ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ












ΕΝ ΠΟΡΕΙΑ...  (2011)



Εν πορεία


Σχίζει η σκέψη μου το τοπίο
ουρλιάζω στης ζωής μου το μνημείο
πόσο κουράστηκε η ψυχή
στο γεμάτο ενοχές σαρκίο.

Δεν επαρκώ, δεν επαρκώ
εγώ η ίδια σε εμένα,
αναζητώ καινούρια δεδομένα,
αθροίζω το χρόνο, το μήνα, τη μέρα

Στα αποσιωπητικά μου,
τολμώ τη βουτιά μου

Σαν μωρό που γελά σε μητέρας αγκαλιά
το τοπίο αλλάζει, η φωνή ησυχάζει,
σε νέα φόρμα η ζωή μου κυλά,
συλλέγω βλέμματα αλήθειας, αγνά.

Σε μια φυλή που εκλιπαρεί
στην αλλαγή ωρίμανση να βρει,
επιστρέφω, έμαθα εμένα να μην έχω,
βιώνω ύπαρξη ελπίδας στο απέχω

Στην επιφάνειά μου,
ακουμπώ τα φτερά μου. 






Αέναη Ομοιότητα


Τα καρφιά τα καρφιά!
Τρυπούν το σάκο μου
την κοιλιά τη γεμάτη
νερό κι’  αλάτι, ταράζουν.
Όνειρο στάζει στη διαδρομή
μου, γεύση ζωής.

Να περιγράψω το όραμα θέλω,
μέσα στην εξόριστη σιωπή μου
και μια καινούρια προσευχή
τη γύμνια μου, για να ντύσω.
Σε μια γραμμή όλη μου η σκέψη,
άναρχα ανηφορίζει

Γραμμή του Ισημερινού,
Γραμμή της Νιότης,
Γραμμή της Μνήμης,
Της Ηδονής Γραμμή

αυτή, ήταν η ζωή μου.

Οι φωνές, οι φωνές!
Τα γέλια και τα κλάματα
όμοια η εξόριστη αυγή.
Από το ίδιο υλικό φτιαγμένοι,
κολυμπήσαμε μαζί στο αθέατο,
γεννιόμαστε μόνοι στο ορατό.

Τα καρφιά, τα καρφιά!
Μη λησμονάμε.

Αυτά, είναι η ζωή
αυτά και ο θάνατος.

 



Στη μητέρα μου


Άφησες το κουβάρι σου
στα χέρια μου.

Στης μνήμης μου το υπόγειο
μόνη σου γύρναγες, το χρόνο κύκλωνες,
ανέμους γύρευες, για να μας ζήσεις,
να μας μυήσεις, σε μια αρχή.

Λευκό πουκάμισο η αγκαλιά σου,
τα δάκρυά σου στην αφή,
για να κρατάμε επαφή με ό,τι υπήρξε
είμαι, γιατί είσαι, νόθα διαδοχή.

Στιγματισμένο το φιλί από το πρέπει.
Σώπα, ο Θεός μας βλέπει.
Γλυκιά η ευχή, να δραπετεύσω
από τη μοίρα. Αποποιούμαι
όλα εκείνα, που έχουν θέση, χωρίς γιατί.

Με δείγματα τις μέρες μου τώρα περνάω,
σε κάθε κύτταρο σου ακουμπάω
και σ' αγαπάω, στον ίδιο χρόνο
σε συγχωράω, τον πόνο σου, δες, τον φοράω,
μα το κουβάρι σου, όχι μητέρα, δεν το κρατάω.

Αρνούμαι τη συνέχεια,
θέλω ν' απέχω απ' τη συντέλεια,
της ενοχής.



Παράσταση για δυο


Το πρόσωπο σε παύση
μετράει στιγμές...
Καθυστερεί ο κόσμος
πού είναι ο κόσμος;

Πώς φαίνονται οι λέξεις
μου κοντά σου!
Περιπλανιέμαι στο σώμα,
βρίσκω τη θέση μου!

