ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΘΑΛΗ




ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΤΟ ΦΩΣ


Κλείνεις την πόρτα και φιλοξενείς τη νύχτα
Μια σχισμή αν βρει το φως τεντώνεται
και την διαπερνά.
Συνωμοτικά σε παρακολουθεί
σκιαγραφεί το περίγραμμα σου
όμως κι εσύ ελέγχεις την κάθε του κίνηση.
Πέφτει πάνω στο τραπέζι
λαίμαργα πίνει το γάλα σου
σέρνεται στα χειρόγραφα, τα σκορπίζει
μετά με την δική σου συγκατάθεση
βάζει φωτιά και τα καίει.
Οι λέξεις σφαδάζουν στο πάτωμα.

Η σιωπή γεννάει τη σκέψη
κι η σκέψη τη σιωπή
έτσι όπως ρίχνεσαι
στο πιο ακατοίκητο κενό της εξαΰλωσης.  

Όχι τίποτα δεν χάθηκε.
Με τον τρόπο σου αγγίζεις τα πράγματα.
Λίγο πιο κοντά στην αλήθεια τους
αισθάνεσαι το πρωί
και τυχερός που υπάρχεις.



ΜΠΟΡΟΥΜΕ


 Μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα
τώρα που πιάσαν λιμάνι οι αποθυμιές
που μια πατρίδα σημαδέψαμε στο χάρτη.

Τι κι αν οι πόθοι μας
συναθροισμένα ήταν δάκρυα.
Καλά γαλουχηθήκαμε
στο σκληρό πυρήνα της ματαιότητας
στις μακρόσυρτες σιωπές.
Μα ήταν για το κέρδος
του ανταλλάξιμου χαμού.

Μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα
καθώς το ηλιοβασίλεμα γέρνει
πάνω στο φύλλωμα των χρυσανθέμων
βυθίζοντας το δάχτυλό του
στους νευρώνες της γης.

Ξεφυσάνε οι αγέρηδες
κλειδώνουν ωραίες μουσικές
τα πλήκτρα της ψυχής.

Μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα
με το μάτι μας στο φεγγάρι
έτσι όπως βγαίνει ολόγιομο
μέσα απ’ τη θάλασσα
γλύφοντας τη γραμμή
π’ ακραγγίζει τ’ άπειρο.

Μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα
εμείς οι τρυγητές τ’ ονείρου
που αλλιώτικοι ξυπνήσαμε.



 ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΜΑ 


Στην πολιτεία με τα ερείπια οικήματα
οι νεκροί ζούνε μ’ ανοιχτά μάτια
πίνουν κονιάκ εννιά αστέρων
καπνίζουν αρειμανίως
και πάνω σε τσιγαρόχαρτα
γράφουν και σβήνουν στίχους.

Τα Σαββατόβραδα χορεύουν
φέρνοντας στροφές τον κόσμο
σπάνε τα σερβίτσια με τα αζήτητα
και φλερτάρουν την αιωνιότητα
κρατώντας κατάσαρκα αποσκευές
με αυτοσχέδια όνειρα, αρτύματα
κι ουρανούς αγνότητας.

Γιατί έχουν κι αυτό το προνόμιο οι νεκροί
ναι! αυτό που ψυχανεμίζεστε
επιπλέον οι νεκροί ταξιδεύουν.
Αντιστάθμισμα για το δωρεάν σκοτάδι.

Παραδείγματος χάριν:
Ανηφορίζουν σε σηκωμένο θάνατο
ξαστερώνουν στις Αναστάσεις
κι επιστρέφουν.



ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ


                        Ι

Όταν πέθανε απ’ το κρύο ο πλανόδιος κιθαρωδός
στον υπόγειο σταθμό της πλατείας Βικτωρίας
τον έσυραν απ’ το στεγασμένο αντηχείο του
αφήνοντάς τον έκθετο
στην άκρη της ξύλινης γέφυρας
με τα σιδερόφρακτα κάγκελα.

Μοναχά το ‘να χέρι του προεξείχε
απ’ την αρχή πάλι
να χορδίζει τα παράφωνα
να ισιώνει τους σκεβρωμένους τόπους.


