οράματα
ν’ ανακατεύουν τον κυμάτισμά
της εξελεκτικής λήθης...



Μονότροπα της Κρήτης


I


Παρουσία βουνοκορφών
πολύεδρων τραυμάτων,
φωτοβολούν τα Λευκά Όρη
δίχα το χρώμα της αγάπης
να καταγράφει ιχνηλασίες,
μόνο αναμνησιακές στιγμές.
Τοπία «καλημέρας»
που κάποτε αγαπήσαμε,
κι ακίνητα δρομάκια
με τις χανιώτικες μουριές.
Το μυστικό του έρωτα
στις αναρριχητικές συναυλίες του πράσινου
ριπίζουν επαναλαμβανόμενα
των ταξιδιών μας καλοκαίρια.
Ναυαγισμένοι πανσέληνοι
φαντάζουν και φωτίζουν
βυθούς συναισθημάτων
στην πόλη των Χανίων.



Της Κως


Τα κύματα τύψεις της θάλασσας,
που ρούφηξε σε ώρα σεισμού
τη γη,
φτιάχνοντας την απόσταση,
χωρίζοντας τη γη της Ιωνίας
που αλησμόνητη μένει,
αιώνια αγναντεύοντας το νησί της Κω.



Ελληνόφωνη του Ιουλίου ’Ιταλία


C’ emine su sto kkosmo ja memoria
Anonimo


Ι


Στον ήχο των δύο
ημισφαιρίων
σιγοτραγουδάς τη μοναξιά
των ταξιδιών,
συντροφευμένα μόνο
από αχλές παρουσίες
και τα χαμόγελα των τοπίων
όταν ξυπνούν στο φως του ήλιου.
Ο Επιζεφύριος Λοκρός
σφυρηλάτη κορμοστασιά
σου κόβει την ανάσα
ο εστηριγμένος «Έφηβος»
στα χέρια της Σφίγγας,
αγέρωχος, θεήλατος στην ετοιμότητα

Κι όταν ως «σκεπτόμενη Αθηνά»
ανιχνεύεις προγονικές αναμετρήσεις
ξεψιδάς την πίκρα της ημικατεχόμενης
Αφροδίσιας γης....





ΧΑΪ - ΚΟΥ – ΣΕΝΡΙΟΥ ΚΑΙ ΡΕΓΚΑ  (2014)



Της φύσης



Στιγμές άρωμα
της Λεμονιάς άνθισμα
νιότης άγγιγμα.


Ανθάκια χλωμά
ακακίας και γαζίας
κίτρινο χρώμα.


Αμαρτία
γιασεμί και νάρκισοι
ευωδιές ζωής!


Χρώματα του μπλε
στη θλίψη της θάλασσας
τα δάκρυά μας!...


Να δοξολογεί
του ουρανού το κάλλος
το αηδόνι!

Τα νερόχορτα
συνοδεύουν ποταμού
νερά και παίζουν.


Σκαλώνει μέσα
στου ήλιου την πορεία,
γκρίζο σύννεφο.



Τα χελιδόνια
αποδημούν μόνα,
φέρνουν χειμώνα.


Της Πανσέληνου
φεγγαρόφωτο, λάμπει,
πριν το πρωινό.     


Με διεύθυνση
το ποταμίσιο νερό
ταξίδι φύλλου.       


Τα κορφοβούνια
τυλιγμένα σε πρωινή
ομίχλη. Θλίψη.       


Η σμαραγδένια
θάλασσα, εφηβείας
οι σχεδιασμοί.        


Συντροφιά νερού
το ψαράκι της γυάλας.
Χοροπηδητά.


Η Πανσέληνος
κρυφογελάει, μέσα
στα κλαδιά του γκυ!


Ερχομός θλίψης
αρχή του φθινοπώρου,
τα χρυσάνθεμα.



Σελιδοδείκτες,
από φύλλα δάφνης
της Ανάστασης!


του Τόπου



Το τρισύλλαβο
γέλιο σου, ανθισμένο
στην Αμμόχωστο.

Τελεσίδικος
ο ήχος της Συμφοράς
από εισβολείς.

Βαριές φτερούγες
περιστεριού ειρήνης
ελιά στο ράμφος.

Πόθος άσβηστος
Κερύνειας όνειρο
δίψα μεγάλη.

Με ρίμες ήλιου
συλλαβίζεις πατρίδα,
σφυγμοί θέλησης.

Χτυπούν τα χέρια
ρυθμό ελληνικό,
σφρίγος της δόξας!

Καρτερεί μόνη
μάνα ξενιτεμένου,
γράμμα ελπίδας.


Γλώσσα της Κύπρου
Λεόντιου Μαχαιρά
ήχος και μέλος!

 

της Προσευχής


Η κραυγή Θεού
στον παιδικό πόνο
και στην ορφάνια.


Δημιουργία
με πλημμύρα λέξεων,
ο πόθος παιδιών!


Ω Παναγιά, 
ατά πόδια σου μια ψυχή,   
προσευχή παιδιού!


Πολλές οι ελπίδες,
προσφέρθηκαν στα παιδιά.
Η αρχή ζωής!


Θερμό του ήλιου
το φως, ζέστανε τα
παιδιά πού παίζουν.


Ήχος καμπάνας
μεταλαβιά μονάχα
για τα κοτσύφια!


Σκέψη πού πετά
προσεύχεται σε ύψη
Πενταδάκτυλου


Καμπάνας ήχος
ό πατέρας Νικόλας
στις εικόνες μπρος.



του Έρωτα



Πινέλα Λύτρα
στης «προσμονής» χρώματα
η κορασίδα.  


Αναμένουσα
πολυαγαπημένο
κοιτά το δρόμο!


Δόρυ έγινες
τόξευσες κατ' ευθείαν.
Ώ κτυποκάρδι!


Βέλος η ματιά
εκκρεμές ευτυχίας
τροχιά αλλαγής.


Το δάκρυ, κόμπος
και φιόγκος μεταξωτής,
λευκής κορδέλας.


Ύμνος της καρδιάς
οι φλοίσβοι των κυμάτων.
Χειλιών σημάδι.


Μαρμαρωμένο
το χαμόγελο μοίρας
θολά τα μάτια.


Η άλλη όψη,
πικρό νερό στη στέρνα,
θλίψη γυναίκας.


Η μοναξιά μας
έφτασε απέναντι,
γέφυρα πόνου.