Στοιβάζω τα όριά μου
εδώ γεννιέμαι, στο μετά...
Καθυστερεί ο κόσμος
πού είναι ο κόσμος;

Το δράμα της σκέψης μου
στο σκηνικό σου αποδίδεις.
Δε θα' ρθει ο κόσμος
παράσταση για δυο.



Ταξίδι εσύ


Κούρνιασα στον ίσκιο σου
χθες βράδυ.
Ταξιδιώτης στο σώμα σου έγινα.
Διανύοντας την απόσταση
ως την καρδιά σου,
βρέθηκα στης ζωής σου το στερέωμα.
Ανάσαινε το πέλαγος σιμά σου.

Αφέθηκα σε τούτης της χαράς
τον κύκλο
ρούφηξα από τα δάχτυλα
το αλμυρό νερό σου
στης στιγμής σου το μετέωρο, σάστισα.
Το κλείσιμο των βλεφάρων σου,
μια προσευχή.

Χωρίς το πρόσωπο να έχω δει
αγάπησα της ψυχής τις συμμετρίες
που μ' έμαθαν να ταξιδεύω
με του Θεού το χρώμα.
Δεν είμαστε μόνο σώμα, σου ψιθύρισα,
δυο που αγαπιούνται μια αρμονία
συνθέτουν, το μετά.

Απόκρημνοι οι στεναγμοί αφημένοι
σε βάθη.
Του ίσκιου σου το βράδυ
ανακάλυψα, σ' αγκάλιασα.
Η αφή σου αγέρας που
θορυβεί στις σιωπές μου.
Ταξιδεύω ακόμα.




Η ύπαρξη μας


Ο πόθος μου βυθίζεται
στων ματιών σου τις λίμνες.
Κύκνοι τσιμπούν τις
γυμνές μας αισθήσεις
χορτάτες πια, να αναλύουν
το μυστήριο της ύπαρξής μας.

Σημαίνον ετούτο το σημείο,
όπου τα δάχτυλά μας
μπλέκονται και γράφουν κύκλους,
λίγο το φως, πάνω στους τοίχους
μιας κάμαρας, από στεναγμούς
και ονείρατα, φτιαγμένης.

Τι να σημαίνει αυτή η λέξη,
μη με ρωτάς, η σκέψη της
μοναχά να μας συντροφεύει
και κείνη η γεύση της στο στόμα
όταν, «ύπαρξή μου» φωνάζεις
όταν, «ύπαρξή μου» φωνάζω.

Αρκεί αυτό, για να ξυπνήσει
τις αισθήσεις ο πόθος μας.
Τους κύκλους, τα σώματα γράφουν.
Πόσο το φως σε τούτη την κάμαρα,
φεγγοβολά η ύπαρξη
την ουσία της απλουστεύει.



Στο βάθος


Τι να’ ναι αλήθεια
απ’ όσα ψιθυρίσαμε;
Γύμνια ζωής
μα αγαπηθήκαμε,
στο στεναγμό παραδοθήκαμε
και λατρευτήκαμε,
σ' ένα σύμπαν μετέωρο,
διαρκές και ακέραιο.

Έφυγα πάλι από το σώμα μου
με το δικό σου χέρι.
Άγγιζες τις ρυτίδες μου
παλιές και νέες φίλες μου
κι' έσταζε έρωτα ο ουρανός
στου κρεβατιού την άκρη.

Οι θείες αμαρτίες μας
ξυπνούσαν, δέσμευαν φως
δε νοσταλγούσαν, παραμιλούσαν
πάνω στα στρώματα,
σύννεφα χρώματα,
ζωής διαζώματα στο βάθος,
κοίτα. Υπάρχει κάτι.

Το λες ανάγκη, το λέω αγάπη,
που σου μιλά με ένα δάκρυ,
που με φυλά απ'την απάτη.



Ξανά εγώ


Κερνώ ποτό το χρόνο
και το φεγγάρι σιωπή
βρίσκω ξανά το εγώ μου
μένω γυμνή, χωρίς ενοχή.

Φωτίζω τη στιγμή
κενή από μνήμη,
ανέμη που γυρίζει
το σύμπαν ψιθυρίζει...