                        ΙΙ

Κάθε φορά που πετάνε οι στέγες
και πόρτες δεν υπάρχουν
σε υπόγειες σήραγγες των σιδηροδρόμων
με οδηγούν τα βήματά μου.
Κάθομαι κατάχαμα
στις πιο σκοτεινές ράγες
παρακολουθώντας το συρμό
και το απρόσιτο
καθώς σπινθηρίζουν στο σκοτάδι.

Καμιά εξαπάτηση
παραδέχεσαι και προσπερνάς.
Τώρα θαρρώ ευκολότερα
είναι τα θραύσματα
της άλλης μέρας.


                       ΙΙΙ

Πάντα ο κόσμος
στους υπόγειους σιδηροδρόμους
κάτι περιμένει
με τεντωμένο πρόσωπο
και μια γραμμή-εφημερίδα αδιάβαστη
στο χέρι.

Εσύ σε ποιο θα επιβιβαστείς βαγόνι
και ποιου θεού είσαι παιδί;


  

ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ


Τα σκέπασε όλα η χιονοστιβάδα της λήθης
η άρνηση που μουδιάζει τ’ αναβαλλόμενα.
Όγκοι βουνών παρεμβάλλονται
από την επιθυμία έως την απολαβή.

Στα περάσματα
όταν ξεφλουδίζει το γκρίζο
φωσφορίζουν οι ψυχές
σε μια ολονύκτια κατάνυξη
κι είναι ο καρπός της επίγνωσης
που λειτουργεί σαν παλινόρθωση
του ξεχασμένου εαυτού
αγκαλιάζοντας
μ’ αδυσώπητη τρυφερότητα
εκείνο το υφαρπαγμένο
τ’ ουρανού παιδί μας
που κάποτε αυτομόλησε
στις εντομές του νου.

Μ’ αναμμένο κερί
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
το βλέπω καθαρά
πόσο η ζωή πληθαίνει
δρασκελώντας το φόβο
παγίδα στήνοντας στο χθες.



ΣΤΙΓΜΑ


Στο λευκό άδειο
υπάρχει μια κουκκίδα
μια τόση δα μαύρη κουκκίδα
στίγμα στα συντελεσμένα.
Συμπυκνωμένη
ευθυτενής
κι ανέστια
περιφέρεται αδεώς
απ’ το πάτωμα στο ταβάνι
απ’ το γέλιο στο δάκρυ
περιφρουρώντας
το άδειο.
Γυμνασμένη στην εξαίρεση
του λευκού κανόνα
εσύ
εσύ κι η μαύρη κουκκίδα.



ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ


Μιλήσαμε πολύ χωρίς να μιλιόμαστε
ασυναπάντητοι, απόλυτοι και μόνοι
στήνοντας προτομές
στο ανυποχώρητο εγώ μας.
Κάποτε τρομάξαμε
τρόχισε η αλήθεια το πόδι της νύχτας
μας αποκαλύφθηκε
θαύμα μαζί κι αχίλλειος πτέρνα.
Να τι μας απέμεινε
η στυφάδα της χαρά
για την ήττα του ύπνου
κομίζοντας καινούργιες σφοδρότητες
σε μια κατάβαση
περιπλεγμένη με σιωπή
καμπυλωτή κι ασθμαίνουσα.
Πάσχουμε προφανώς
από θνησιγενείς πολλαπλασιασμούς.



ΕΡΩΤΙΚΟ


Αγάπη λιόπυρη
ταξίδεψέ με απόψε,
να γράψω απάνω σου
τις πιο ωραίες λέξεις,
να ζηλέψουν τα ποιήματα
των σωμάτων και των ψυχών
το ζύμωμα.

Τώρα που το ανώφελο
λιγόστεψε στο στόμα μου
και οι σιωπές έχουν
το συνειρμό της Άνοιξης,
χρώμα γίνε κόκκινο βαθύ
σε Ανατολές και Δύσες.

Από το αγρίμι έως τον άνθρωπο
ταξίδεψέ με απόψε,
απόψε που η μοναξιά μου
αγρυπνά μες στο σκοτάδι
για να αφουγκραστεί καλύτερα
τον ερχομό σου.



