ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ











ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ  (2014)



ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΤΣΥΦΙ


Είδα το σούρουπο στο δρόμο ένα κοτσύφι που προσπαθούσε να
κρυφτεί βιαστικά. Είχε καταλάβει ότι θα βρέξει, φαίνεται. Χοροπη-
δώντας εξαφανίστηκε στο ρέμα. Το έχασα γρήγορα από τα μάτια
μου. Ποτέ δεν βλέπουμε πού κρύβονται τα πουλιά τη νύχτα.

Μετά από λίγο η ατμόσφαιρα είχε θολώσει, έβρεχε. Όχι πολύ δυ-
νατή βροχή ευτυχώς.

Ποιος θυμάται ακόμα ονόματα πουλιών και λουλουδιών;
Μελισσουργός, κοκκινολαίμης,
το κοτσύφι που είδα νωρίτερα
ένα πουλί δεμένο με σπάγκο
από το ποδαράκι του
μια σκέψη που δεν ξεφεύγει από την κλειστή μοναξιά
του μαύρου
το κλουβί
να ξεμάθεις το θόρυβο είναι τέχνη
ακούω τα σχήματα των κλαδιών
φτεροκοπώ... φτερουγίζω...

0 Vincent Van Gogh γράφει ακόμα επιστολές στον αδελφό του
συλλαβίζοντας χρώματα στο ημερολόγιο του
αισθήματα γραμμένα για τα τοπία της Άρλ
χορτάρι φρέσκο μετά τη βροχή
και μια φωλιά για τα πετεινό του ουρανού. 



Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΒΛΕΠΕΙ


Υπάρχει το αντίθετο του βλέμματος
που δεν αποστρέφει
αφαιρείται
λησμονιά

εκείνη την ώρα δεν σκέφτομαι εσένα
την απλότητα της ζωής
όταν επιστρέφεις

μαζεύεις γρήγορα τα χαρτιά σου
άραγε έγραψες αυτό το γράμμα
που δεν θα στείλεις τελικά
δεν θα λάβω

κοιτάζω πέρα από τον κήπο
με βλέπει
μετρώ τη σημασία των συμβόλων
πάντα το ρόδο
ο φράχτης
οι αποχρώσεις της σκουριάς
το τέλειο έργο της διάβρωσης.




ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ


Φαντάσου μια λάμπα γραφείου
μια κούνια παιδιού
το τηλεσκόπιο που στρέφεις στα σπίτια των άλλων
καθημερινές σκηνές
κλεμμένες για το φακό σου
μια γυναίκα που σιδερώνει
κάποιος της τρίβει την πλάτη

νοιώθεις το κενό από τα φτερά
το μυστικό της

το βράδυ πετά πάνω από τις στέγες
δεν με βλέπει.

Μια ριπή αέρα από το παράθυρο
να κλείσεις να μην κάνει ρεύμα
τα ιστιοφόρα δέντρα σφυρίζουν όλη νύχτα.

Η Κάθρην χτυπά πάλι το τζάμι
στο Σπίτι των Ανέμων
ανοίξτε μου να μπω.

Το παραμύθι της καληνύχτας που θα τελειώσει αύριο,
(δεν τελειώνει)

Τα άστρα φαίνονται το βράδυ όταν δεν έχει υγρασία
κάποτε πήγαμε να δούμε τον κομήτη του Χάλεϋ,
πότε να ήταν;
μας εμπόδισαν θυμάσαι τα φώτα στην Autoroute του Βελγίου.

Το φως πλημμύρισε από την τρύπια στέγη. 



ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ


Αγαπητέ μου Αντρέι Ταρκόφσκι
σε ευχαριστώ που φώτισες με μια μεγάλη πυρκαγιά
τη μακρινή τη θέα των παιδικών μου χρόνων
ένα κουταλάκι μέλι - τη γλύκα του
ένα κοτσύφι που χοροπηδά στο πίσω μέρος της αυλής
το αριθμητήριο στις αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία
και έτσι μπορώ κι εγώ και πιάνω με τα χέρια το φεγγάρι
στο πηγάδι
όταν κατεβαίνει.