... Όλα είναι ανάσα και
αυτό είναι ζωή και κείνο
τον καθρέφτη σπάω, γιατί
τα είδωλα στο άπειρο
να υπάρχουν θέλω...

Πόση ζωή αντέχει να χτυπά
στη φλέβα τώρα,
πόσες πνοές αγγίζουν
εσένα τώρα,
φωνάζουν σ' αγαπώ.



Για δυο φεγγάρια


Έλα το φεγγάρι για να δω
του κορμιού σου ηδονή και το βυζαίνω.
Σε μία μέρα να με ζήσεις μη ζητάς
έλα, το φεγγάρι να' ρθει, για εμάς.

Εδώ, στο στεναγμό των κυμάτων
παρουσία Θεών ορατών κΓ αοράτων,
τα βλέμματά μας με ορμή
τον ίδιο ουρανό να ατενίσουν.

Στα μυστικά οι ψυχές να σεργιανίσουν.
Διττή ταυτότητα, ποιότητα ποσότητα
μη λησμονήσουν και χαθούν,
έλα, το φεγγάρι για να δουν.

Εδώ, που εκκρεμεί ασίγαστο πάθος
σβήνει το λάθος, του φόβου αγιότητα
πρώτη μη φύγω, εγώ αμβλύνω,
την αλήθεια σου μένω να πίνω.

Στο θέλω σου να ζήσω καρτερώ
και μία στάση στης αγάπης σου τον κύκλο,
να μεγαλώσω της ζωής μου το μπορώ
αίσθηση του είναι σου φορώ.

Θα' ρθεις το φεγγάρι για να δω;. 



Της ζωής μου ζωή

(στον ανιψιό μου)

Θα ξενυχτήσω τρεις αγγέλους
πάνω απ’ την κούνια σου
και ένα όνειρο υγρό στο γάλα σου
για να βυζαίνεις
ελευθερία, αγάπη, ανθρωπιά.
Θα βαλσαμώσω
ένα πουλί, ένα φιλί, ένα χάδι
και μία θάλασσα
στο μέτωπο σου επάνω θα κυκλώσω,
το χρόνο να μετράς στ’ αφρού τα κύματα,
στον ουρανό να βλέπεις μόνο ήλιο,
αχτίδα φωτεινή όλος ο χώρος σου,
γαλάζιο σύννεφο στις λύπες για αντήλιο.

Με λησμονιά το σώμα σου εγώ θα το τυλίξω
την ύλη να ξεχνάς σε κάθε βήμα
και θα φυσήξω απαλά μέσα στα μάτια σου,
τη γνώση των ψυχών που γράψαν ποίημα.

Και τότε, ανθρωπάκο μου εσύ, θα με γυρίσεις
σε περιόδους μιας ζωής που εγώ τις έζησα,
μα δε θυμάμαι, πώς είναι να ρωτάς για όσα
υπάρχουνε, για αυτά που θα' ρθουνε
κράτα το χέρι μου, να μη φοβάμαι.



Το δικό μου νησί


Άπλωσα στο χάρτη πέντε βήματα
ζωής αισθήματα, γέλιο και δάκρυ.
Πόσες φορές, ζητάς, δέρμα ν' αλλάξω;
Μη σε τρομάξω, εγώ μιλώ για την αγάπη.

Σκόρπισα ζωές σε αξημέρωτα
μέρη αφανέρωτα, χωρίς να πάρω.
Κι’ άφησα τη γύμνια μου υπόγεια,
στα περιθώρια, της γης τα όρια,
για να φιλτράρω.

Έφτασα σεμνά σε κάποια σύνορα,
μοιάζαν ασύνορα κι' ωραία.
Πάνω στο χάρτη μου ορίζοντας,
γελώ τρεκλίζοντας, χαρά μοιραία

Να κατακτώ ένα νησί που έχει όνομα
που έχει σημαία...


Τα ανθρώπινα!




επιΣτροφή από την απόΣταση  2012


ΣΠΑΖΩ ΤΗ ΜΗΤΡΑ


Σπάζω τη μήτρα
που με γέννησε.
Ώρες ανώριμες
ανώνυμα διαβαίνουν.