Ρατσιστικός προς
την γυναίκα, ο έρως
του αρσενικού.

Στο μαύρο φρύδι
ξαπλωμένη σκέψη της,
κόψη ξυραφιού.


Της αφής λάμψη,
τού έρωτα οι παλμοί
ξίφη των ματιών!


Τα μάτια σου, ναι
μουσικές της αβύσσου
τρέμουλο νερού!


Κεντάς αγάπη
στα χρώματα ελπίδας
φουρτούνα καρδιάς.


Αναρριχόμενη
μοναξιά περιμένει,
εσύ δεν χωράς.



Θλιβερή φυγή
αναγκαία της ψυχής,
θέλγητρο ήσουν.



Ρέγκα



1       


Έκκληση βουβή
της κατεχόμενης γης
τα βεβηλωμένα      

μνημεία, οι εικόνες
μα και οι εκκλησίες μας.   

Επικάθεται
στη μνήμη το γνώριμο
φως Σαλαμίνας.     



2


Σαρώνει όλα
το ποτάμι που κυλά,
φιλιά, βότσαλα.

Τ' αγγίγματα λέξεις
και τα πουλιά σωπαίνουν.

Αφήνουν διάβα
τιτιβίσματα νερών
στην υποψία.





3


Κατεστραμμένα
τα μνημεία ιστορίας
απ' τα χέρια των

κατακτητών. Μένουνε
ζωντανά στις ψυχές

που ακόμα θα
πονάνε ξανά-ξανά
στην απόσταση.



4


Τού πρωινού η
θάλασσα στραφταλίζει,
στο βυθό ψάρια,

σχηματισμοί στο κύμα,
αφρογάλαζοι γλάροι

Τού δειλινού, η
θάλασσα σκοτεινιάζει
θολώνει νερά. 



5


Σε στοιχειώνει
ο πρώτος έρωτας σου
και οικοδομεί

όνειρα προσδοκίες
αρώματα και άνθη.

Τρυφερότητας
αισθήματα στην καρδιά
που ξαγρυπνούνε.



6


Στο λαιμό κόμπος
απόφαση χωρισμού
αγκάθι ψυχής

φυγής ανατρίχιασμα
χειμωνιάτικο δάκρυ.

Φεγγαρόλουστη
νύχτα μάταιου θρήνου
για την απουσία.


7


Χροιά και φωνή
χρόνου με χρόνου βλαστός
λαλώντας Κύπρο    

Λεοντίου Μαχαιρά
Μεσαίωνα ιστορεί  

συντηρώντας τη
μνήμη και παραμύθι
στο όραμά μας.       


8


Τού στήθους πόνος
μαχαίρι στον έρωτα
καρφώνεσαι φευ!

Παραμένει πληγή
πού λυτρωμό δεν έχει.

Και συ πιστός, στην
ριζωμένη αγάπη,
ικέτης μόνο!


9


Δρομολόγιο,
στην ίδια ακριβώς
μοίρα, πέταγμα.      

Ταξίδια η ζωή μας.
Μα εξακολουθούμε,

την προδοσία
στην ευθεία της καρδιάς.
Άδειος ο δρόμος.    


10


Βότσαλα στεριάς
στις στιγμές που το κύμα
τα αγκαλιάζει

ανάμεσα εισχωρεί
σιγά τα μετακινεί

δημιουργώντας
ηρεμίας τραγούδι
σ' απαλούς ήχους!
         

11


Χρόνος στη Λήθη
αντίστροφος θύμηση
δύσκολη ώρα

Γυροφέρνουμε το πριν
πονάμε τα χαμένα


θελήσεις μισές
κι αδιανόητες
στην αναδρομή.




ΛΑΠΗΘΟΣ (2018)

ΧΑΪ-ΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑΝΚΑ


ΧΑΪ-ΚΟΥ Ή ΧΑΪ-ΚΑΪ


Για τον Ουρανό


Το άρωμά σου,
στο ’δώσε ο ουρανός
αγάπης κρίνο!


Απόθεμα ροζ
στον ουρανό της Δύσης.
Αγαλλίαση.


Της πεταλούδας
πέταγμα στον ουρανό,
η ανύψωση!


Στο μπλε τ’ ουρανού
πεφταστέρων ταξίδια
ευχές χαμένες.


Συννεφιά,
σκοτεινιασμένης μπόρας.
Ουράνιο τόξο.


Βλέμμα τ’ ουρανού,
καθρέφτισμα θάλασσας.
Βροχής σταγόνες.

Ξεχασμένο μωβ
τού ορίζοντα γραμμή,
δύσης χρώματα.


Σκορπάς το λευκό,
κομματιαστό σύννεφο
στον ουρανό μας.


Αναζήτηση
χαμένης ανταύγειας,
ήλιου ακτίνα.


Σιρίτι ήλιου,
στην άκρη του σύννεφου.
Θεϊκό βλέμμα!


Το περίσσευμα
της δύσης στον ουρανό
ανάσας φιλί!



Για τα Δέντρα


Πρώτο άγγιγμά
με της άνοιξης χάδι,
ανθούν τα δέντρα.


Στα κλαδιά δέντρων
τα πουλιά ερωτεύονται
κελαϊδώντας μας!


Ταξίδι κάνεις,
προαίσθηση ονείρων
στην κορφή ροδιάς.


Στου ευκάλυπτου
το ψηλότερο κλαδί
τα περιστέρια.


Το σιωπηλό
της κερασιάς κάρπισμα,
γεύση αγάπης.


Φυλλορόισμα
στης ιτιάς τα φύλλα,
έρωτα σκιά.


Η αυτότεχνη
υφάντρια λέξεων,
αυλής καρυδιά.


Λεμονιάς σκιά
φιλοξενεί τη μάνα,
στο φερβολητέ.


Αφουγκράζονται
τιτιβίσματα πουλιών,
τ’ άνθια της μηλιάς.


Αναστεναγμοί,
κρυμμένοι στις κουφάλες
γέρικων ελιών.


Είναι χαμόγελο
καταχειμωνιάτικο,
η αμυγδαλιά.


Χαμηλόφωνα,
ψιθυρίζει ή μηλιά,
ρίχνει τα άνθια.


Το «Ποιητικό
Ημερολόγιο» των
ανθών λεμονιάς.


Αποκούμπι μας,
της βυσσινιάς οι καρποί
γλυκό κουταλιού.



Για τα λουλούδια


Εκτός αγάπης,
της αλουΐζας μύρο
αποσταγμένο.