Ναι, τώρα που μεγαλώνω και ξεχνώ όλο και λιγότερο
ξέρω πως την παιδική μου ηλικία
ποτέ δεν την αποχωρίστηκα
μαζί την κουβαλούσα πάντα
σαν ένα ασημένο παγόνι
αποχρωματισμένο με σοφία
κρυμμένο κάτω από κρεβάτι μου.



ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΟΤΑΝ ΓΕΡΝΟΥΝ


πίνουν βότκα γιατί νοιώθουν το κρύο
και την κούραση βαθειά στα κόκαλα τους
ξεχνούν να ανοίξουν την ομπρέλα
όταν βρέχει
και σκέφτονται με τον ίδιο επίμονο τρόπο
όπως έκαναν πάντα
την ανταλλαγή
μια άλλη πιθανότητα
αυτή τη ζωή για μια άλλη
να πιάσουν δουλειά σταθμάρχη στα τρένα
να παντρευτούν τελικά την κοπέλα στο τσίρκο
αφού την πείσουν να αφήσει αυτή τη δουλειά
τραγουδούν μετά με όλη τους τη δύναμη
όλη νύχτα Τεριριρέμ
σαν τον τζίτζικα του παραμυθιού
αναποφάσιστοι

έχει περάσει προ πολλού το καλοκαίρι




Ο ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑ


Μου είναι πια δύσκολο να σας γράφω, κυρία Μίλενα.
Είναι βέβαια οι δυσκολίες που με βρήκαν
που μου προκαλούν μια απύθμενη κούραση
δεν είμαι τόσο φιλόπονος όπως εσείς
η γραφή απαιτεί μια τέτοια προσπάθεια
ενώ κάποτε ήταν σαν την αναπνοή
τώρα πρέπει να ανοίγω μόνος μου το κλουβί των πλευρών μου
να δημιουργώ στους πνεύμονες εν πλήρει συνειδήσει το χώρο
που θα καλύψει ο αέρας και θα τους γεμίσει
και την ώρα εκείνη σκέφτομαι το κενό
και πως γεμίζουμε τον κόσμο όλοι εμείς
μικροί και μεγάλοι άνθρωποι
συνωστισμός

Υπομένω
το αίσθημα της ζήλιας μου είναι πια ξένο
σε κάθε μου αναπνοή
κι εσείς μαζί περνάτε
αερικό, φάντασμα
από εκείνα που μου κλέβουν τα γραμμένα φιλιά
κάποια ξέφυγαν και έπεσαν στον κήπο σας
είμαι βέβαιος

Όλα ακριβαίνουν εδώ,
δε βαριέσαι
ένας τρόπος να μαθαίνω για τον έξω κόσμο

Αν έχετε την καλοσύνη
παραβλέψτε την αδειοσύνη της επιστολής μου
δικαιολογείστε με
και εσώκλειστε μου μερικά αποκόμματα από την αγαπημένη μου
εφημερίδα
Ναρόντνι Λίστι της Πράγας, τότε που διαβάζαμε μαζί. 



                                                                                 

Η ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ


Σκουπίζει την κρυάδα της πάχνης απ' τα κρίνα.
Αφαιρεί τους νεκρούς μίσχους από τις παιονίες
προσέχοντας βέβαια να μείνουν στη θέση τους οι βλαστοί
και τα φύλλα.
Έτσι ξεφεύγεις από τη μοίρα του θανάτου,
ψιθυρίζει τρυφερά
και σκέφτεται τα πουλιά
της κάθε μέρας
που θα χοροπηδήσουν δίπλα της
ίσως πειραχτικά,
τις μέλισσες, το βατραχάκι
που κοάζει ακούραστο μπροστά στο λασπότοπο.