Μέσα στην άνυδρη
ομορφιά
μ' αυτή τη σκόρπια
αγανάκτηση.

θωπεύω ίσκιους,
ξεμακραίνει ο τόπος
νυχτώνει ο φόβος,
συνεχίζω στο χώρο.

Γίνομαι όπλου κρότος,
φωτιάς καπνός.
Είμαι η μήτρα η σπασμένη,
σωπαίνει ο κόσμος.



ΝΥΧΤΑ ΤΡΕΙΣ


Απόπειρα πρώτη

Νύχια Δεκέμβρη
σαν να τελειώνει ο χρόνος, ξανά.
Ένα τρενάκι παιδικό αρχινά το ταξίδι του.
Αφετηρία, ο λεκές στο χαλί
ενδιάμεσοι σταθμοί,
ένα λουλούδι ξεθωριασμένο,
τα πατημένα φτερά μιας μέλισσας,
τα φαγωμένα κρόσσια, ο χρόνος ξανά.

Απόπειρα δεύτερη

Νύχτα Δεκέμβρη
η ανάμνηση ενός γράμματος
που ποτέ δε θέλησα να γράψω
σε έναν Άγιο, που ποτέ δε θέλησα να πιστέψω.
Το τρενάκι ήρθε.
Ο ήχος του φρένου πάνω στις ράγες
ζαλίζει τις γεύσεις,
η άχνη τινάζεται στο φτέρνισμα,
λερώνει το χαλί, θολώνει τις λάμπες.

Απόπειρα Τρίτη

Νύχτα Δεκέμβρη
επιβιβάζομαι.
Ένα χεράκι παιδικό σχηματίζει μια προσευχή.
Γεμάτη η τσέπη από χρόνια.
Τρύπες γεμάτη.
Δε βαστάει τα γράμματα. Μόνο τις αναμνήσεις.

Νύχτα Δεκέμβρη, διαρκείς.
Στάξε στο χρόνο των ανθρώπων,
σε κάθε απόπειρα
της προσευχής τη γραφή.

[Για τη νύχτα
που ποτέ δεν έζησα,
μα που έμαθα να προσεύχομαι
γι’ αυτή.] 



ΑΠΟΗΧΟΣ



Τα μάτια ιδρωμένα από τους χτύπους
κυλάνε κουρασμένα σε ρολόγια.

Στα τέταρτα,
μισή η σκέψη.
Στα δεύτερα λεπτά,
η θέση.
Στα σαράντα παρά,
δηλώνω θνητή.

Σκοντάφτει ο χρόνος.
Δείκτης μικρός.
Δείκτης μεγάλος.
Δείκτης.

Υπόκωφα
τικ-τακ.
Στιγμή.
Μεγάλωσα δηλώνω
σε κάποια τακ
στοιχειώνω.
Στοιχειώνω το μέτρο μου.

Στα δεύτερα τα χρόνια μου τα άφησα.
Θνητή δηλώνω.



ΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ, ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ


Ήταν ντυμένος την ακρίβεια της επανάληψης.
Χρόνια πηγαινοερχόταν
σαν ανάμνηση
-πάντα παρόν-
σαν αντιγραφή επικόλληση
-του τρέχοντος μηνός—
τα ιδρωμένα σεντόνια
στα άνυδρα σώματα
τα άνυδρα σώματα
στα ιδρωμένα σεντόνια
σαν, δεν ξέρω πια να αγαπώ.

Ξεβόλεψε της ύλης τη συνέχεια
αυτό το τέλος εποχής.
Και η παραδοχή του, πια, και αυτή.

Το μόνο που θυμίζει ότι έζησε
-δε λέω βίωσε—

(ακόμα ένα θαύμα περιμένω)

Κιτρινισμένο γιασεμί
στο γύρισμα του ημερολογίου.



ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΕΞΗΜΕΡΩΣΗ


Ποιος έμεινε πίσω να πει την τελευταία λέξη;

Πες μου ποιον άφησες που θα μπορούσε:
-να αντέχει χωρίς να φωνάζει,
τη συμπαγή ενατένιση αυτού του στερεώματος
-ψηφία, δίχως αριθμούς, να χαράζει
σε κάθε καθρέφτισμα, σπάζοντας την προαιώνια απληστία
-να σταυρώνει σε κάθε αναχώρηση αφίξεις,
να κάνει προσευχή, να μη χαθεί η ακολουθία του πλήθους
έχοντας πάντα στο μυαλό τη βεβαιότητα
ότι κάποια στιγμή κάτι θ' αλλάξει;

Άλλα στοιχεία δεν έχω
υποθέσεις κάνω και εγώ
που άφησα πίσω μου εσένα
έτσι από υποχρέωση ή από ανάγκη.

Κι όμως,
ποιος έμεινε πίσω να πει την τελευταία λέξη;

Όλα ξεκίνησαν όταν τελείωσε η μοναξιά.


ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΔΙΑΚΕΝΟ


Να κρατηθούμε από τις χειρολαβές
να ενεργοποιήσουμε μια κάποια αίσθηση
να μην αδρανήσουμε.
Στη σειρά η κίνηση.
Ο ένας άνθρωπος, πίσω από τον άλλο άνθρωπο.
Ψηλά ο Θεός.
Κάτω ο εαυτός.
Δίπλα το μήπως.
Στο βάθος ίσως.

Αν ενεργοποιούσαμε μία κάποια αίσθηση.



ΔΕΝ ΕΙΔΑ ΕΓΩ


Δεν είδα εγώ,
το κρεμασμένο από τα συρματοπλέγματα σώμα.
Το λιμάνι μου, ήταν η φυγή του.

Δεν είδα εγώ,
το παιδί που έψαχνε στους κάδους
το μισοφαγωμένο τοστ.
Τα σκουπίδια μου, ήταν η τροφή του.

Δεν είδα εγώ,
φωτιά από εφημερίδες
να ζεσταίνει σαθρά υπόγεια.
Το εφήμερο νέο μου, για να περάσει η νύχτα.

Ούτε είδα πώς μεταναστεύει το όνειρο.
Φοβήθηκα μη χάσω την αρχή του στα χέρια
που ζητούσαν το ευρώ.
Την αγωνία για επιβίωση δεν είδα.
Εμείς γεννιόμαστε δυτικά
η ανάγκη μας είναι προϊόντα.

Δεν είδα εγώ,
λαθραία ζω εδώ
ο τόπος,



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΗ


Στον Άγγελο, το Γιώργο, το Χρήστο
που μου μαθαίνουν την επιΣτροφή

Όλοι λυπούνται χωρίς να φταίει κανείς.
Απενοχοποιημένο συναίσθημα αυτή η λύπη,
στοιβάζει τα χαμόγελα, χτυπάει την πλάτη:
«την υγειά μας να χουμε»
«υπάρχουν και χειρότερα».

Εσύ περιμένεις τον ήλιο
εγκλωβισμένος στην απόσταση
μεταξύ του «εσύ» και του «εσύ»
σίγουρος για τη δυνατότητα της επιλογής
αλλάζεις διαύλους και
συνεχίζεις να περιμένεις τον ήλιο.

Εγώ μετράω τις ζωές
που χάθηκαν στην καταιγίδα
εγκλωβισμένη στην απόσταση
μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπων
σίγουρη, όμως, για τη δυνατότητα
της επιστροφής των βλεμμάτων στο βλέμμα.

Αναλαμβάνω την ευθύνη
που άλλοι δημιούργησαν
από την απόσταση.






ΦΥΛΟ ΓΥΝΑΙΚΑ


Αλλοιωμένες αποχρώσεις
στις επάλξεις του χρόνου.
Μια πολιτεία ευάλωτη
κρεμιέται στο πλάτος
του ορίζοντα όσο μπορεί
του ανθρώπου το μάτι να κοιτάξει.

Έτσι σε σκέφτομαι γυναίκα
των καλά κρυμμένων μυστικών,
της δαγκωμένης ενοχής,
της μίας απαγόρευσης,
της σάρκας, της ντροπής, της πτώσης.