Καινούριος μήνας
ανοίγεται μπροστά σου
Ιούνη ντάλιες.


Δρόσο φυλλωσιάς,
λιμάνι της αγάπης,
η λεμονιά μας.


Αληθινή ουσία,
η αίστηση ευωδίας
λαλέδων καιρός.


Λαλέδες φρέσκοι
ανθίζουν στα χωράφια
του Καραβά μας.


Τα κρινόλευκα
της αμμουδιάς βλαστάρια,
δακρύων γεύση!


Αγριάκανθο,
τούς κατακτητές της γης
κέντρισε τώρα.


Ζεστό το παλτό
με λεβάντας άρωμα,
δεν νοιώθεις κρύο.


Πηγάδι μνήμης,
λεβάντες ο αγέρας,
και λευκάνθεμο.


Ρυτίδες χειλιών
απ’ του φιλιού το χάδι,
στα ροδόφυλλα.


Τα κυκλάμινα
παιδικές μου μνήμες
στα παραμύθια.


Ακούμπησε ναι,
στον κορμό της λεύκας.
Ακούς τραγούδι.


Δροσοσταλίδες
στα γεράνια, ο πόνος
τού αλλιώτικου.


Της υπομονής
κεντίδι, αροδάφνη
Αροδαφνούσας.



Για τον άλλο...



Συναρπαστικό.
Απαλλαγή της σκέψης,
o άλλος σιμά.


Μονάχος είσαι
και ας ζής δίπλα δίπλα
με τον άλλο, αχ!


0 ερχομός σου
η μυθική σαγήνη,
της κρυφής ώρας.


Άδειος να μένεις
από την παρουσία
του μοναδικού.


Βιολετιά μάτια,
καθηλωτικό βλέμμα,
στο παράθυρο.


Ταραχή ψυχής
στη δική σου την σκέψη.
Εξατμίζεται.


Και με την ψυχή
πληρώνει τα ψιχία
και με τάλαντο.



Στοχαστικά



Χρώμα των ματιών
στα πράσινα των φύλλων,
λίμνες στοχασμών.


Τα βήματά μας
πίστωμα της αγάπης,
στον δρόμο πλάι.


Της σύζευξης το
ετερόκλητο, χαρά
και λόγος στυγνός.


Δύσκολη πράξη,
της αγάπης ποθητή,
αυτοσχέδια.


Ό απέναντι
άνθρωπος, το αστέρι
της ευχής είναι.


Ιδρώτας βίου,
κάθετα στην πλάτη μας.
Ρέει ο μόχθος!


Το ανέγγιχτο
του πουλιού φτερούγισμα,
αναστεναγμός.


Για τον τόπο


Λευκό χρυσάφι
στις κορφές του Τροόδους
νερό στους φράχτες.


Η κληματαριά
της αυλής του Καραβά,
ξεκούρασή μας.


Σας θυμόμαστε
Σπίτι, αυλή, κήποι μας.
Βίαια φυγή.


Ποίησης έργο
η Αχειροποίητος,
Εκκλησιά Πίστης.


Πηγάζει πηγή.
Κεφαλόβρυσου ροή,
τραγούδι νερού.


Έγνοια μαγική
συλλαβίζεις πατρίδα,
στους κρίνους μνήμης!


Ξεκινάς βαθειά,
Ιστορίας άρμενα
η Σαλαμίνα!



ΤΑΝΚΑ


Το περπάτημα
σ’ όχθη ποταμού, νερού
πού μουρμουρίζει

ομορφιάς διάρκεια,
ό ήλιος βυθίζεται.


Το φεγγάρι, μας
ταξιδεύει ανάμεσα
στα κλαδιά ιτιάς,

πού ψιθυρίζουν κραυγή
πατρίδας σκλαβωμένης!


Ύπνος στη σκιά
της λεμονιάς, που κλαίει.
Οι εξόριστοι,

οι πρόσφυγες κατοικούν
στο ένστικτο γυρισμού!


Η επέτειος
αχνοδιαγράφεται
στα φύλλα δάφνης,

σαλεύουν στον αγέρα,
δέηση στους ήρωες!


Παρηγοριά μας
μια στιγμιαία φλόγα,
μια αναλαμπή,

στο κυνήγι του Θεού.
Σιγή, η απάντηση!



Στον ανήφορο
συναντηθήκαμε, ναι,
κυδωνιάς καρπός,

ανατρέπει τον κόπο,
κυδώνι γλυκό τρώμε.


Μουσική βιολιού
τα φιλιά στα ξαφνικά,
φύλλων θρόισμα,

υπομονή του χρόνου
στα γιούλια, στα γιασεμιά.


Γλάροι καΐκια
τού Αιγαίου θάλασσα
λίκνισμα βάρκας.

Κέντημα κοφτό ψυχής,
μεταξωτή βελονιά.


Λουλούδια, χάδια
κάτω απ’ τον ίσκιο
των κλαδιών λέξεις

ιερές, ερωτικές
χαραγμένες στον κορμό.


Πίστη στον Θεό,
συναπάντημα ωδής,
στο χαμόγελο

αγγέλου, στην αγκαλιά,
του ουρανού. Προσευχή



Μόνο σιωπή.
Μόνο τα περιθώρια
και παρενθέσεις.


Στη σκιαδερή μηλιά
ψιθυρισμοί ποιητών.


Στις απώλειες
χωρέσαμε μαζί, με
τριαντάφυλλα.

που μαδήσαμε για να
ξεχάσουμε τον πόνο.


Οι παρακλήσεις
που παραμένουν κλειδιά
αναστεναγμού,

στο σπαρακτικό μέλλον
στο αλυτρωτικό χθες.


Εκμηδένιση
ανοιξιάτικης λήθης,
δάφνη - μερσίνη.

που ομολογήσανε
τη θυσία ηρώων.


Το έργο της φως
με μυρωδιές προσφοράς
για την Παιδεία

στην Ποίηση εύλαλο
ροδόσταγμα της φίλης.


Στο «Ποιητικό
Ημερολόγιο» των
ανθών λεμονιάς

μνήμες και αναμνήσεις
της Κερυνιώτικης γης.


Ο βηματισμός,
στα ξερά φθινοπώρου
φύλλα, θορυβεί

στην αντοχή χειμώνα,
που μόνος του έρχεται.


