Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή - Σταύρος Γκιργκένης







ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ  (2018)

 

Α’ ΣΑΡΚΙΝΟΙ ΘΕΟΙ


Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή

 

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Προσπάθησα να σε κάνω αθάνατο,
μα δεν έβρισκα λέξεις που να μην περιέχουν χρόνο.
Όλες στον αόριστο, και μετά,
Δραματικό Ενεστώτα.
Δεν έβρισκα μελάνι αρκετά ανεξίτηλο,
να χαραχτεί στο δέρμα μου ες αεί.

Πονούσα όμως.
Εκεί που με άγγιζες,
εκεί που δεν με άγγιζες
και κυρίως εκεί που άγγιζαν κάποιον άλλο τα χέρια σου.

Θυσίασα τη θνητότητα μου,
για να πλάσω τη δίκη σου αθανασία.
Στέρεψε κάθε χρώμα πορφυρό.
Όλα σαν από φωτογραφία ασπρόμαυρα.

Αυτή τη φορά νικήθηκα.
Κι αν νικήθηκα εγώ,
πώς να μην νικηθούμε εμείς; 



ΠΑΡΑΠΟΝΟ


Ποτέ μου δεν πίστεψα σε τίποτα,
ούτε σε θεούς, ούτε σε δράκους.
Μόνη σέρνω το λίθο της ύπαρξής μου.

Ώρες πέρασα μπροστά σε εικόνες,
μήπως σαλέψει ο άγιος.
Κοίταζα το είδωλό μου στον καθρέφτη,
μήπως άγγελος Κυρίου κατεβεί.

Ψιθύρισα μάλιστα και προσευχές,
μπήκα μέσα σ’ εκκλησιές,
ύμνους αγάπης προσκύνησαν τα χείλη.
Εν τέλει αναλώθηκα σ’ αυτή την θαλπωρή.

Μάταιος κόπος.

Πέρασαν οι μέρες, χάνονται τα χρόνια
και θα έχω γεράσει πια.
Φοβάμαι μην πεθάνω
και δεν προλάβω να πιστέψω στον Θεό.



ΑΠΟ-ΠΟΙΗΣΗ ΛΥΓΜΩΝ


Μακραίνω τα νύχια.
Μεγάλωσα πια.
Μονάχο χρώμα τους,
το ενήλικο κόκκινο.

Βαλβίδες ξεβιδώνει ο ποιητής.
Θέλει να ανακόψει το αίμα.
Πρέπει επειγόντως να χυθεί,
αποκαλύπτοντας κάθε γνώση κι οδύνη

Τα μικρά μου ποιήματα,
τα μεγάλα μου νύχια,
στο λαιμό του αυτόχειρα,
θηλιά.




ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΤΣΑΛΑΚΩΝΟΝΤΑΙ


Τ’ αλουμινόχαρτο.
Ο σκύλος που δεν χάιδεψες.
Ο άστεγος στο φανάρι.
-Εγώ στο πάτωμα σε στάση εμβρυακή-

Τα ρούχα σου πριν το μπάνιο.
Το στομάχι μου όταν δεν έρχεσαι.
Οι πεταλούδες στο κουκούλι.
-Εγώ κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας-

Η μάνα μου όταν δεν συμμαζεύω.
Ο μπαμπάς μου όταν γυρνάω αργά.
Εσύ, όταν κλαίω μπροστά σου.
-Εγώ μέσα στην παιδική ντουλάπα-

Το πακέτο απ’ τα τσιγάρα μου.
Ο πελτές ντομάτας για τα μακαρόνια σου.
-Εγώ στη γωνία του καναπέ σου-

Όλα αυτά που τσαλακώνονται πάνε στα σκουπίδια.
Όλοι αυτοί που τσαλακώνονται,
πού πάνε,
πριν καταλήξουν στα σκουπίδια;



ΤΙ ΚΑΙΕΙ ΤΑ Λ(Ε)ΙΠΗ;


Λίπη έχουν οι πίτσες, το αλκοόλ και τα γλυκά.
Τρως χωρίς υπόλοιπα.
Στο νεροχύτη τα κατάλοιπα
καίγονται με καθαριστικά.

Λύπη έχει το δέρμα, τα χείλη και τα χέρια.
Αφέθηκαν ανέγγιχτα
ή αγγίχτηκαν οικτρά.
Καίγεται ως μελάνι σε χαρτιά.

Λείπει κάτι στο προσάναμμα.
Μια χόβολη κι ένα φανταχτερό πουκάμισο.
Να γίνω παρανάλωμα,
μα δεν ρίχνεις λάδι στη φωτιά.

Η λύπη, τα λίπη κι ό,τι λείπει
καίγονται με λιπαντικά.
Με ποίηση και ορθογραφικά.
Τα φχαριστιέσαι σε μονόπρακτα.

Όλα γινήκαν υγρά σωματικά.
Λύπης με δάκρυα,
λίπους με ιδρώτα
και τα λοιπά και τα λοιπά.



Β’ ΣΤΟΥ ΜΑΤΙΟΥ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ

  

Σταύρος Γκιργκένης

   

ΜΙΚΡΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ


Θυμάμαι τότε,
μια μέρα πριν θανατωθεί ο Δεκέμβρης
από τις ίδιες του τις μέρες,
μαζευτήκαμε πλήθος συμπότες, ακάλεστος εγώ,
να πιούμε το κρασί της επόμενης χρονιάς
και να σπάσουμε τις άφτιαχτες ακόμη
των αγγείων σφραγίδες.
Μόνο ο Σωκράτης δεν έπινε πολύ.
Μόνο αυτός νηφάλιος έμενε
μιλώντας για την Αρετή και τ’ Αγαθό,
μέχρι που νυσταγμένος ύπνωσε
κι ο τελευταίος πότης.
Κι ύστερα, όταν κανείς πια δεν τον έβλεπε,
έβγαλε απ’ τις πτυχές του ρούχου του,
απ’ το τριμμένο του λόγου πανωφόρι,
ένα μπουκάλι ουίσκι για τους εκλεκτούς
κι ήπιε μαζί με το δαιμόνιο του.