Γυναίκα, που γεννάς της αθωότητας
την απώλεια, ξέπλυνε τα δάκρυα σου
στο ποτάμι της άγνοιας της επικίνδυνης,
δικιά σου η ευθύνη να μην είναι, μονάχα
το χέρι να βαραίνει τα γεγονότα:

Στοιχειωμένες επαναστάσεις,
αφανισμένη γενιά,
έρεβος στις ψυχές,
κουκκίδα η υδρόγειος.

Μία σταγόνα αίμα, κυλά απ' τον ορίζοντα.
Εδώ, υπάρχει μια άλλου είδους ερημιά.

Η ξεχασμένη δύναμή σου, γυναίκα.
Η τύφλωση των παιδιών σου, γυναίκα.
Η άλωση της πολιτείας σου, γυναίκα.
Και η αγωνία, η τιμωρία σου.

Γυναίκες που επιτρέπουμε τις αλλοιώσεις. 



ΘεΣΣαλονικη


Στο λιμάνι,
με τ' ασάλευτα πλοία
ένας κόσμος δύσκολος
και η ευτυχία μια λέξη
μπαλονάκι στον αφρό
στο λιμάνι
ρύποι ζωής που επιπλέουν

στο λιμάνι,
που τον ορίζοντα συνθέτουν οι γερανοί
μια σθεναρή αγκύλωση μνήμης
για το χρόνο που κάθισε στα σκαλάκια
και ένα σαξόφωνο που κάνει φάλτσο
στην κυκλοφορία του ετοιμόρροπου σήμερα
τέλη Οκτώβρη.


Για να υπάρχεις


Σε σκέφτομαι
με ένα χαμόγελο μισό
με μια σκιά θλίψης στα μάτια
με ένα γύρισμα του κεφαλιού προς το μέρος μου
με ένα βότσαλο στα χέρια
Σε σκέφτομαι
στα σκαλάκια απομεσήμερο
στον πύργο που ξέχασαν να χρωματίσουν
στη στάση να περιμένεις
στο σταθμό της ζωής σου
να αναστενάζεις
Σε σκέφτομαι



ΑΠΑΝΤΗΣΑ,  ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ


Πως στερηθήκαμε τον έρωτα μια νύχτα του Σεπτέμβρη
δε θα σου π
ίσως γιατί,
τη μέρα έπρεπε να κερδίσουμε
 ίσως γιατί,
μιας άλλης νύχτας τη φωτιά μάς έταξε να ξενυχτήσουμε
 κοιτώντας ίσκιους από βότσαλα.
Το περιτύλιγμα της διάφανης ζωής μου στα χέρια σου άφησα
το συν στην ευτυχία σου
άντεξα
και μη ρωτάς το πώς και τη διάρκειά του
άντεξα
γιατί,
στο στεναγμό σου,

απάντησα.



ΣΚΗΝΗ ΕΞΟΔΟΥ


Με θέα στο ανάθεμα
ξεπλένω τα υπολείμματα της νύχτας.

Σκηνή εξόδου.

Προσποιήθηκα οργασμό
προσποιήθηκες έρωτα.
Υπόγεια σύγκρουση ο χρόνος
κυλά μαζί με τα νεκρά κύτταρα
του σώματος.
Μήνες παλέψαμε
με την ατιμωρησία των στιγμών
με την ιδέα της αφής
να στοιχειώνει
το περίγραμμα της ελιάς σου
το περίγραμμα της γάμπας μου
το περίγραμμα της ζωής μας.

Μία περιφορά σαρκίου
μολυσμένου από εξάρτηση
η επιθυμία μου
και την αρνήθηκες (σαν αμαρτία).
Μία λιτάνευση κραυγής
στο νύχτωμα
ο φόβος σου
και τον προσκύνησα (σαν αμαρτία).

Σκηνή εξόδου.

Το πιο μεγάλο ψέμα
το είπες στον εαυτό σου.