Σε ακούω, του λέει τότε
κι εγώ είμαι κανένας
και του κλείνει το μάτι.

Μετρά τα σποράκια βεβαίως
όπως τα θάβει ένα ένα
σαν αριθμημένα ποιήματα
για τον επιμελητή του μέλλοντος.

Ο κήπος της μυρίζει αθανασία
κρίνα, αστράκια και πανσέδες.


 

ΟΙ ΧΑΡΑΚΙΕΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΡΙΝΑ BAUSCH


Στα χέρια της Pina Bausch οι χαρακιές
προεκτείνουν το μέλλον
ασπρόμαυρες εκδοχές της ακινησίας
το πάθος γίνεται λεπτό, σαν φτερό πεταλούδας
η χορογραφία λύνει την πολιορκία του χρόνου
φτεροκόπημα που σχεδόν δεν ακούγεται
αθανασία στην ανοιχτή παλάμη
εκπνοή
σκηνοθεσία του ακατόρθωτου
όπως η Διηάνειρα
«βέβηκε (στο θάνατο)
εξ ακινήτου ποδός» (*)


* Σοφοκλή Τραχίνιαι




ΑΝΝΑ Κ.


Ζητώ προστασία από τη νύχτα που έρχεται
και ανάβει το φανάρι της στο κατάρτι
το μοναχικό ταξίδι αρχίζει σε λίγο
ο ύπνος με το μυθιστόρημα που κουβαλά ο καθένας μέσο
τότε που το τρένο εμφανίζεται στην ομίχλη
με το μάτι του μυθικού γίγαντα
στέλνει μια δέσμη φωτός σαν το υποβρύχιο του Κάπταιν Νέμο
μια σκηνή αυτοκτονίας θα ονειρευτώ
στην αποβάθρα
αυτή που σώζει τη φήμη του Λέοντος Τολστόι...




ΦΩΛΕΕΣ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ


Μέσα στην καρδιά μου
έχω μικρές φωλιές περιστεριών
για να θυμάμαι
μικρές εσοχές
για τα φτερωτά οράματα
για όταν έρχονται
και κρατούν δεμένη στο πόδι τους
να ξεκρεμάσω μιαν εικόνα
σαν εκείνη την τούφα των πρώτων μαλλιών,
ξανθή ακόμα
ποτέ δεν άσπρισε
γι αυτό και δεν ασπρίζουν οι καρδιές
την σκλήθρα από τη βάρκα την Αγγελική
που έλαβες κάποτε
τότε που βρέχτηκε ο φάκελος κι έγινε σγουρός
ένα σουγιά διπλωμένο
όσα χάραξε στο δέντρο έχουν από καιρό επουλωθεί
αυτός όμως ποτέ δεν σκούριασε
το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα
σαν εκείνο με τον αητό και την άγκυρα που φόρεσε τη μέρα
που θα πέθαινε ο Λόρκα
μια δακτυλήθρα, μικρό πλεούμενο των ονειροπολήσεων
για το δάχτυλο που τρυπά της βασίλισσας...
και προ παντός
εκείνη τη φτερωτή συγκίνηση 
της ανάμνησης του Άλλου
τον δυσεύρετο παράδεισο
που ήρθε να κουρνιάσει
πριν πάει στο προορισμό της
και πέρασε εκεί
στην εσοχή του περιστερώνα
μια ολόκληρη νύχτα
μιλώντας μου γλυκά…



ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ TO OPIENT ΕΞΠΡΕΣ

 
Ταξιδεύω με το τραίνο για να εξασφαλίσω έναν ήσυχο ύπνο
ο ρυθμικός ήχος της μηχανής με νανουρίζει
η μόνη μου παρηγοριά, αφού η αγρυπνία με καταδιώκει
μια και τη μέρα δεν προλαβαίνω
να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου
αντιφάσεις, συγκρούσεις, προτάσεις που άφησα στη μέση
όλα αυτά που είπα και μετάνιωσα
-ποτέ δεν μετάνιωσα γι' αυτά που δεν είπα-
ζητούν το μερίδιο τους τη νύχτα
ακόμα και όταν τα μάτια μου βαραίνουν
το ξέρω και για αυτό κλείνω πάντα εισιτήριο πρώτης θέσης
στο Όριεντ Εξπρές
μπορώ ακόμα να το πληρώνω