ΕΡΗΜΙΚΟ


Την μοναχική ώρα
η δροσερή αύρα με τυλίγει,
απούσα από τη συνείδηση του κόσμου
αποζητώ μια όαση
στη κυριαρχία του χάους
και της συναισθηματικής ακαμψίας.



ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ


Σημαιοστολισμοί και παρελάσεις
στην πνιγηρή αναζήτηση των εντυπώσεων.
Οι στρατευμένοι αναπαράγουν εύπεπτα τσιτάτα
λαγωνικά του κέρδους με κάθιδρες ανάγκες
κατατρώγοντας τις ιδέες μας και τις ζωές μας,
ένας λαός που έλιωσε στο κάτεργο των προσδοκιών.
Αταξική σιωπή κι ο ήλιος να ασθμαίνει
στα συνδικάτα και στα πεζοδρόμια
άνεργος και ολολύζων.



ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ


ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ


Ι

Σήμερα θα βουτήξω την πένα μου στους αφρούς
να σηκώσει η απουσία άγκυρα
να στραφταλίσουν οι λέξεις
με λιγότερο εσύ και πολύ θάλασσα.
Για να 'χουν Λόγο τα’ αρμενίσματα
και τα ναυάγια φάρο.

ΙΙ

Τι θεατρικότητες
τι διαστρεβλώσεις
σκαρώνει πάλι το υπνωτικό μας νεύρο.
Θα 'ταν καλύτερα
μ’ ανοιχτά τα μάτια να κοιμόμαστε
αφού το κάθε ξύπνημα
μαχαίρι κραδαίνει αιχμηρό
πάνω απ’ τα κεφάλια μας
που κατεβαίνει ερμητικά
στη πρώτη ηλιαχτίδα
συνθλίβοντας κι εμάς
και τις νυχτερινές ονειροβασίες μας.

ΙΙΙ

Κάτω απ’ το δέρμα μας
σαν πευκόδεντρο να καιγόταν η πληγή.
Είμαστε η είδηση
που κυνηγά υπόρρητα το έκτακτο δελτίο.
Προς το παρόν ανακοινωθέν κανένα.
Αλλού το δέντρο κι η πληγή
αλλού η φωτιά.


ΑΤΙΤΛΟ

Οι πίκρες βρωμίζουν κάποτε
σαν σώμα σε αποσύνθεση.
Μυροφορείς την ανάμνηση,
κάθεσαι να πιεις καφέ, να συγχωρέσεις.
Απ’ το φλιτζάνι τινάζεται ένας ήλιος
που λαίμαργα ρουφάς.

Έχουν και ζωές οι καθιζήσεις. 



Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ


Έλα, έλα να σου δείξω
τον γυάλινο ακροβάτη μου
κατοικεί στο πρώτο συρτάρι
πίσω από κάτι τσαλακωμένα ποιήματα.
Νυχθημερόν περπατά στις μύτες
να μην ξυπνήσουν οι ρωγμές
και τα νερά.

Δεν καίγεται...
Δεν πνίγεται...
Δεν σπάει...

Ο γυάλινος ακροβάτης
οι ρωγμές
τα νερά
να θυμηθείς
να μην ξυπνήσουν
γιατί εδώ
τα γυάλινα πληρώνουν τα σπασμένα.



Δημοσιευμένα στο blog  ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ 


ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ


Διαδρομές σκονισμένες σε ανάμνησης τοπία
και κάπου εκεί εσύ να με κοιτάς
με τη μισή πλευρά του προσώπου σου.
Προσπάθησα να σε προλάβω
μες τον συνωστισμό των σκέψεών μου
κρατώντας στο χέρι ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
Δεν τα κατάφερα.
Έκαψε ο ήλιος το κύτταρο του πόθου μου,
στιγμάτισε το βλέμμα μου η άμμος
της καθημερινότητας
και η επικείμενη συνάντησή μας
χάθηκε απρόσμενα
ανάμεσα σε αφετηρίες και προορισμούς.

Περιοδικό Πνευματική Ζωή