ΙΣΗΜΕΡΙΑ


Στο χέρι σου κρατάς το δεσμό
που αρθρώνει το νήμα της ζωής με το νήμα των
νοημάτων.
Ό,τι σκεφτείς πετά με ελευθερία πρωτόγνωρη
ανάμεσα σε θραύσματα στιγμών ωκεάνιων,
σε παφλασμούς διαμαντένιων λεπτών
που χαράζουν ονειρώδεις γραμμές στης ζωής σου το
όστρακο.
Πετούν κλαδιά εντός σου ατέρμονες γενιές
δευτερολέπτων,
καθώς ριζώνει ο ατέλειωτος χρόνος στα σπλάχνα σου.

Η ζωή σου πια ένα πόνημα,
γραμμένο στο φύλλο που αφήνει το δέντρο του
για το πρώτο ταξίδι στις ατραπούς φθινοπωρινής
ισημερίας.
Ίση η μέρα, ίση η νύχτα,
ίση η ελπίδα του μεσημεριού
με το κυπαρίσσι του απόβραδου.
Τα πάντα ισορροπημένα.
Το δρόμο σου
τώρα
τον χαράζεις,
με την αρμονία που μόνο
ο αυθόρμητος σου δίνει ανασασμός.



Η ΓΕΝΝΗΣΗ


Ήσουνα στον ουρανό, σε πόλη αγία,
όταν γεννήθηκες μεταξύ άλλων αγγέλων,
εμφάνισες το όνομά σου εν μέσω δόξης αστέρων.
Σε λιτανεία ιεροπρεπή
διέλυες αργά τις νότες στη νύχτα,
την Άρκτο και άλλες μελωδίες ψαλτών παλαιών,
επάνω στο σκότος ψιμύθια.
Ο Αυτοκράτορας ήρθε απ’ την πόλη του
να δει το θαύμα:
εσένα να στερεώνεις στον ουρανό
αλλιώς από πρώτα τα άστρα.



ΥΠΟΨΙΑ


Πάνσεπτος χαλαζίας ο κόσμος.
Αδάμας ο ήλιος. Δίκαιος ύπνος η σελήνη.
Ακλόνητη των αστέρων η δικαιοσύνη.

Μονάχα το σκοτάδι του βάθους με βάζει σε υποψία.
Όταν της σκέψης τα σκαλιά ανεβαίνει,
γεμίζει πρώτα του μυαλού σου την ερημιά.
Όταν φτάσει στην καρδιά,
η αγχόνη της τύψης είναι ήδη δεμένη στο δέντρο σου.



ΒΑΒΕΛ


Σε μαύρο κάτοπτρο, Βαβέλ, στον ύπνο μου
αντίκρισα τη μακρινή λαγνεία των αγγέλων σου,
στην αμμουδιά της σκέψης μου
γεύτηκα κύμα γλυκό απ’ όλες τις τοξίνες της αμαρτίας.
Στη σαρκώδη πυρά των χειλιών σου φλεγόμενος
ανέσυρα απ’ τα βάθη της φωτιάς
τους θησαυρούς, Βαβέλ, που πάντοτε φυλάς
για τα παλάτια των αγίων σου:


οξύ και φώσφορο και μέταλλο νύχτας
σκαμμένης ως το μυχό της από την αγωνία.
Υλικά που φτιάχνουν ακάνθινη την φωνή του εφιάλτη
και ματώνει με άηχο φως
η κραυγή του περάσματος του πάνω από την ψυχή σου.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ













ΨΥΧΟΓΡΑΜΜΑ  (2018)


ΙΣΩΣ



Ίσως τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο!
Είναι θέμα χημείας, μαθηματικών ή καλύτερα ποδοσφαίρου:
Ορθολογισμός τεχνοκράτη vs συναισθηματισμού αιθεροβάμονος 2-0.
Η ευαισθησία μου σκόραρε σε τρύπια δίχτυα,
έγινε σαπουνόφουσκα που έσπασε πιτσιλώντας τους γύρω
ματαιότητα.
Έμεινε ξεχασμένη σε ένα γραφείο,
σκονισμένη σ’ ένα συρτάρι,
η ψυχή μου


ΔΕΙΛΙΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ


Καθώς αναρριγούσαν τα φύλλα του γιασεμιού
μπλεγμένα στα μαλλιά μου
κι η βουκαμβίλια υποκλίνονταν
στο πέρασμα της όστριας,
οι αισθητήρες του κορμιού μου πάλλονταν,
ενώ τ’ αερικά του καλοκαιριού αναχωρούσαν
με μουσικές κι ευωδιές εξαίσιες
κάνοντας τη φύση να ανατριχιάζει,
το νου να ξαποσταίνει στις θύμισες
και τους ποιητές να ετοιμάζουν τις πένες τους
για το ατέλειωτο μαβί που θα ’ρθει...





ΚΟΚΚΙΝΟ


Κόκκινα απογεύματα
αντανακλάσεις του Άτλαντα
φωτίζουν την ψυχή μου
και κίτρινα μόρια Σαχάρας
δονούν τη σάρκα μου.

Σφυρίζει στ αυτιά μου
αέρας της ερήμου,
άτια των Βεδουίνων
που πλησιάζουν.

Μπλέκομαι σε μια δίνη
που με ρουφάει
σαν σε χορούς δερβίσηδων.
Γυρίζω, γυρίζω...
Πνίγομαι...
σε ομόκεντρους κύκλους
χαραγμένους με το διαβήτη της λογικής. 

Κι ο διαβήτης ανοίγει       
τρυπάει την Αφρική,
σβήνει τη μοναξιά των βουνών,
το βούισμα των οάσεων ,
το όνειρο...
και αφήνει πίσω του το επίπεδο (Ο, ρ)
που ορίζεται από τα ίχνη μου…   



ΨΕΜΑ


Χτενίζοντας με βότσαλα την κόμη της Βερενίκης
ένα αυγουστιάτικο βράδυ,
έριξα το βλέμμα μου πέρα από την ακύμαντη θάλασσα
στην φωτεινή αγαπημένη πόλη.
Προσπάθησα για λίγο να κρατήσω τη λάμψη της στα μάτια
και στην αναπνοή τα μόρια του αέρα που μας ενώνουν.
Άδικος κόπος!
Σκέψεις εισέρρευσαν λάθρα στις χοάνες του μυαλού.
Η πόλη ξέρασε πάνω μου το παραπλανητικό της φως,
ο ουρανός με φλόμωσε στα ψέματα
κι εσύ μου έκλεισες τα βλέφαρα
βαριά από τη ζέστη και την υγρασία
με το φιλί του Ιούδα.