ΑΝΑΚΩΧΗ  (2015)




έπινε τον καφέ της συντροφιά με την εγκατάλειψη
σταυροκοπιόταν νωχελικά
γύρω της πέτρες
δεν έβλεπε
δεν άκουγε
δεν μιλούσε
τόσα χρόνια πόλεμος
είχε προτιμήσει την ανακωχή

τώρα ξεσκονίζει τις ηδονές μ' ένα παλιό εσώρουχο
τόσα χρόνια
λιγόστεψε το θέλω της
μέσα στα χαρακώματα

                                     (της μητέρας μου) 

******

πώς μου ήρθε ο κόσμος
εκείνο το βράδυ που μετρούσε το αποτέλεσμα
δεν ξέρω

βυθιζόταν η μάνα μου στο αίμα

μόνο ευχόταν:
με οδύνες τα παιδιά μου να γεννάω

******

ακαθόριστα ζωντανή
μετατοπίζομαι

γεμάτος ο κόσμος
και χωρίς εμένα

******

πέρασε ώρα που εγώ δεν πήρα
μια υπόσχεση

ολόκληρη ζωή γεμάτη υποσχέσεις
κάτι μου λείπει

******

επιμένω να περιμένω
το αβέβαιο

το μόνο δεδομένο
η αναμονή

******

κοιμήθηκα έναν ύπνο
που υστερούσε σε όνειρα

και ξύπνησα σε μια πραγματικότητα
που υστερούσε σε ελπίδα

μικρό ίο παρελθόν
κι ας έχει διάρκεια

στον ενεστώτα ακμάζει
μόνο
ο θάνατος

******

όλη τη μέρα
τυλιγμένη τις εικόνες του ύπνου
αποσιωπούσα δάκρυα

όλη τη νύχτα
τυλιγμένη σε εικόνες του ξύπνιου
παραμιλούσα εφιάλτες

ξημέρωνε χρόνια
η συνείδηση
όσα βαθιά μου νύχτωνε
η επιθυμία

******

μετά από κάθε παράδοση
ψηλαφίζω το πάτωμα

ανταλλάσσω θερμότητα
κάθε που σπέρνεις στο σώμα μου το σώμα σου

ονειρεύομαι
ή ερωτεύομαι;

 ******

στο τέλος θα βγάλω τα ρούχα μου
και θα πάω για ύπνο

(δεν θα με πληγώνει η εικόνα σου
μια άγκυρα κι ένα σκυλί που αλυχτά στα πόδια
ιδανική παρατήρηση πριν γίνεις απουσία)

στο τέλος θα σε απατήσω
με λησμονιά 

******

ασκήσεις άμυνας
αφαιρώ το δέρμα με την ίδια αφή
που σε άγγιξα
αποσυντίθεται σε κύτταρα αναμονής
αναβοσβήνει η ανάμνηση
οριστική διαγραφή

******

μακάρι να γύριζε
ο χρόνος πίσω
είπε
ενώ ο κόσμος γινόταν
τώρα

******

τώρα που οι επισκέψεις επιτρέπονται

θα θυμηθώ
θα συγκινηθώ

να επιστρέψεις
θέλω
όλους τους δείκτες προς τα πίσω γυρνάς

 ******

άλλοι είπαν:
η ζωή είναι ωραία

και άλλοι:
έχει μία απαραβίαστη θλίψη που σκότωνει

 ******

«κοινή τραγωδία η πραγματικότητα μας»
είπε το πουλί που δεν ήξερε πώς να πετάξει
στο παιδί που δεν μπορούσε να αποδράσει

μετράμε τον χρόνο μας
σαν δάχτυλα
το ανάμεσά τους κενό
αγνοούν
το μέτρημα του χρόνου μας

εκείνο
το νωρίς με το αργά
εκείνο
το πριν με το μετά

οδηγούν σε κείνο
το κάποτε
που έγινε
ποτέ 

******

μια κάποια κοινή εμπειρία

το έζησε καλά
και
έφυγε πλήρης ημερών

και απάθειας
******

δεν θέλω να θυμάμαι
κάθε ανάμνηση
σε αναπόδραστο κενό με εγκλωβίζει

απέχω από το έγκλημα
ένα μαχαίρι και
ένα ποίημα

******

κολύμπησα χρόνια
πριν γίνω νησί
ταΐστηκα χώμα
πριν γίνω άνθρωπος

νερό και χώμα
για ένα μέτρο τόπου

αναπαύσεως

ο άνθρωπος