Μια στάλα φωτός
του φεγγαριού ν’ ανοίξει
του ουρανού μας

η σκοτεινιά ξαγρυπνά.
Σύμπαν χωρίς αστέρια.


Δάφνες και Μυρτιές
θαλασσινό αγέρι
στο «Ποιητικό

Ημερολόγιο» ή
μνήμη των Ηρώων μας.


Η Συνάντηση
στο «Ημερολόγιο
το Ποιητικό»

στην πρώτη κάθε χρόνου,
συντροφευμένες σκέψεις!





ΤΑ ΜΝΗΣΤΡΑ   

Δέκα χρόνια απόστασης     (2009)


«Δέκα χρόνια απόστασης...»


- Δ –


Την συνάντησα σε μια δεξίωση. Αλλιώς την είχε πλάσει η φαντασία μου πριν χρόνια ως μαθήτρια, όταν διάβαζα κι άκουγα για το έργο της. Κι ήθελα τόσο πολύ τότες να την γνωρίσω, να της μιλήσω, έστω. Και μια και δεν μπορούσε να γίνει, πολλές ήταν οι φορές, που όπως διάβαζα κάτι δικό της, αφαιρόμουνα - κι όπως η νεανική φαντασία δεν θέλει και πολλά για να φτιάξει - έφτιαχνα την εικόνα της από μόνη μου. Την στόλιζα, πολύ την στόλιζα, δεν ξέρω γιατί. Αργότερα, σαν έμαθα πως μπήκε πιο δυνατά ‘στα τού τόπου’ εδραιώθηκε η εντύπωση μου, πως θα ήταν πάντα μια γυναίκα κοκέτα. Έπρεπε κιόλας να είναι στολισμένη. Το απαιτούσε στο κάτω-κάτω η κοινωνική της θέση. Ποτέ δεν της έλειπε η «κοινωνική θέση». Μια έκφραση επιφορτισμένη με αβάσταχτο βάρος τις πιο πολλές φορές. Άσχετα αν ο άνθρωπος ματαιοπονεί σ’ όλη του τη ζωή, για μια κάποια τέτοια θέση.
     Σαν αστραπή, λοιπόν πέρασε απ’ το μυαλό μου τούτη η συνηθισμένη φράση «κοινωνική θέση». Τώρα που το σκέφτομαι, με κάποια ηρεμία, ίσως να ήταν μια υποσυνείδητη αντίδραση στην έκπληξη που ένιωσα - που με τάραξε θα
έλεγα καλύτερα - σαν πλησίασε στην παρέα μας. Τοιουτοτρόπως έγινε και γνωριστήκαμε.
     Ίσως ακόμα να την έφερα σε δύσκολη θέση, καθώς το βλέμμα μου στάθηκε επίμονο επάνω της... Την κοιτούσα προσπαθώντας να συναρμολογήσω εκείνη την παλιά της εικόνα, που είχε φτιάξει η παιδική μου φαντασία και να την συγκρίνω με αυτό που έβλεπα, με την πραγματική. Κι όπως ένα παιδί του σήμερα, ανοίγει αυτά τα καινούργια παιγνίδια τα puzzles και προσπαθεί απ’ την πρώτη στιγμή να ξεχωρίσει χρώματα και σχήματα για να φτιάξει όσο το δυνατό γρηγορότερα την εικόνα, που έχει εξωτερικά το κουτί του παιγνιδιού, για να σε καθοδηγεί. Έτσι και γω προσπαθούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα να σχηματίσω και συλλάβω τη δική της εικόνα. Με δυσκόλευε κάτι. Κι αυτό ήταν η απλότητά της! Μια απίστευτη απλότητα!
     Φορούσε ένα απλό κλασικό, μπλε ταγιεράκι, με μια άσπρη, κινέζικη μπλούζα. Το πρόσωπό της άβαφο, τα μαλλιά της βουρτσισμένα απ’ τη δική της βούρτσα. Όλα τούτα βρίσκονταν σε μεγάλη αντίθεση μ’ όλες εκείνες τις κομψοντυμένες κυρίες, με τα τυποποιημένα χτενίσματα, που στριφογύριζαν
γύρω μας, προβάλλοντας περήφανα όλα τα ακριβά στολίδια και τις μάρκες που φορούσαν.
     Μα πιο πολύ αυτό που μ’ ένοιαζε και προσπάθησα να νιώσω, ήταν η ψυχή της, τα αισθήματα κι οι ιδεολογίες της. Δεν ένιωθα πως ήθελα να εισχωρήσω ίσως σε προσωπικά σύνορα - κι είμαι απ’ τους ανθρώπους που τα σέβομαι – γιατί ήδη κάτι ήξερα από τούτα τα σύνορα, μέσα απ’ τις σελίδες των βιβλίων της. Μα τη συγκεκριμένη στιγμή προσπαθούσα να τα υπογραμμίσω και στην πραγματική ‘φυσική’ τους μορφή.
     Άρχισα να υπογραμμίζω μια απέραντη κι ανάλυτη θλίψη, και πίκρα μέσα στα μάτια της.
     Τη γνωριμία μας ακολούθησε, συζήτηση σε χαμηλούς τόνους. Της είπα πως το χωριό της καταγωγής μου, είναι δίπλα στη δική της πόλη...
     Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα θαρρώ μας συνεπήρε και νιώσαμε ένα κτύπημα στο στομάχι. Καραβάς - Κερύνεια κι η τρίτη φίλη στην παρέα, Μόρφου. Ασυναίσθητα έφερα το χέρι στο στομάχι, φοβούμενη μην τσακίσω στα δυο και... μου πέσει και το ποτό στ’ ακριβό χαλί, απ’ τη τρεμούλα της ψυχής και των χεριών...
- Δέκα χρόνια πάνε... της ψιθυρίζω, λες και με το να μην το πω φωναχτά δεν θα ήταν πραγματικότητα.
- Ναι, δέκα χρόνια, επαναλαμβάνει και προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία της... Μια ψυχραιμία πολύ εικονική. Άρπαξα, όμως, τ’ ανεπαίσθητο τρέμουλο στο απάνω της χείλι. 
     Το ξέρω και το ξέρει, πως στα ρουθούνια μας αναδεύτηκε η αψή μυρωδιά τ’ ανθολέμονου, και στ’ αυτιά μας ήχησε κελαριστό το τραγούδι του Κεφαλόβρυσου... Το μελωδικό σπάσιμο των κυμάτων στα βράχια του «Έξη Μίλι» και στο «Mare Monte»...
     Με ένα μαγικό τρόπο και χωρίς κόπο βρεθήκαμε στο γραφικό λιμανάκι της Κερύνειας, να σεργιανάμε αγναντεύοντας το κάστρο... Ν’ ανηφορίζουμε τα στενά της δρομάκια, με τα τουριστικά μαγαζιά και να θαυμάζουμε τους ίδιους τους κόπους των χεριών μας... Την παράδοσή μας... Το φερβολιτέ, μπερδεύεται χαϊδευτικά στα δάχτυλά μας... Η γιαγιά, μού είχε φτιάξει πολλά κομμάτια. Και κάθε λίγο τα έβγαζα απ’ τη ντουλάπα, που η μητέρα μου τα είχε τακτοποιημένα, διπλωμένα και τα χάζευα κάνοντας όνειρα για το δικό μου σπίτι...
     Χωρίς να το καταλάβω, μίλησα δυνατά... Δεν χρειαζόταν
επεξηγήσεις. Ήξερε.
     Προσπαθούμε αμέσως να συνέλθουμε απ’ το «ταξίδι» μας. Πάντα τα ταξίδια κουράζουν. Κάποια δημιουργούν και ναυτία... Πόσο, μάλλον, τούτο ειδικά το ταξίδι, που δεν αφήνει καμιά γεύση, καμιά αφή, καμιά όραση... Προσπαθούμε ακόμα ν’ αλλάξουμε θέμα, γιατί σαν να έχουμε γίνει θέμα της
βραδιάς με τη σιωπηλή επαφή μας...
     Με ρωτά για τις εμπειρίες μου στη μακρινή, ξένη χώρα, που ζούσα τελευταία. Μα όσο κι αν θέλω να μην επανέλθω στο θέμα της πληγής μας και να τη σκαλίσουμε, δεν μπορώ να μην της μιλήσω για τις πρωινές εμπειρίες μου, στο σχολείο που δίδασκα και να μην μεταφέρω το πηγαίο ενδιαφέρον των ξενοφυτεμένων Ελληνόπουλων για τη μοιρασμένη πατρίδα μας... Τη λαχτάρα του Αντρέα για το Καρπάσι, την πληγή του Κωστή για την Όρκα, για το λαχτάρισμά του να τρέξει μέχρι που να πέσει χάμω λαχανιασμένος στα χωράφια με τους κίτρινους και τους κόκκινους λαλέδες. Την ανυπομονησία της Έλλης για τον Άγιο Ιλαρίωνα και το ότι σε κάθε της έκθεση, στα Αγγλικά ή Ελληνικά - δεν έχει σημασία - τα φέρνει από δω τα φέρνει από κει κι αναφέρει το Πέλλα Πάις και την ομορφιά του, χωρίς να είναι εκτός θέματος!!!
     Κι έτσι ξαναγυρνάμε κι εμείς στην αγωνία μας για το πώς θα είναι για μας το «αύριο». Μα ποτές δεν είναι εύκολο να τη θάψεις για να ξεφύγεις από τούτο το αίσθημα. Πώς είναι δυνατόν να ξεφύγεις αφού όλα σε αλυσοδένουν, σε πληγώνουν, σε κατατρώνε όπως τον αετό που ξέσκιζε τα σπλάχνα
του Προμηθέα.
Κάπου συμφωνήσαμε κι αφήσαμε ατέλειωτη τη συζήτηση μας... Το συμπέρασμα όμως βγήκε αβίαστα: Από το ‘74 και μετά καμιά μας δεν ξαναμαζεύει ούτε φυλάει κειμήλια μα ούτε και πράγματα, που όταν τα χάσεις στοιχειώνουν και
γίνονται έμψυχα... Ούτε βγάζουμε φωτογραφίες και τις μαζεύουμε σε άλμπουμ. Όλα τ’ αφήσαμε εκεί όπου ανήκουμε, όπου είναι οι ρίζες μας, το σπίτι μας, η καταγωγή μας, η γενιά μας... η ψυχή μας...
     Δεν μπορούσα να μην της πω για τη σκέψη που μού τριβελίζει και μου καρφώνει το μυαλό, τους τελευταίους μήνες. Τη σκέψη που με κομματιάζει στα δυο. Να πάω, να πάω έστω και με το ξένο διαβατήριο... που απόκτησα απ’ τη χώρα που ξενιτεύτηκα.
     Με κοίταξε κατάματα, δεν ξέρω ίσως γιατί τα μάτια μου της φανέρωναν πως η περηφάνια μου ποτέ δεν θα μ’ άφηνε να το πράξω! Έτσι το έλεγα. Χωρίς σκέψη μ’ απάντησε.
- Όχι. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω. Όχι, δεν θέλω. Εγώ είμαι από εκείνη τη γη από εκείνα τα χώματα και μου ανήκουν!
Η ψυχή μας έχει βαρύνει. Μα πώς είναι μπορετό να κρατήσει στο σχήμα της δέκα ολόκληρα χρόνια αναμονής... Πώς είναι εφικτό να αφομοιώσει στους σφυγμούς της δέκα ολόκληρα χρόνια απόστασης;...