ΟΝΕΙΡΟ


Άφησα και πάλι την πόρτα του ονείρου ανοιχτή
και μπήκες.
Τα μάτια μου γέμισαν καλοκαιριάτικους ήλιους.
Έτρεξες με ψεύτικη λαχτάρα να μ’ αγκαλιάσεις.
Κάτω από τα πόδια σου έτριξαν θρυμματισμένες σιωπές-
απόηχοι προδομένων ονείρων, απομεινάρια ματωμένων
συναισθημάτων.
Με κοίταξες με μάτια άπληστα, γέλασες σαρδόνια.
Πάντα ήθελες να κερδίζεις....
Φοβήθηκα.
Άρχισα να τρέχω ,
ίδια μαινάδα σε αχλή λογισμών.

Γιατί;
Αρκούσε απλά να βάλω σύρτη στην πόρτα του ονείρου...



ΜΟΝΑΞΙΑ


Ξεκίνησα για το ταξίδι

ανύποπτα.

Σκοτεινή η πόλη, γκρίζος ουρανός,

βροχή.

Έψαξα για πρόσωπα χαρούμενα ,

τίποτα.

Γέλασα και μίλησα μονάχη μου,
ντροπή!





ΚΙΤΡΙΝΟ ΦΥΛΛΟ


Σταμάτημα, ξεκίνημα,
κόρνες, ιδρώτας...
Ξαφνικά,
πάγωμα του χρόνου!
Σάστισμα στο βλέμμα!
Ένα κίτρινο φύλλο
πέφτει, πέφτει      
Αργοσαλεύει στο πρωινό
τεντώνεται νωχελικά,
βγάζει τη γλώσσα στους διαβάτες,
επιβάλλει το ρυθμό του.
Φθινόπωρο κίτρινο, κόκκινο
Μελιτζανί
απλώθηκε στην πόλη.
Παίζει με μας, παίζει με τα’ αγέρι
κι όμως δεν το προσέχει κανείς!
Ίδια τυφλοί προχωράμε με σκυμμένα κεφάλια
ψηλαφώντας τα χνάρια μας.
Δεν έχουμε κουράγια γι άλλα,
δεν έχουμε κουράγια για Ζωή.


ΜΕ ΤΟ π ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




Η Ποίηση φτιάχνεται με λέξεις. Η ομορφιά της είναι ότι με τη σύνθεσή τους σε ένα ποίημα αυτές αποκτούν τέτοια δυναμική, που ξεφεύγουν από αυτό, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα μοναδικό ταξίδι σε κόσμους άλλους, διαφορετικούς. Στη συγκεκριμένη δράση ως ομάδα προσπαθήσαμε ώστε οι λέξεις να μας ταξιδέψουν στον κόσμο της Τρίτης Ηλικίας για να κοινωνήσουμε από τη σοφία, την εμπειρία και την ανθρωπιά της, για να ενώσουμε το σταθερό μας χέρι με αυτό, που όσο αδύναμο ή τρεμάμενο κι αν είναι, εξακολουθεί να δίνει απλόχερα, να παίρνει, να επικοινωνεί, να διψάει για ζωή. Δηλώνουμε παρόντες, συμπαραστάτες, ενεργοί.
Το π της ποίησης εδώ, ξεκινώντας από π = 3,14 σαν λόγος της Περιφέρειας του κύκλου της Ζωής που κοντεύει να ολοκληρωθεί προς τη διάμετρο του Χρόνου της, σηκώνεται, ξεδιπλώνεται και γίνεται Π, περπατούρα, κινούμενο στήριγμα για όσους έχουν αστάθεια λόγω γήρατος, ώστε να μπορέσουν έστω για λίγο να ισορροπήσουν όρθιοι αλλά και να περπατήσουν, να κινηθούν σε έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο αγάπη, σεβασμό, κατανόηση και αποδοχή.
Το π γίνεται παλέτα για να ζωγραφίσουν τα όνειρά τους, γίνεται παγκάκι να ξαποστάσουν, ποτάμι να συνομιλήσουν με το νερό, παλμός να χαρούν, παπαρούνες και πανσέδες να βάλουν χρώμα στην καθημερινότητά τους, πάθος για μια ακόμα ανατολή του ήλιου.
Ναι, η Ποίηση έχει σαφώς και ρόλο κοινωνικό. Γι’ αυτό είμαστε εδώ.



Το κελί
[μια αφήγηση συνομιλεί με δώδεκα ποιητικές φωνές]



Αριάδνη


Ήταν εκεί
στον φυλλοβόλο χρόνο της ζωής της
Κάτω από τις γυμνές σταγόνες
που κρέμονταν στα κλαδιά
Με τα γκρίζα πουλιά
που ανασκάλευαν το χώμα
Υγρή σιωπή
Αλήθεια που της κλέψανε το άλφα
και τρέχει δίχως ρούχο
μες στους λαβύρινθους της μνήμης
Δίχως Αριάδνη

Ήμουν εκεί
Μάζεψα ένα ένα τα πεσμένα φύλλα
κι έφτιαξα ρούχο
το γυμνό δέρμα να σκεπάσω
Τα χέρια μου έκανα κλαδιά
για να σταθούνε τα πουλιά
Το μέτωπό μου ουρανό
να καθρεφτίζεται ο κόσμος
Πήρα απ’ το τόξο τ’ ουρανού
κι έγινα μνήμη των χρωμάτων
Και Αριάδνη που ξετυλίγει αργά
το μάλλινο κουβάρι του ήλιου.


Πλέον έχω ξεχάσει πώς ήμουν όταν μπήκα εδώ - ή μήπως δεν το θυμόμουν ποτέ; Οι μνήμες γυρίζουν σε μαιάνδρους στο μυαλό μου, τι ήταν πρώτο και τι κατοπινό, τι όρισε τι ή απλώς κάτι,  μάλλον απροσδιόριστο, και τι πέρασε χωρίς ν’ αφήσει ίχνος. Τα γεγονότα και τα πράγματα μπλέκονται στη σκέψη μου χωρίς να το καταλαβαίνω ή να το θέλω, υπακούουν στη δική τους
εσωτερική λογική σαν τα νήματα που δένονται κόμπους χωρίς να τ’ αγγίξει ανθρώπινο χέρι. Έχω, αλήθεια, πολύ χρόνο εδώ για να βάλω τις μνήμες μου σε τάξη, όμως όσο τις σκέφτομαι, τόσο αυτές διαλύονται η μία μέσα στην άλλη και φτιάχνουν αναχώματα στον νόμο της εμπειρίας και της ανάκλησής της.