Επιβιβάζομαι κάθε βράδυ στην Κωνσταντινούπολη
μετά ένα νυχτερινό περίπατο στην παραλία
βλέπω τα φώτα των πλοίων και ακούω τις φωνές των ναυτικών
που ετοιμάζουν το βραδινό τους
έχω πιο πριν δειπνήσει στο Πέρα Παλάς
το ξενοδοχείο που προτιμούσε εκείνη
πόσο μου αρέσει να τη διαβάζω
χαζεύω τους μικροπωλητές στην αποβάθρα
ένα φιλοδώρημα στον λουστράκο που με ξέρει πια
τόσα χρόνια πελάτης
μα μόλις σβήσω το φως
θ' ακούσω πάλι το χτύπημα στην διπλανή πόρτα
και τη συνηθισμένη δικαιολογία
«Ce n'est rien. Je me suis trompé»
νάτη πάλι η άκρη της αλυσίδας της γνωστής ιστορίας
που οδήγησε στο έγκλημα
με τις δώδεκα μαχαιριές
από δεξιόχειρες και αριστερόχειρες
την πολύπλοκη συνάφεια των επιβατών
τα κρυμμένα παλιά πάθη
τις μεταμφιέσεις
τους όρκους πίστης
την αλληλεγγύη
την εκδίκηση
το μυστήριο που πρέπει να εξιχνιάσω
και χάνω πάλι τον ύπνο μου.




ΟΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ


0 κύριος Βλαδίμηρος ήταν γεννημένος φυσιοδίφης
τα Σαββατοκύριακα
τις καθημερινές Δημόσιος Υπάλληλος
ευδοκίμως υπηρετούσε
πίσω από τις στοίβες τα χαρτιά του
κατάλογοι, εισερχόμενα - εξερχόμενα
δεν ξέρω ακριβώς τι έκανε
εκείνος πάντως συνέχιζε να εργάζεται
προσηλωμένος σε κάποια άλλη σκέψη
Γραφεύς Β’, δεν τον πείραζε καθόλου
δεν τον ενδιέφερε η εξέλιξη
τη ζωή του την έφερε ανάλαφρα
ή βαρέως;
την τίναζε πάντως από τους ώμους του
όταν εξορμούσε στο τέλος της εβδομάδας
φωτογραφίζοντας σπάνιες ορχιδέες
αγαύες αναίμακτες
ξεχωρίζοντας το μοναδικό μανιτάρι που δεν ήταν δηλητηριώδες
για μένα
οι πεταλούδες του
ήταν ένα μαυσωλείο
ένας κρυφός κήπος στο σπίτι του
καρφιτσωμένες στην αρχική -ή τελική τους- μορφή του άνθους
ψυχές
αποσπασμένες οριστικά από την τρέλα του έρωτα
χωρίς πάθη
χωρίς να κινδυνεύουν να καούν πέφτοντας στο φως
ανεξιχνίαστες
με λίγο χρυσό από το φτέρωμα να έχει πέσει στο χαρτί
και καλλιγραφημένα τα διπλά τους ονόματα
της ταξονομίας 
τηρώντας με ακρίβεια τον κανόνα κεφαλαίων - πεζών
σε ατέρμονες καταλόγους
αριθμημένους
με ημερομηνία θανάτου
και τοποθεσία
ένα ληξιαρχείο λεπιδοπτέρων
που με περισσή φροντίδα είχε ο ίδιος θανατώσει



Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΛΟΥΒΙ


Εκείνη η γυναίκα ζούσε με ένα κοράκι στο θώρακα. Του άνοιγε και
το έστελνε να πλανιέται στη νύχτα, να κάθεται στα παράθυρα των
ποιητών και να πλημμυρίζει η σκέψη τους από το χιόνι του Δεκέμ-
βρη. Εκείνο κούρνιαζε στο άγαλμα της πλατείας και τότε μια μικρή
φλόγα φαινόταν στο απέναντι παράθυρο.