Δεκέμβρης 1984, Καμπέρα


  

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ


«Τα Μνήστρα», η συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Περατικού- Κοκαράκη, βρίσκεται στον ίδιο «σκοτεινό» παραδειγματικό άξονα, που παραπέμπει οε ένα Λογοτεχνικό τύπο αφήγησης του οποίου ο πυρήνας είναι η εξιστόρηση της εξορίας, στις ποικίλες εκδοχές και εκφάνσεις της, με βάση τη χρονολογία 1984. Παραπέμπει, δηλαδή, στα δέκα χρόνια που μεσολαβούν από το 1974, τη χρονιά της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, που βρίσκουν την αφηγήτρια των ιστοριών, πρόσφυγα πια, στην Αυστραλία. Έτσι, όλες οι ιστορίες, που υπάρχουν στα Μνήστρα, έχουν την προοπτική που αναπτύσσει ένας δημιουργός “εν εξορία”. Γι’ αυτό, μια λέξη λάπ μοτίφ σ' αυτή τη συλλογή, είναι η «απόσταση», που ξεπερνάει την υπαρξιακή κατάσταση της αφηγήτριας και παραπέμπει στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν σε ένα χρονικό ορίζοντα δέκα
ετών 1974-1984,όπου πολλά πράγματα άλλαξαν στη ζωή των ηρώων όλων των ιστοριών.
     Η αξία της διηγηματογράφου βρίσκεται στην ικανότητά της να διηγείται και να αναδιηγείται, εντάσσοντας μέσα στο έργο πολλά είδη λόγου. Έχοντας ένα πλούσιο απόθεμα εμπειρίας και αφηγηματικό ταλέντο, της δίνεται η δυνατότητα να ξεχωρίζει μέσα από τις πολύπλοκες συνθήκες της ζωής που έζησε στην Κύπρο, την Αθήνα και την Αυστραλία, μοναδικά και χτυπητά περιστατικά, που πάνω τους στηρίζονται οι ιστορίες που περιγράφονται. Το κάθε περιστατικό, ενώ φαίνεται να είναι καθαρά προσωπικό, μετουσιώνεται
κατ εξελίσσεται, τελικά, ως αντιπροσωπευτικό και κοινωνικά τυπικό παράδειγμα του τι δίνει και τι κερδίζει ο καθένας από μας
στην πάλη του με τον πανδαμάτορα χρόνο.
Άλλωστε, “τα μνήστρα”, από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα,
είναι το τίμημα που πλήρωνε πάντα κάποιος για να πάρει κάτι...




ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ  (2015)



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45


Ε'


[...]
Οι φωνές
κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια
και τα πετάνε τα παιδιά.
Γιώργος Σεφέρης
    Τρία Κρυφά Ποιήματα, 1966

Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο...
Μαρία Πολυδούρη


ΕΜΠΕΔΩΤΙΚΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ πατριδογνωσίας που της έκανε ο
παππούς στα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της. Συμπληρώθηκαν κι από τις δυο γιαγιάδες, την Ελένη και την Ευδοκία. Η καθεμιά  σε αλλιώτικο επίπεδο. Η Ευδοκία με τον ξενικό, ντελικάτο και αρχοντικό αέρα της Αλεξάνδρειας, στην οποία μεγάλωσε κι έζησε τα πιο όμορφα χρόνια που μπορεί να ζήσει γυναίκα, δίπλα στο λεβεντάνθρωπο που τον αγάπησε και την αγάπησε. Η Ελένη, απλή αγωνίστρια της καθημερινής βιοπάλης, που είχε αναστήσει τρία παιδιά, έχοντας θάψει το πρώτο της. Η επιβίωση την έμαθε να λέει λίγα και να κάνει πολλά χωρίς να εξοντώνει τον εαυτό της. Να δείχνει τόσο όσο πρέπει τα αισθήματα της, ακόμα και στον παππού Κώστα, που ξεροστάλιαζε για μια τρυφεράδα, αλλά και στα παιδιά της, που όλα όσα έδινε ήταν με μέτρο. Με την Ελένη μόνο έκανε την εξαίρεση κι άφηνε τα χάδια, τα λόγια, τις σκέψεις της να φανερώνονται πιότερο και δεν τα τσιγκουνευόταν. Στην Ελένη μόνο, σε κανένα από τα άλλα της εγγόνια, ούτε οε όσα ήρθαν στους κατοπινούς χρόνους, αφηνόταν στα αισθήματα της. Κι αυτό όχι γιατί είχε το όνομά της, όπως κάποιοι έλεγαν. Η Ελένη και ποιον δε σκλάβωνε. Και σε ποιον δεν έβγαζε τα πιο απόκρυφα συναισθήματα. Και ποιος, σαν τη γνώριζε, δεν της τα πρόσφερε.
     Εμπεδωτική, λοιπόν, και η αγάπη που της έθρεψε ο παππούς με τα τραγούδια, τις διηγήσεις και τις βόλτες για τούτους τους δύο τόπους. Τον Καραβά και την Αμμόχωστο ή Φαμακούστα, τη «φημισμένη πόλη», με τη σημερινή της ονομασία Βαρώσι.
     Έκτοτε, σε όποια θάλασσα και να κολυμπούσε -της Αμμοχώστου, του Ζέφυρου, της Λάμπουσας-, αυτήν του Mare Monte θα νοσταλγούσε. Όποια πανσέληνο και να αντίκριζε, την πρώτη πανσέληνο της Χρυσής Ακτής θα αποζητούσε.
     Όποιο παγωτό και να δοκίμαζε, τη γεύση του πρώτου παγωτού αναθυμόταν. Με τις γιαγιάδες και τον παππού της ήταν όταν της πήραν το πρώτο παγωτό τριαντάφυλλο στο «Ακταίο». Τότε δεν υπήρχαν τόσες γεύσεις. Ήταν μόνο το τριαντάφυλλο και το γαλακτερό. Της Ελένης, όμως, δεν της άρεσε το γάλα, ούτε το έπινε.
     Σε όποιο περιβόλι λεμονόδεντρων και να βρισκόταν, μπροστά στα μάτια της ξεδιπλωνόταν εκείνο του Καραβά. Οσφραινόταν τη μυρωδιά των λεμονανθών και θυμόταν το γάμο της πρώτης ξαδέρφης του πατέρα της, γιατί σε αυτόν συνειδητοποίησε πρόσωπα και χώρους. Κι από τότε θυμάται τη γνωριμία της με τα κυκλάμινα. 0 παππούς με τις πιο μικρές ξαδέρφες της στόλισαν τα μαλλιά με λεμονανθούς και με κυκλάμινα. Γι’ αυτήν τα είχε μαζέψει εκείνος. Πόσο την καμάρωνε!
     Αμ το γιασεμί... Είναι ποτέ δυνατό να μυρίσει γιασεμί και να μην ξαναζήσει ολοζώντανα εκείνο το δείλι; Το έφερε ο παππούς σε χάρτινη σακούλα. Του το έδωσε φίλος του. Του το έβαλε καταβολάδα και το περίμενε κοντά έξι μήνες. Της το είχε τάξει. Παρά την κούραση του, ούτε καφέ δεν κάθισε να πιει, όταν του είπε η γιαγιά να του φτιάξει. Γύρεψε την Ελένη, και η Ελένη βρισκόταν στο παραπάνω σπίτι, στις φίλες της, κι έπαιζε. Δεν ήταν τρεις μήνες που είχαν έρθει να μείνουν στη γειτονιά η κυρία Νίτσα με τον κύριο Κώστα, το σουβλατζή, και τα δυο τους κοριτσάκια, την Ανιρούλα και τη Γιώτα. Είχαν γυρίσει από την Αγγλία όπου είχαν πάει μετανάστες. Έφεραν μερικά λεφτά κι έχτισαν δυο δωμάτια. Στην αυλή τους είχαν ακακίες και άμμο. Της άρεσαν της Ελένης οι ακακίες με τα μικρά, στρογγυλά, χνουδωτά, σαν μπαλάκια, λουλούδια τους. Τους πρόσφεραν τη σκιά τους για να παίζουν στη δροσιά τους και να μην κουράζονται στη ζέστη. Ήταν οι πρώτες παιδικές της φίλες!
     Τη φώναξε ο παππούς. Στη σχεδόν ανύπαρκτη γειτονιά, μόνο τρία όλα κι όλα σπίτια. Ανάμεσά τους μια παράγκα. Υπήρχαν και τέτοια σπίτια, που στέγαζαν τη φτώχεια των αυτοχθόνων Κυπρίων σχεδόν μέχρι και το 1965. Έμενε μια χήρα με τρία κορίτσια μεγάλα, τα οποία δούλευαν.
     Αμέσως άκουσε η Ελένη και φάνηκε στον καινουριοφτιαγμένο δρόμο. Είχε ανοιχτεί εδώ και καμιά εικοσαριά μέρες, γιατί ο «λόρδος» -αυτό ήταν το παρατσούκλι του ιδιοκτήτη της γης- είχε χτίσει τα πρώτα διώροφα και τα νοίκιαζε στους Εγγλέζους οι οποίοι δούλευαν στις βάσεις. Απομεινάρια μόνιμα της αποικιοκρατίας, που στ’ αλήθεια ποτέ δεν έφυγε.
     Ούτε λεπτό δε σκέφτηκε η Ελένη πως το κάλεσμα του παππού της διέκοπτε το παιχνίδι. Έτρεξε ανοίγοντας τα χέρια της σε αγκαλιά. Έτσι συναντιούνταν με τον παππού της ακόμα κι όταν μεγάλωσε. Είτε είχαν καιρό να ιδωθούν είτε όχι. Εκείνος στεκόταν και την περίμενε, της άνοιγε και τη δική του αγκαλιά, και η Ελένη έπεφτε μέσα και τη σήκωνε ψηλά. Γύριζε κι έμπαιναν στο σπίτι έτσι αγκαλιασμένοι. Οι υπόλοιποι της οικογένειας που τους έβλεπαν σχολίαζαν αστειευόμενοι και τρυφερά τη σχέση τους.
     Εκείνο το απόγευμα δεν μπήκαν στο σπίτι. Παρά την έβαλε ο παππούς της να καθίσει στο κολονάκι της καγκελόπορτας. Την κοίταξε στα μάτια, της έπιασε το κεφάλι, της το γύρισε απαλά και της έδειξε τη χαρτοσακούλα στο πρώτο σκαλοπάτι της βεράντας.
- Τι είναι; τον ρώτησε.
- Γιασεμί. Θα το φυτέψω εδώ στην είσοδο. Θα το φωνάζουμε «Ελένη», γιατί θα είναι δικό σου. Εσύ μου το ζήτησες. Για εσένα το φυτεύω. Μέχρι του χρόνου θα μεγαλώσει, θα κάνει λουλούδια. Θα τα περνάς στην κλωστή, θα τα κάνεις γιρλάντα και θα τη βάζουμε στα μαλλιά σου.
     Η χαρά της Ελένης φάνηκε σε όλο της το πρόσωπο, και χτύπησε τα χέρια της.
     Εκείνος στράφηκε και άρχισε να σκάβει για να το φυτέψει. Τα λόγια του της τα επιβεβαίωσε και η γιαγιά. Έτσι, τα πρωινά, η Ελένη κατέφευγε στα λουλούδια της «μαυρομάτας» και το απόγευμα, που έπεφτε ο ήλιος, σε αυτά του γιασεμιού.
     Τι έχει γίνει εκείνο το γιασεμί; Εκείνο το δέντρο της «μαυρομάτας»; Για τα κυκλάμινα δεν αναρωτιέται. Ξέρει πως ανθίζουν... και αντιστέκονται στους εισβολείς.
Κατάληξη; Να λένε, ένα σπίτι έχασες το 74. Έφτιαξες άλλο.; Φύτεψες άλλο γιασεμί...