Πατρικό σπίτι


Στη μητέρα μου

Είχε δυσκολευτεί ν’ αποφασίσει.
Προσπαθούσε να τους πείσει πως είχαν λάθος,
πως τίποτα το εγωιστικό δεν έκρυβε η άρνησή του.
Κάποτε σταμάτησε να αντιδρά.
Είδε ξανά τη μικρή γωνιά, δίπλα στο παράθυρο
με τ’ ανοιχτό βιβλίο.
Έσκυψε πάλι στη σανίδα,
που ξέφευγε από το παλιό χράμι
μαζί με το τρενάκι του.
Σύρθηκε στην αυλίτσα,
στρωμένη καραγκιόζηδες, στρατιωτάκια
και μικρές γυάλινες μπαλίτσες,
γυρεύοντας να σταθεί
μπροστά στη γλάστρα της μπιγκόνιας,
που πότιζε άλλοτε κρυφά
με το σπέρμα μιας δύσκολης εφηβείας.
Ξανάκουσε τα βροντερά βήματα στα πλακάκια της αυλής
και είδε τις σκιές
να παίρνουν με κλωτσιές τον πατέρα
για το μέρος που κανείς δε γίνεται να ξαναγυρίσει.
Τα έβλεπε όλα καθαρά.
Υπήρχαν μέσα του και γύρω του.
Τα πήρε μαζί του σαν έφυγε τότε,
με την εντύπωση πως να,
θα μπορεί να βρίσκει παντού
τεράστιες παχιές πολυθρόνες
στη σιγουριά μιας άλλης εποχής.
Βέβαιος γι’ αυτά που κρατούσε
τελικά συμφώνησε για τ’ αυτοκίνητο του γιου
και για το πιάνο της μικρούλας Ντόλης.
Από τότε όσα είχε κρατήσει έγιναν ασήκωτα.
Χωμένος τώρα στην παχιά πολυθρόνα
του καινούργιου σαλονιού,
υποβάλλεται αγόγγυστα σ’ ένα τεστ κοπώσεως,
που δε λέει να τελειώσει.


Ο χώρος μου είναι σαν σπίτι πατρικό, αφού πλέον αρνούμαι να θυμηθώ κάτι πριν από αυτό, είναι τα παιδικά μου χρόνια και τώρα τα στερνά μου, οι πρώτες και τελευταίες μου ημέρες και ώρες. Τα πάντα εδώ τα έζησα, είτε τα θυμάμαι πλέον είτε όχι, με κατατρέχουν θέλοντας και μη, είτε μου απέμειναν είτε παραπετάχτηκαν. Τα αντικείμενα γύρω μου, λιγοστά σαν στάχτες, έχουν το δικό τους παραμύθι να πουν, αληθινό ή ψεύτικο, κάποια μεταξύ τους αφηγούνται άλλες ιστορίες, και στο τέλος πάλι όλα μαζί. Αυτά τα αντικείμενα, ό,τι έχω και δεν έχω, είναι μέρος του σώματός μου.



Σωρεία λαθών


Μία στιγμή
Κι ακόμη μία
Κι άλλη μία στιγμή
Κι άλλη μία στιγμή περνά
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται στην άβυσσο
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται στην άβυσσο για πάντα.
Ο χρόνος σου έχει άπειρες στιγμές ψεύδονται γελώντας σε οι αισθήσεις.
Αμελητέα η ποσότης της αφαίρεσης, καγχάζει ο νους στην πλάνη του.

Κοντολογίς η αναζήτηση δικών σου αληθειών αμφιβολία ανώφελη.
Προτίμησες, λοιπόν, να συσσωρεύεις μέσα σου υπεραξίες στεάτων,
αταραξίας κεφάλαια, της αποχής σίγουρα κέρδη.
Και οι απώλειες κάθε ημέρας σωρηδόν
-πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός-
ώσπου κι εσύ να σωριαστείς
-αμελητέα η ποσότητα-
σ’ ένα σωρό από χώμα
Μια στιγμή.


Κάποιος πιθανόν να συλλογίζεται ότι έκανε σπουδαία πράγματα και μίλησε με περίφημους ανθρώπους. Παντού υπάρχουν τρόποι για τα σπουδαία πράγματα και συναντάς συχνά περίφημους ανθρώπους. Ίσως να έτυχε και σε μένα αυτή η περίσταση. Βέβαια, δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτά, γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Αν συνέβη, ήταν την εποχή που αναζητούσα κάποιο νόημα στις πράξεις και στα λόγια, όμως είτε τελικά όλα αυτά δεν είχαν σημασία είτε δεν έχει σημασία να αναζητώ κάποιο νόημα. Έψαχνα για το νόημα για να ξεφύγω απ’ την αφθαρσία της φθοράς, μέχρι που κατάλαβα ότι η φθορά ήταν το μόνο που είχε νόημα. Τώρα γυρίζοντας
πίσω, απολογιστικά, βλέπω μόνο μία σειρά φθορών. Κι αυτές, απ’ έξω αν τις δει κανείς, θα αντιληφθεί ότι δεν έχουν νόημα. Μόνο αν είσαι μέσα τους έχουν. Τότε είναι μέσα σου.


