ΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΡΙΑΝΟΣ








ΠΕΖΟΛΙΒΑΔΑ  (2017)



ΨΙΘΥΡΟΙ


Σκέψεις που ξεκουράζονται για λίγο
Στο νυν δραστήριο μετωπιαίο λοβό
Λέξεις που ξεπηδούν στην ώρα τους
Μαγεύονται σε ένα συρτό ψίθυρων
Η επανάληψη κυλιόμενο μουρμουρητό
Παρουσιάζεται σφαλίζοντας τα αυτιά
Εντείνεται ο ήχος, αντιλαλούν οι εικόνες
Οι ιστορίες τρέχουν σε άγνωστο ρυθμό
Τα χέρια κρατούν την κεφαλή με αγάπη
Κι οι ψίθυροι παλεύουν να απομείνουν
ας γίνει ότι θέλει, απόψε θα ερχόσουν.




ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ


Προσεκτικά σε φτιάχνω, σε σάζω τακτικά,
τρίχα να μη πετά και την εικόνα σου χαλά.
Προσεκτικά σε ομορφαίνω σαν φεύγεις τώρα μακριά
μα με πειράζει που δεν είσαι πια δικός μου.
Δηλώνω πως για πάντα θα ήθελα μόνο
σε μένανε να ανήκεις
μα εσύ φεύγεις, ταξιδεύεις για να πας
σ' ένα πολύβουο γραφείο τακτικό,
να γίνεις ένα και να ξεχυθείς,
με τους πολλούς φακέλους να αναμετρηθείς.
Ομολογώ πως μου λείπεις ήδη, πριν αρχινίσει το φευγιό
Να ξέρεις, ίσως το πετύχεις να γίνεις φάρος λαμπερός
ένας μικρός θεός λειτουργικός, ο σπουδαίος διερχόμενος.
Ίσως μια μέρα γίνεις το φως
εκεί που αχνοφέγγει η απελπισία
Ίσως για άλλους να είσαι δείλι ή της σιωπής η ομίχλη
Ίσως να είσαι η χαμένη ανάμνηση αγνώστου παραλήπτη.
Να φύγεις ατσαλάκωτος, άλλο να σε κρατώ, δε πρέπει.
Σ’ αφήνω εδώ στον πάγκο
με ένα γραμματόσημο για φυλακτό.




ΟΜΙΧΛΗ


Ομίχλη απόψε απλώνεται παντού
Να ξεσκεπάσει τα ψεύτικα φώτα
που πρόχειρα βίδωσαν εδώ και εκεί
ψυχρά, ζεστά, υπόλευκα κρίνα
αγορασμένα στις καλές τις εποχές
φωτίζουν τα θεοσκότεινα σοκάκια
σαν η βροχή το χώμα και ρίπτουν φως.
Θαρρώ πως φτάνει μια ομίχλη
για να τα ξεγυμνώσει, να τα δείξει
αταίριαστα κι αδιάντροπα
πάνω στους στύλους της σιωπής
φώτα παράταιρα, δειλοί φεγγίτες.




ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΙΣΚΗ


Πίσω από τις γιορτινές κουρτίνες,
στα κρεμαστά στολίδια της Τσιμισκή,
τα δυτικά ροδαλά σύννεφα στραγγίζουν
τα απογευματινά τους χρώματα.
Στην άσφαλτο, μολυσμένοι διαβάτες διερχόμενοι
τρυπιούνται και βάζουν τη ταινία στο μετρητή
της μικροαστικής τους υπόστασης
να διαγνώσει τη ταχύτητα καθίζησης
στο βούρκο της πόλης.
Οι σταθεροί περνούν την ώρα τους στα κάστρα.
Βλέπουν τους άοκνους γερανούς του λιμανιού,
παίρνουν μια δροσάτη ματιά από Όλυμπο.
Μα όσοι είναι χάλια, θα φύγουν και τούτο
το Σαββατοκύριακο να πιάσουν χώμα
να ορμήσουν στα γιορτινά χωράφια
να φάνε τα καλούδια και
κυρίως, να απολαύσουν τη θέα
που τους προσφέρει το έμπα στη πόλη
επιστρέφοντας πλήρεις.




Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


Μεγαλώνει η μέρα καθώς δανείζεται,   
ένα λεπτό της ξαφνιασμένης νύχτας.    
Μέσα στα χέρια της τη σφίγγει να μαζέψει.      
Εκείνη αδύναμη παραδιδόμενη στο φως  
κάθε ξημέρωμα τελειώνει στα χέρια της ημέρας.