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 71


Ιμερόεσσα Λάπηθος
μια ομορφιά
η πρώτη της Κύπρου
ένας έρωτας
ένα πάθος
ένα σκίρτημα
μια ζωή
μια ολόκληρη ιστορία.
Φαίδρος Καβαλλάρης


ΠΟΤΕΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ Η ΕΛΕΝΗ την υποδοχή που της έκανε η Ιφιγένεια στην πρώτη τους συνάντηση μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Την αδημονία που ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια της. Άθελά της, ξανάφερε στη θύμησή της εκείνη την πρώτη τους γνωριρίατο Σεπτέμβρη και το ελαφρώς τρεμάμενο χέρι της Ιφιγένειας μες στο δικό της. Ένα χέρι που αμέσως σου μετέδιδε μια παγωμάρα, μια ακαταδεξιά... Οι κλασματικές αυτές σκέψεις δεν επηρέασαν, βέβαια, την Ελένη. Το αντίθετο. Θα κατέθετε τη θαλπωρή της φιλίας της χωρίς τσιγκουνιά. Διαισθανόταν πιότερο, παρά ήξερε, πως η Ιφιγένεια την είχε μεγάλη ανάγκη. Ήθελε μια αγκαλιά να χωθεί. Και η Ελένη σε κανέναν και ποτέ της δε θα την αρνιόταν.
     Η Ιφιγένεια αμέσως ξεμονάχιασε την Ελένη και την τράβηξε προς τις αμυγδαλιές. Της άνοιξε και πάλι την καρδιά της. Της είπε για τις τιμωρίες της, τον αποκλεισμό και την άγρυπνη απ’ όλους επιτήρηση που είχε. Τα λόγια της Ελένης την αγκάλιασαν, δίνοντάς της συγχρόνως την ανάσα και την αισιοδοξία της επόμενης μέρας. Ως επίλογο άφησε η Ιφιγένεια το κυκλάμινο που φύτρωσε στη σχισμή της αυλής τους. Και τόλμησε να της πει πως ήταν
οιωνός της φιλίας τους!
     Κάπως έτσι έπεσαν τα θεμέλια της φιλίας των δυο κοριτσιών. Τις κρύες μέρες του χειμώνα που ακολούθησαν, τη ζέσταιναν η κατανόηση και η ανακούφιση που πρόσφερε αμέριστα η Ελένη. Η Ιφιγένεια ένιωθε πως ξεφύτρωνε μέσα της μια δύναμη που όχι μόνο δε φανταζόταν ότι τη διέθετε, μα ούτε και πίστευε σε αυτήν. Και οφειλόταν στην όλη στάση και τη συμπαράσταση της Ελένης τις ώρες του σχολείου.
     Αυτά έβλεπε από μακριά ο Μιχάλης και άρχισε κι εκείνος ν’ αλλάζει. Ένα και μοναδικό βλέμμα τού έριξε κάποια στιγμή η Ελένη, που δεν ήταν διόλου αποδοκιμαστικό, ούτε επικριτικό, κι αυτό τον ξάφνιασε. Τον έκανε να αναζητήσει τις ευθύνες του, να δει την επιπολαιότητά του. Να ψάξει το χαρακτήρα του. Να σκεφτεί τα όνειρά του για πρώτη φορά.