  

Αντί περιεχομένων


Η ομάδα ΝΗΜΑΤΑ ΜΝΗΜΗΣ σχεδίασε και παρουσιάζει το ποιητικό δρώμενο ΜΕ ΤΟ π ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, που σκοπεύει στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα που άπτονται προβλημάτων και παθήσεων της τρίτης ηλικίας, όπως η γεροντική άνοια, καθώς και των κοινωνικών προβλημάτων που οι συγκεκριμένες παθήσεις συνεπάγονται. Η λογοτεχνική παρέμβαση στοχεύει να λειτουργήσει ως συγκινησιακό ερέθισμα, που θα ευαισθητοποιήσει και πιθανόν να ενεργοποιήσει τους αποδέκτες σχετικά
με τα προβλήματα της τρίτης ηλικίας και τη φροντίδα που η κοινωνία οφείλει στους υπερήλικες.
Για τη δημιουργία του ποιητικού δρώμενου συντέθηκαν λογοτεχνικά κείμενα με θέμα: τρίτη ηλικία και χρόνος: παθήσεις, κοινωνικές επιπτώσεις και κατάλληλη φροντίδα. Τα κείμενα αυτά συγκεντρώθηκαν σε βιβλίο με τίτλο ΜΕ ΤΟ π ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ. Συντέθηκαν δώδεκα ποιητικά έργα και ένα διήγημα. Τα ποιητικά κείμενα εμφανίζουν στοιχεία διαφορετικών στιχουργικών τεχνοτροπιών: ομοιοκατάληκτος στίχος, ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ελεύθερος στίχος, σχηματοποίημα, σουρεαλιστικός τρόπος γραφής. Στο σχηματοποίημα «Σωρεία λαθών» γίνεται στιχουργική απόπειρα οπτικοποίησης του σωρείτη, είδους βραχυλογικού φιλοσοφικού συλλογισμού, τον οποίο πραγματεύτηκαν αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Το διήγημα «Το κελί» δημιουργήθηκε εκ των υστέρων και στοχεύει να συνομιλήσει κατ’ ιδίαν αλλά και συνολικά με τα δώδεκα ποιήματα του συλλογικού έργου χωρίς να χάνει την αυτονομία του. Κάθε παράγραφος
από τις δώδεκα του διηγήματος απευθύνεται ξεχωριστά σ’ ένα ποίημα, ενώ παράλληλα όλες μαζί αφηγούνται μία ιστορία. Στο συλλογικό έργο συμμετέχουν με τα έργα τους οι λογοτέχνες:
Διώνη Δημητριάδου: Είναι κι εκείνο το παιδί (γι’ αυτούς που η μνήμη ανάποδα μετράει)
Ξανθίππη Ζαχοπούλου: Αριάδνη
Αγγελική Ζερβαντωνάκη: Ως εμβληματική κατάληξη, μια ξερολιθιά (Ασκήσεις, εκδόσεις Δωδώνη, 2003)
Ματίνα Κ. Καρελιώτη: Υπόμνημα ζωής
Στάθης Κεφαλούρος: Τα τρία σημεία της αγάπης ή αλλιώς Οι τρεις ηλικίες
Χαράλαμπος Μαγουλάς: Το κελί
Αναστασία Ν. Μαργέτη: Σωρεία λαθών
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος: Πατρικό σπίτι
Θεοχάρης Παπαδόπουλος: Ο γέρος
Ηλίας Παπακωνσταντίνου: Τρίτη (;) ηλικία
Αντρέας Πολυκάρπου: Εκείνο το πρωινό
Φαίη Ρέμπελου: Ο κύκλος της ζωής
Γιώργος Ρούσκας: Άπνοια γεροντική

ΜΑΛΒΙΝΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ










πέτρες ανθισμένες  (2017)



ΠΕΤΡΕΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ


Μια πέτρα παλιά
Μια πέτρα καρδιά
Πέτρα η καρδιά
Ένα ηφαίστειο σβησμένο
Στα χέρια μου ανθισμένο
Πια δεν σε περιμένω...



      Απουσίες


ΦΥΓΗ


Έτσι όπως έφυγες
Πήρες μαζί σου
το καλοκαίρι
σκούπισες με το χέρι
το χρόνο και τη σπαργή.

Και είναι ώρες
που δεν γεμίζουν με τίποτα
και είναι χρόνοι
με κάτι εμμονές μονοσήμαντες
που σε κάνουν να ονειρεύεσαι.

Ξέρεις, τα βιβόρνα άνθισαν
τα παιδιά μεγάλωσαν
κι εγώ παρατηρητής
από απόσταση,
που ορίζουν άλλοι.

Δουλεύοντας τους στίχους
πιάνω απόηχους και ήχους
αλλοτινών εποχών.
Με ένα φακό μαγικό
άλλοτε μεγαλώνω κι άλλοτε,
μικραίνω τις διαστάσεις.

Ξεδιπλώνω χαρτάκια
που δίπλωνα μια ζωή
με σένα ή χωρίς
που δεν τα ξέρει κανείς,
μόνο η βασίλισσα του παραμυθιού!

Το φάρμακο κάθε πρωί
και μιά βαθιά αναπνοή
ένας καφές, παρηγοριά
και λίγες μπουκίτσες ψωμί
στην κίσσα του δάσους
που μου κάνει συντροφιά.



      Της θάλασσας


TO ΜΠΛΕ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Ήταν μπλε
Τόσο πολύ μπλε η θάλασσα
Σα μεγάλη καρδιά
Ούτε που φάνηκε
το μελάνι που άφησε
το καλαμάρι
Μόνο το κύμα ξέρασε στην άμμο
ένα μαύρο φρύδι
Χωρίς οφθαλμό
Χωρίς όραση
Τεντωμένο τόξο
Χωρίς βέλος
Και τώρα;
Ποιος θα δει το καράβι
Που έρχεται...



      Φωτοσκιάσεις


ΤΟ ΦΩΣ


Οι πρωινές ηλιαχτίδες,
ξεγλιστρούν βιαστικές
στο κατηφορικό μονοπάτι.
Ερωτοτροπούν με τους βράχους
τους δακρυσμένους
απ’ την αρμύρα.
Το φως αποκαλύπτεται
κι αφήνει να ξεχυθούν
όλα τα χρώματά του!
Κι εμείς
που πήγαμε να συλλέξουμε
τους πικρούς καρπούς
της καπαριάς,
αθέλητα ηδονοβλεψίες,
μείναμε άναυδοι
σ’ αυτή την Αποκάλυψη!
Αναρωτιόμασταν
Αν το φως ντύθηκε
τα χρώματά του,
ή γδύθηκε
και μας άφησε
να απολαύσουμε
τη γύμνια του!
Λίγα λεπτά
κράτησε το όνειρο!
Οι ακτίνες
άλλαξαν πορεία
τα χρώματα
χάθηκαν...
Κι εμείς
γεμίσαμε το καλαθάκι
με κάπαρες και καπαρόφυλλα.
Και μείναμε με την πίκρα
που χάσαμε το φως!



Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ


Εκεί τριών τεσσάρων χρόνων
την ανακάλυψα
Και τη φοβόμουνα, που απρόσκλητη
στα πόδια μου μπερδεύονταν
Μια να με ακολουθεί
μια να με ξεπερνάει
μια να μου γνέφει αριστερά
μια να μου γνέφει δεξιά.
Η σκιά μου.
Καθώς το βηματισμό μου
τάχυνα στη ζωή
κατάλαβα ότι πίσω από τη σκιά
κάποιος κρύβεται καλά
Σήκωνα τα χέρια ψηλά
δοξαστικά
Έφτιαχνα μια δυνατή σκούρα σκιά
κι ύστερα κοίταζα ψηλά
τη μετατόπιζα, λευκή, τρανή
στον ουρανό της νύχτας
θαρρώντας πως τη νίκησα.
Όταν στα τρία άρχισα να περπατώ
νά τη μπροστά μου
και φοβήθηκα
μη το ραβδί μού πάρει.
Σήκωνα το μπαστούνι μου ψηλά,
να τη ραβδίσω.
Το ίδιο μου ’κάνε ξεδιάντροπα
κι αυτή.
Πότε θα απαλλαχτώ από σένα
Νεύριασα, αγανάκτησα.
Σε λίγο... μου απαντά.
Τώρα που κοιτώ από ψηλά
ξέρω Τι είναι σκιά!
……………………………

Σκιά είναι η ζωή
σαν πίσω της κρύβεται
μια φωτεινή πηγή.




      Ρήματα


ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ


Επιστρέφω
βρίσκω πάλι
Τις μικρές μου
συνήθειες
Ακουμπώ τον
Πικρό μου καφέ
στο μπαλκόνι
Ξεκινάω να δένω
τα νήματα,
που χαλάρωσαν
ζώντας στην πόλη!
Τη μεγάλη παρέα θα βρω
Στου NAVAL την έξω γωνιά
καθισμένη
να μετρά απουσίες...
Τάσος Γιάννης Γιώργος και Έφη.
  



      Του καιρού 


ΘΕΡΙΝΗ ΡΑΣΤΩΝΗ


Πρωινό του καύσωνα
Τζιτζίκια που κουφαίνουν
Αφήνω το νερό να κελαρύζει
στη βεράντα
Απολαμβάνω έναν καφέ
και το ότι,
“Δεν έχω τίποτα να κάνω”
Ακούω το “ο sole Μίο”
Ω! Sole!
Μϊο, δεν θα γίνεις ποτέ...
Κτητικό ακούγεται
Θέλω απλώς να υπάρχεις
Να σε ανασύρω
Όποτε θέλω,
στη μνήμη
στα όνειρα!
Ο υδράργυρος ανεβαίνει
Μια έκτακτη συστολή
με τρομάζει...
Αυτή η ζέστη...




      Περί έρωτος


Η ΦΩΤΙΑ


Δε λέει να σβήσει αυτή η φωτιά
Στο τζάκι
Αργοκαίει το κούτσουρο
Μέσα στη στάχτη.
Δες ζέστη που στέλνει στην κάμαρη
Της ψυχής
Βγάλε το γκρίζο ρούχο κι απίθωσέ το
Καταγής
Θα σ’ αγκαλιάσω σφιχτά
Μη φοβηθείς
τραγούδι θα σου ψιθυρίσω
Να ευχαριστηθείς
Υπόσχεση θα σου δώσω
Να τη δεχτείς.
Καρπούς γλυκούς θα σε κεράσω
Να γλυκαθείς
Τα ποτήρια με παλιό κρασί θα γεμίσω
Να ευχηθείς
Σε περιμένω με αγωνία
Μην αργείς.




      Ιορδανία

         

ΝΕΚΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑ


Νεκρά θάλασσα.
Είμαι εδώ, κοντά σου
Απάνω σου!
Οριζοντιωμένη ανάσκελα,
να βλέπω τα σύννεφα!
Νεκρά θάλασσα... όπως
Νεκρός, νεκροφόρα, νεκροταφείο,
νεκρική πομπή, νεκρώσιμοι ψαλμοί,
νεκρική σιγή...
Καταστάσεις ανεξέλεγκτες, με διάρκεια.
Είπες:
- ανάσκελα, διαβάζεις εφημερίδα.
Βουτιά να μη κάμεις.
Εφημερίδα; Αποτολμώ τη βουτιά!
Βυθίζομαι παράξενα,
στροβιλίζομαι έκκεντρα από τον άξονά μου.
Το κέντρο βάρους του σώματός μου,
σε συνεχή αχαλίνωτη μετατόπιση.
Μετεωρίζομαι.
Μετά από αλλόκοτες περιδινήσεις,
η Νεκρά θάλασσα με ξερνά...
Αναδύομαι...
Τσούζουν τα μάτια,
από την απόλυτη αρμύρα.
Τρέχουν δάκρυα!
Πρώτη φορά που είναι γλυκά,
μπροστά στην τόση αλατότητα,
αυτής της άγονης θάλασσας!
Αναδύθηκα!
Εξαγνίστηκα!




ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

 

ΑΚΟΥΩ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ


Κρατώ το καπέλο
Σήμερα που φυσά δυνατά
Το καπέλο κρατώ γερά
Άνεμος μη το πάρει
Και τί θα κάνω
Σαν  φανούν  τ’   ασπρισμένα μαλλιά
Άνεμος δυνατός παρασύρει
Βλέπω έρχεσαι
Ξαφνικά κι απρόσμενα
Μα πάλι χάνεσαι
Ακούω παφλασμό στο κύμα
Στο παιχνίδισμα των νερών
σταγόνας υπόσχεση
Ακούω γέλιο
Στη ριπή του ανέμου χάνεται
Ακούω παράπονο
Ανεμοδαρμένο φύλλο
Στα δυό βήματα χάνεσαι
Πώς φυσά έτσι δυνατά
Το καπέλο το καπέλο κρατώ
Μη και ο αέρας το πάρει
Και φανούν τ’  ασπρισμένα μαλλιά
Ξεκίνησα κάπου να πάω
Κάποια συνάντηση
Δεν θυμάμαι με ποιον
Δεν θυμάμαι πού
Φυσά άνεμος δυνατός
Ακούω τον άνεμο
Το καπέλο κρατώ γερά
Γιατί εκεί που πηγαίνω
Μα πού πηγαίνω
Πρέπει να προσέχω
Μη και φανούν τ’  ασπρισμένα μαλλιά




ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ


Τα ποιήματα φωλιάζουν
σε στιγμές ακατάληπτες
μικρών ωρών
Όπως οι αγρυπνίες στα μοναστήρια
Κερί και μετάνοια
Όρθρος και λιβάνι
Ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο
ονείρωξη και ενοχή
Συναξάρι και να μετράς κόμπους
Πόσους κόμπους έχει το κομποσκοίνι
Κάποια στιγμή τελειώνουν οι αναπνοές
Φτου κι απ´την αρχή
Μετουσίωση ενορμήσεων
πλανεύτρας προσέγγισης
Πρέπει να δημιουργήσεις
μια Παναγιά ή ένα Χριστό
Που ποτέ δεν θα αγγίξεις
Αλλά πάντα κάπου υπάρχει!
Τη λένε Μούσσα, Θεό, ίσως τρέλα
Αν το κατονομάσεις
Αν το προσδιορίσεις
το λιγοστεύεις και το προδίδεις
ή και το χάνεις
Ποίηση είναι εκφόρτηση της
υπερφόρτησης των νευρώνων
Διαδικασία παιδέματος του νου
Που δεν αντιγράφει
Μόνο διηγείται την αλήθεια
Αποκαίδια συναισθημάτων
Αλκαλική τοξική μπαταρία
Που δίνει φως!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ










ΓΡΑΒΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΙΔΟΥΣ   (2018)



ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ


Έχασα το αλφαβητάρι
Της πρώτης δημοτικού

Και τώρα
Που ψάχνω απεγνωσμένα
Να δώσω στην Άννα
Ένα μήλο
Γέρασα από αναμνήσεις

Χωρίς διακοπή
Για διαφημίσεις

Πίνοντας αναψυκτικό light
Και κάνοντας like
Σε τετράστιχα ημερολογίου



ΓΡΑΒΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΙΔΟΥΣ


Άρχισα να ξηλώνω
Τα ρούχα μου
Ώσπου έμεινα γυμνός
Στη μέση του πουθενά

Φωνάζοντας
Σε μια γλώσσα άγνωστη
(Έτσι κι αλλιώς
Ποιος θα με καταλάβαινε;)

Μα δεν με συνέλαβαν
Για προσβολή δημοσίας αιδούς

Για να σταματήσω τις φωνές
Με κέρασαν αψέντι
Και μ’ έντυσαν στην τρίχα
Όμως τα κορδόνια μου
Δεν ταίριαζαν
Με τη γραβάτα τους

Δεν άφησα ρέστα
Για πουρμπουάρ
Δεν σκόνταψα διαγωνίως




ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ


Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας

Το αβέβαιο
Της θέλησής μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας

Κάθε πρωί
Που θρηνούμε όνειρα
Κάθε βράδυ
Που κερνάμε υποσχέσεις



ΓΥΜΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


Έφυγε η γραφή
Κι έμεινε η σιωπή
Κολλημένη στην άμμο ρίμας

Που έπλασε
Με στάχτες χαϊκού
Ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
Σε χαλεπούς καιρούς

Με ενδιάμεσους σταθμούς
Γυμνά διηγήματα
Που δεν άντεξαν
Το καθωσπρέπει της ενδοχώρας

Και ντυμένα ποιήματα
Που τιμωρήθηκαν
Σε ακτές γυμνιστών
Με απαγόρευση εισόδου



ΔΙΨΑΝΕ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ


Διιψάνε οι λέξεις
Και πίνουν κρασί
Να με μεθύσουν

Οργώνω, θερίζω
Μα χώρα σωπαίνω
Μη σβήσουν
Σαν στεγνές κατάρες
Σε ξερά χόρτα

Σπάζω στάμνες
Με υγρή ηχώ
Να ξαποστάσω
Μες στο λιοπύρι
Χωρίς νερό
Με μια χούφτα λάθη




ΞΕΝΟΣ ΗΛΙΟΣ


Τετραγωνισμένος κύκλος
Στην άσφαλτο
Άστεγων ονείρων

Ξένος ήλιος
Στο παραθύρι
Θαμπών ελπίδων
Που θέλησες να κεντήσεις
Με δύσεις και ανατολές

Χρώματα της παλίρροιας
Ξεβάφουν στην άμπωτη
Που γιόρτασες το τίποτα

Απρόσκλητοι εραστές
Θάβουν βαρκάδες
Στο φεγγάρι
Και η κόλαση
Καίει το δέρμα σου

Χωρίς ανάσταση
Αναίτια ακόμη φυσά
Μάταια πάλι γυρνά
Η απουσία σου
Τη νύχτα
Ξανά προστάζει



ΠΥΡΕΤΟΣ


Μνήμες άναψαν κεριά
Λιώνουν τον πυρετό σου
Τρέχει η ζωή
Για να κρυφτείς
(Δεν θες να την κοιτάξεις)

Φυσά στα μαλλιά σου
Η ξενιτιά
Γεμάτη από ρυτίδες
Σύννεφα στο ποτήρι σου
Σε πνίγουν
(Δεν θες να θυμάσαι)



ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ


Ξηλωμένα πλεκτά
Μεταχειρισμένων ονείρων
- Σε τιμή ευκαιρίας -
Στη λαϊκή

Δοκιμάζουν περαστικοί
Μα να τ’ αγοράσει
Κανένας δεν τολμά

Γιατί αυτά τα όνειρά μας
Ποτέ δεν έμοιαζαν
Με τα συνήθη
Τ ων πολλών



ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ


Η θάλασσα ψαρεύει σύννεφα
Κι η στεριά σπέρνει χιόνια
Σε μέρες περισπωμένης
(Εντός ή εκτός του χειμώνα;)
Όπου πια δεν χαμογελάμε