ΓΕΝΙΕΣ ΔΙΑΣΤΙΚΤΕΣ


Σκόρπια κρεβάτια ανάκατες γενιές που απωθούν
νεκρά κύτταρα από τα τιναγμένα μας σεντόνια
Έρωτες χαμένοι, εκτοξευμένοι κάτω και μέσα
απ’ το μπαλκόνι μας ως τον αντίπερα κόσμο
Δε νοιώθει κρύο το νεκρό στα αλήθεια κύτταρο
μήτε και βάρος πιάνει για να αγκιστρωθεί τριγύρω
0 αέρας το παίρνει, το ταξιδεύει, αγνώστων λέπι.
Μιαν άλλη μυρωδιά ξένη κουβαλά απ’ άλλη φουρνιά
και συναντιέται μ’ άλλες διάστικτες γενιές κυττάρων.




 ΣΩΠΑΣΑΝ ΟΙ ΑΕΡΗΔΕΣ


Σώπασαν οι αέρηδες για να ξεσπάσει το μπουρίνι
κάθετα στο κόσμο των εθνών.
I Το χαμηλό βαρομετρικό κινεί αντίστροφα το μετρονόμο.
Στα αυτιά θα φτάσει γραμμένη ανάποδα μια μουσική φόρμα
που επιβεβαιώνει τον κανόνα της σύγχρονης ιστορίας
επαναλαμβανόμενη με καλές στατιστικές αράδες
λιγότερη βία, απαραίτητη παιδεία,
έναν βροχόσπασμο ευημερίας
και μαλακές σιωπές που αναπαύονται
και μας λυγίζουν κυνικά.




ΠΡΟΣ ΣΑΛΟΝΙΚΗ


Κάποτε φτάσαμε και ως εδώ
παλιές πατρίδες παραδίδοντας
ώσπου να πέσουμε στην αγκαλιά
του νέου πατέρα στη νέα χώρα.
Ήμασταν κάμποσοι, πρόσφυγες όλοι,
Απάτριδες, κατατρεγμένοι αγριωποί.
Σεμνή η τελετή, όλοι γονάτισαν με θέληση
να νοιώσουν χάδια απ τα δάκτυλά σου.
Σα βρέθηκαν στον κόλπο σου να δροσερέψουν
σε μια στιγμή ανακούφισης σε αναγνώρισαν
για πάντα δική τους νέα πατρίδα ευγενική
και επέστρεψαν στο συνοικισμό ακολουθώντας
τη ταμπέλα- προς Σαλονίκη.




ΙΣΗΜΕΡΙΑ


Τη νύχτα της ισημερίας
ένας ζυγός ισορροπεί
κάλπικες λίρες
αγνώστου πατρίδος
ενώ εμείς γλεντάμε
κύτταρα νεκρά
τ’ απομεινάρια μας.




ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Μέσα
στα τόσα λάθη
Γύρω
από τόσα σφάλματα
Βέλος
σε τόση κίνηση
Φορά
με τόση φόρα
Το πόσο
τόσο δύσκολο
Όσο
να ενστερνιστώ
Στο τέλος
είμαι ο άνθρωπος




ΑΓΡΥΠΝΙΑ


Καθάρισα το αχλάδι κι είναι νεκρό.
Τα σάκχαρα κολλάνε στους αισθητήρες
οι λιγοστοί χυμοί το επιβεβαιώνουν.
Είναι νεκρό τούτο το αχλάδι το στερνό.
Περνά η γλώσσα μέσα από τα αλεσμένα
αδιάφορη στα αλήθεια ελίσσεται υγρή.
Το σπρώχνει το οδηγεί κάτω στα υπόγεια
στα αποθετήρια τα σκοτεινά στα χαμένα.
Ένα με το νεκρό αχλάδι αφυδατωμένος
κάθε που έχω επαφή θα έρθει μια αγρύπνια
κάθε χυμός που λείπει σιωπή κι αλήθεια.




ΠΩΡΟΛΙΘΟΣ


Ήθελα να λευτερωθώ μα μια φωνή αυστηρή,
με σχημάτιζε σε όγκους μαλακού πωρόλιθου,
ιδανικό για διάκοσμο με λούστρο κοσμικό.
Πασχίζω μέσα μου από τους πόρους να πιάσω
τις δονήσεις στα έγκατα που βράζουν σιωπηλά,
παλεύοντας μάγμα καυτό ακέριο να παραδώσουν
και μ’ αφορμή τούτων το χαλασμό προσμένω.
Λάβα, να χύνομαι ελευθερωμένη στα μάρμαρα.
Λεύτερος να είμαι και λευτεριά να μη προσμένω.
Δε θέλω να αισθανθώ ελεύθερος, δε θέλω αισθήσεις.
Θέλω πρώτα να πράττω ελεύθερος και να ‘μαι τέτοιος.




Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


Μια νότα ανάσας στο Αλγκάρβε
με έκανε να νοιώθω ελεύθερος,
ελαφρός και χρήσιμος σε μένα.
0 μεγάλος ωκεανός αλλάζει
το μείγμα του αέρα πρωτότυπα.
Η μνήμη στόλισε στο πέτο μου
ένα μπουκέτο μυρωδιές Ελλάδας
κι έτσι, ποτέ δεν ένοιωσα ξένος
καθώς δεν έμοιαζα με ναύτη
που σουλατσάρει ανυπόμονα
στην απέραντη υγρή προκυμαία
εμπρός στη πύλη του Ατλαντικού.
Εκεί στην απαρχή του μπάρκο
ένοιωσα κύκνος καθαρός λευκός
βέβαιος για το χρονικό που ζω
σίγουρος με διαυγείς αισθήσεις
άνοιξα απόψε σιωπηλά τη πύλη
της γαλβανισμένης μνήμης.




Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ


Από τον ψηλότερο βράχο βουτώ.
Δεν έκαμα πριν τον έλεγχο, τον τυπικό, τον πρέπον,
να πάω να ελέγξω το βάθος του σιωπηλού βυθού
και τη κρυφή μορφολογία των κινδύνων από πριν
Βουτώ με τίναγμα κορμού αντάξιο πρωταθλητού
Πέφτω προτού πετάξει το σταυρό και χάνομαι
Στα βάθη της απελπισμένης κόρης του βυθού
Στη λάσπη τη θολή στην αναγερμένη της εικόνα
Και αγκαλιαζόμαστε μόριο με πίξελ χωρίς ήχο
να γίνουμε το κατακάθι θέλουμε.
Το πάνω-πάνω.




ΚΑΜΕΛΙΑ


Την όμορφη καμέλια τήνε καταλαβαίνω,
για μια φορά το χρόνο ανθίζει.
Εσένα πάλι, καθόλου.




ΜΥΡΩΔΙΕΣ


Τις μυρωδιές αντιπαλεύω
αρματώνοντας τις μνήμες
τις αιχμηρές κι αναίμακτες
απόβαρο των μεσονυκτίων
στη λειψή γεφυροπλάστιγγα.
Η άνοιξη πάντα αργοπορημένη.
Θαρρείς μπερδεύει το μπουκέτο
για να μου φέρει τη σκοτοδίνη.
Χαμένος τρυγητής του έρωτα
το πολύκλωνο γιασεμί -η ζάλη-
δαμάσκηνο στην αμασχάλη
πρώιμο φρούτο αμαρτωλό
βύσσινο αγίνωτο στον οπωρώνα
Όψιμη γλύκα μυρουδιάς λαχτάρα
ένας γιαρμάς έδιωξε το χειμώνα.
Πάνω στο χνούδι σου κρέμομαι
τρέχω απ’ τα χείλη σου πανώριος
σαν άρωμα που σου ταιριάζει
χυμένη μυρωδιά μας να σπαράζει




ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ


Θα σε χωνέψω σύντομα
Σα φύγει το απόστημα
Θα γλυκάνει η γλώσσα
Δίχως ξύδι αλάτι και τόσα
Θα σε χωνέψω εντός μου
Μασώ φύλλα του δυόσμου
δροσιά σκιά και μυρωδιά
καθώς κυλιόμαστε αγκαλιά
θα σε χωνέψω ως κάτω
στα δάκτυλα δε σταματώ
σβήνει πλεξούδα η δίνη
ότι είχα-είχες, δε θα μείνει
θα σε χωνέψω μιαν ώρα
καλή θα είναι όπως τώρα
που λίγο- λίγο το εξεύρεις
είμαι πικρός δε με χωνεύεις.




ΗΧΟΙ ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΙ


Εξωστρεφής και ντροπαλή η νύχτα του καλοκαιριού
με τα παράθυρα ανοιχτά και τα παντζούρια της κλειστά
ζεστά φουσκώνει κι ανακατεύει τους ήχους
Άκου το σάρωμα που ο αγέρας καταφέρνει
δροσίζοντας τα πεζολίβαδα της πόλης.
Άκου τους περαστικούς που κουβεντιάζουν
ήσυχοι πως λένε μυστικά προστατευμένα.
Άκου τις βοερές αφίξεις από αέρος των δυτικών.
Μα άκου σαν κλείσεις με όλα αυτά- εσένα.
άκου κι εμένα, καθώς θα φτιάχνουμε
τον σιωπηλό των εραστών νυχτερινό διάλογο.