Η άνοιξη βρήκε τις δυο κοπέλες να κοιτάζουν τα κυκλάμινα και να κεντούν τη ζωή τους από άλλη μεριά καθεμιά. Η μία με όλα τα παράθυρα ανοιχτά και η άλλη μόλις που ν’ ανοίγει το ένα και να το κλείνει, αφήνοντας έξω το φως και το κρύο.
Το χωριό δεν είχε σταματήσει τα σχόλια για την Ιφιγένεια, αλλά δεν ήταν κακεντρεχή. Αντίθετα, όλοι στενοχωριούνταν για την απομόνωση της, γιατί δεν άντεχαν τη στάση της Δώρας και τη μύτη της.

Της «έμπαιναν» με κάθε ευκαιρία που τους δινόταν, και μάλιστα την έθιγαν με τάχα αδιάφορες αναφορές για την κόρη και τη γυναίκα του «Καινούριου». Για τις αρχές που είχαν στην οικογένειά τους, τη σύμπνοια και την καταδεκτικότητά τους. Συνέχιζαν με το εγκώμιο των καλών αγοριών τους, που ήταν και καλοί γαμπροί. Ήξεραν πως πίσω από εκείνο το κρύο χαμόγελό της, το σχεδόν αδιάφορο, μέσα της σκύλιαζε. Της πρότασσαν και την εκτίμηση που η Έλλη έδειχνε στην κυρα-Φωτεινή. Κι αυτό ήταν το ζεμάτισμα.




ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ

 «...ξερίζωσα μια πέτρα απ' τη γη
Πήρα χαλκό από βαθιά και χάραξα την οφειλή…
ν' αγγίξει η μπάλα
τα παιδιά να διακρίνουν το χρεόγραφο».
Στίχοι του Κύπριου ποιητή Σωτ. Π. Βαρνάβα


Οφειλή προς τη νέα γενιά,
που ακούει τα γεγονότα τα ιστορικά τούτου του τόπου
και νομίζει πως είναι παραμύθι.
Μ' αυτά τα αισθήματα και με το κελάρυσμα
του νερού απ' το κεφαλόβρυσο του Καραβά
και με το φλοίσβο της θάλασσας της Αμμοχώστου
και της Αχεροποιήτου στ' αυτιά και στην καρδιά της
μεγάλωσε η Ελένη, αγναντεύοντας τον Πενταδάκτυλο,
κι η φίλη της Ιφιγένεια στο κλειστό απ' τα βουνά
του Τροόδους χωριό της. Η φιλία θα της ενώσει
κι οι μοίρες απ' τον Πενταδάκτυλο θα τις παρακολουθούν...
Όπως και η λεπτή μυρωδιά
των κυκλάμινων στον αγέρα θα τους φέρνει
μια μικρή ανάσα...




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Μαρία Περατικού-Κοκαράκη γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κύπρο, τόπο καταγωγής του πατέρα της.
Μεγάλωνε με τις διηγήσεις της Μικρασιάτισσας στην καταγωγή, Αθηναίας μητέρας της, μαζί με τους μύθους, θρύλους κι αγώνες της Κύπρου. Της άφηναν γεύσεις και μυρωδιές, για να φτιάχνει στη συνέχεια τις δικές της μικρές ιστορίες. Ιστορίες που την ταξίδευαν και της γνώριζαν ανθρώπινες μοίρες, πορείες, αγώνες, αντιστάσεις, προσπάθειες, μόχθους. Από πολύ μικρή συμπέρανε πως κάθε Άνθρωπος κι ένα μοναδικό ταξίδι! Τούτο το ταξίδι την οδήγησε σε φιλολογικές σπουδές στην Αθήνα και στο Σίδνεϊ. Εργάστηκε ως Tutor στο Old Sydney University και στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου.
Έχει βραβευτεί αρκετές φορές, μεταξύ των οποίων από το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου ’Αθηνών, και το 2014 τιμήθηκε από το Ελληνικό Ινστιτούτο ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ ως «Άνθρωπος του Πολιτισμού και των Γραμμάτων».
Συμμετείχε ως ομιλήτριας στο Ποιητικό Συμπόσιο τού Πανεπιστημίου Πατρών και στο Παιδαγωγικό Συνέδριο τού ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ. Πανεπιστημίου Αθηνών.
Κάνει βιβλιοκριτικές, ομιλίες και παρουσιάσεις λογοτεχνών, οι όποιες δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες στην Κύπρο και στην Ελλάδα.
’Έργα της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά. ιταλικά, γερμανικά και βοσνιακά.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ


Ποιήματα:
 Αγυρτείες. (2000)
Ταναφόρμια.  (2003)
Αύτόμελα. (2006)
Χάι-Κάι, (2006)
’Ιδιόμελα, (2001)
Χάι-Κοϋ καί Τάνκα. (2011)
Σένριου Χάίκού και Ρέγκα, (2014)
Ποίησης Σχηματισμοί, (2018)
Χάίκού και Τάνκα (2018) Δίγλωσση επανέκδοση (ελληνικά-γαλλικά)


Μυθιστορήματα:
Βαλς με δεκανίκια  (2007)
Τα χρόνια με τα κυκλάμινα  (2015)
Υπό έκδοση: «Τα χρόνια των Ακαμαντίδων», Β' μέρος
τριλογίας.

Διηγήματα:
Μνήστρα  (2009)