Σε νύχτες παραλήγουσας
(Πριν ή μετά το καλοκαίρι;)
Όπου πια δεν αγαπάμε

Μια ζωή αιτιατική
— Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών που έρχονται -
Σε μια πέμπτη εποχή



ΛΥΤΡΩΣΗ


Αφειδώς μου πρόσφερες
Μη συνειδητά
Παρανοήσεις του ιδεατού

Υπερβατικό μυστήριο
Η ζωή
Με ανακαλεί
Από τον μύθο
Της αθανασίας

Και με παρασέρνει
Στον εγγενή κόσμο
Ανεξίτηλων κωδικών
- Ψυχή και σώματι -
Λύτρωσης


ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΣ ΛΕΞΕΩΝ


Από δωμάτιο σε δωμάτιο
Τις λέξεις αναστατώνω
Τα ουσιαστικά μαλώνουν
(Ανεξαρτήτως πτώσης)

Χωρίς αιτία
Στο ισόγειο ξαπλώνω
Τα ρήματα διαμαρτύρονται
(Ανεξαρτήτως χρόνου)

Χωρίς δίλημμα
Στο μπαλκόνι ξυπνώ
Ανάμεσα σε σελίδες
Που ακόμη γράφονται
Τα βήματά μου αγνοώ




ΑΓΙΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ





ΔΕΙΛΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΙΕΣ (2017)



ΛΥΚΟΦΩΣ


Το ταξίδι του ήλιου τελειώνει όπου να ’ναι ·
παρηγοριά ωστόσο το λυκόφως·
δίνει ανάσα, δίνει ελπίδα
ποιος ξέρει
ό,τι δεν πρόλαβες
έχεις ακόμα καιρό
υπάρχει το λυκόφως.
Ένα πολύτιμο δώρο του ήλιου
ένα χαμόγελο απ’ το χρόνο
μια καλησπέρα στη νύχτα
που αναπόφευκτα πλησιάζει.



ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ


Με συγκλόνισε
η ανθρώπινη αξιοπρέπεια
ριγμένη στον κάλαθο αχρήστων
της συναλλαγής.

Με συνέτριψε·
το ανθρώπινο ήθος
ποδοπατημένο
στον κυκεώνα
της αδιαντροπιάς


Αθέατη ομορφιά


Αφού το σκέφτηκε καλά
η Αφροδίτη αποφάσισε·
η παρουσία της πια
θα είναι διαφορετική, αθέατη.

Με τα κατάλληλα σύνεργα
- όσοι τα διαθέτουν -
αυτοί μονάχα
θα μπορούν να την κοιτάνε·
αυτοί μονάχα την ασύγκριτη ομορφιά της
να χαίρονται.


ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ


Σημάδι παιδικών στιγμών
το λαξευτό αποτύπωμα·
στην πέτρα
κάτω απ’ το παράθυρο
ανέπαφο αναμένει
με χαραγμένη
την υπόσχεση της επιστροφής.

Ταριχευμένες μνήμες
παιδικά ξεφωνητά μιας άλλης εποχής
αναμιγνύονται με ήχους καμπάνας
και λιτανείας μελωδίες.

Μικρά καραβάνια
στ’ απόκρημνα μονοπάτια
συντροφεύει ο αυγερινός·

και πλήθος τα όνειρα φωλιάζουν
φοβισμένα
σαν άβγαλτα νεογέννητα πουλιά
για το άγνωστο μέλλον.




ΠΑΦΟΣ


Μνήμες αναταράζουν τα νερά
στο μικρό απάγκιο·

μνήμες θεών, μνήμες ηρώων
άλλων καιρών θαυμαστά μεγαλεία
ανάμεσα σε αρχαία μνημεία.


ΛΑΘΟΣ ΡΟΤΑ


Η ασέληνη
έναστρη νύχτα
τα ξεσκισμένα μεσίστια πανιά
η ταραγμένη σκέψη
το φρεσκοκομμένο άνθος στο έλεος
των κυμάτων
ο ήχος ο παράξενος
και το μονότονο σύριγμα του ανέμου
που ακούγεται
στη σκοτεινή παραλία
δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία·
το ταξίδι τελείωσε.

  

ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ


Όμορφο
κι ας είναι κουρασμένο
τ’ αυγινό φεγγάρι
έτσι καθώς επιστρέφει λαμπερό
από ταξίδι μακρινό
στης νύχτας το σκοτάδι.

  


ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ


Μονάχος
με τον καφέ
και τον εαυτό του
αναπολεί
τα χαμένα κομμάτια του χρόνου
ο γέροντας
και πόνος βαρύς τον κυριεύει.

Σαν την άμμο του ξέφυγε η ζωή
μέσα απ’ τα χέρια
κι οι ώρες
σαν φτερά στο φύσημα του ανέμου.

Ωστόσο,
βλέπει τα λιόδεντρα
κι ευχαριστιέται, καθώς αναθυμάται
νέος τότε
που φύτευε τριγύρω.



ΜΟΥΣΕΙΟ


Τα αγάλματα
οι δημιουργοί
μια νεκρή αθανασία·

κόμβος
όπου η αιωνιότητα
αγγίζει την ανθρώπινη δημιουργία.



ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


Με στοργική θαλπωρή
γλείφει την ευκαιρία η φωτιά
στο χείλος του θανάτου.

Κι αυτός
κρατώντας μαργαρίτες
αντισταθμίζει την αιώνια σκόνη·
δυνατή κολόνα.


ΕΛΕΓΧΟΣ ΡΟΥΤΙΝΑΣ


Μια πορεία
που ανεξίτηλα χαράζεται
στο καθημερινό τροχογύρισμα·
μια σφραγίδα ζωής
άλλοτε ίδια κι άλλοτε αλλιώτικη·
την ακουμπάμε κάθε μέρα
παρά τη θέλησή μας
στον κουμπαρά του απολογισμού μας.


ΕΚΕΙ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ...


Σ’ ένα παιδικό χαμόγελο
Σ’ έν’ ανθισμένο λουλούδι
Στο σκυλί που ακατάπαυστα κουνά την ουρά του
Στη γάτα που νίβεται ποζάροντας
Στη μέλισσα που είναι βυθισμένη στη γύρι
Στο πουλάκι που κελαηδεί
Στον ώριμο καρπό που κρέμεται στο δέντρο
Σε μια καλημέρα
Εκεί βρίσκεται η ευτυχία