(μην το ψάχνεις δεν θα το διακρίνεις τώρα)

Έμοιαζε σαν κερί που ανάβει για μια ιστορία, τότε που περνούσε
εκείνη η άμαξα...

Της έφερνε μηνύματα. Εκείνη αφηρημένη το ένιωθε να φτερουγί-
ζει, τινάζοντας το σκοτάδι από πάνω του. Το ένιωθε με μια αθώα
περισυλλογή.

Μετά νύσταζε.

Του έλεγε «με σένα μέσα μου δεν μπορώ καλά καλά να αναπνεύσω»

Εκείνο αδιάφορο, σαν αισιόδοξο, την κοίταζε στα μάτια.

Καταλάβαινε τότε πως πρέπει να κάνει υπομονή. Να μην αποφεύ-
γει αυτό το όνειρο...




ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ


Θα αποστηθίσω
τα λόγια των πουλιών τα ελαφρά
και στην καρδιά μικρές φωλιές ενθυμημάτων
θα χαράξω
ονόματα να τα φωνάζω να έρχονται
με την ανθρωπινή τους ομιλία να τ' ακούω

τι λένε τα πουλάκια;

ένα αλφαβητάρι να συλλαβίζω κι εγώ
ταπεινά
έξω στους δρόμους
εκεί που ανθίζουν τα τηλεγραφόξυλα
να γίνεται ένα περιβόλι ο κόσμος.



ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ


Στο σπίτι των μέσα μου ανέμων
υπάρχει ένα δωμάτιο
που τα άλογα χάνονται στο βάθος
καλπάζοντας πίσω από τις κουρτίνες
το σούρουπο ανάβει ο μαγικός φανός
για να φανεί ο ιππότης της ανάγνωσης
(για χρόνια πλάγιαζα νωρίς)
εκεί αναζητώ κάποιον ύπνο
πάντα από το ίδιο πλευρό
περιμένοντας
να βρω το δρόμο
τα ανάγλυφα της καρδιάς αλλάζουν όψη
σχήματα στην άμμο, σε αφρικάνικη καλύβα

εκεί εξοκείλουν τα ποιήματα
γόνδολες
(τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου)
κάποτε είδα τον Γουσταύο του Άσενμπαχ
με γούνες και ένα τουήντ κοστούμι
να ακουμπά την πλάτη στον τοίχο
κάτι κρατά - ένα μαντίλι...
χαμόγελα ανεμίζουν στον αέρα
φράσεις που μένουν στη μέση
υπαινιγμοί

πού να είναι το εργαστήριο που δουλεύει η Άτροπος
πού οδηγούν τα άλλα δωμάτια του σπιτιού
και οι χάρτες με τα ποιήματα στο τραπέζι
οι κλεψύδρες
ο αστρολάβος...

(είναι δύσκολος κάποτε ο ύπνος) 



Ο ΕΡΩΤΑΣ ΟΤΑΝ ΓΕΡΝΑ


Αχ κοτσυφάκι μου, μαυροπούλι μου
πώς ξετρυπώνεις τις μικρές τις πράσινες γωνιές
στη τσιμεντούπολη
να μου θυμίζεις πάντα αθώες καρδιές που πιάνονται
και έναν γέρο έρωτα που κρύβεται πίσω από το λόφο
   του Στρέφη
δεν βλέπει καλά
σέρνει τα πόδια του
με τα φτερά του γκρίζα πια
και μια γενειάδα ψαρή
να σκύβει πονηρά
να στήνει τα βρόχια του...