ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΒΑΤΑ










ΣΚΥΛΙ ΔΕΜΕΝΟ  (2017)


ΝΗΠΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Οι λέξεις μου
όταν σε συναντώ,
μικρά παιδιά.
Πισωπατούν, δειλιάζουν.
Κρύβονται πίσω απ’ τη φούστα μου.

Και όταν γυρνάμε σπίτι μας,
λιγάκι πριν τον ύπνο
μονάχα τότε αναθαρρούν
κι αρθρώνουνε λαλίστατες
τα χρώματα,
τις εποχές,
την πρέπουσα τη σύνταξη
παιχνίδια
και τραγούδια.

Και εγώ πάντα τις μαλώνω τρυφερά
«Κάθε φορά τα ίδια».



ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ


Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές.
Την άνοιξη
τις νιώθουν να φλεγμαίνουν.

Αιώνες τώρα
τα συμπτώματα επιμένουν στα ίδια σημεία



ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΞΩΜΑΧΩΝ


Έκοψε μια φέτα
με τον τρόπο των ξωμάχων.
Με το ψωμί να ακουμπάει στο στήθος.
Την έσπασε σε κομμάτια και μοίρασε.
Μια για τα δαρμένα παιδιά
μια για τις παλιές αγάπες
μια για τα ανεκπλήρωτα όνειρα
μια για σένα
του τα υπήρξες όλα.
Ξεφέλωσε και το κρασί.
Λάβετε βρώσιν και πόσιν, λοιπόν.

Οι αδέσποτοι σκύλοι
έγλυψαν τις μουσούδες τους.



ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ


Κάποιος πρέπει να γράψει
για τις νοικοκυρές,
αυτές που στέκονται στο νεροχύτη το πρωί
να κάνουν τον καφέ τους.
Σ’ αυτά τα ελάχιστα λεπτά που χαμηλώνουν τη φωτιά,
ισιώνουν
για να κοιτάξουν πέρα απ’ το παράθυρο.
Μαρμαρωμένες,
όρθιες.
Καπετάνισσες
στο άλογο του χρόνου.
Ώσπου αναστατώνονται, κλείνουν εν τάχει τη φωτιά
και βίαια επανέρχονται
στη φύση τους.

Κάποιος πρέπει να γράψει και για τις νοικοκυρές.
Ναι, αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους.



ΕΙΔΟΣ ΑΠΟΙΚΙΑΚΟ


Δεν πρέπει να ’μαι απ’ εδώ.
Ψάρι πάνω στην ξέρα.

Μες στης γιορτής τον συρφετό
τον άχαρο εσμό της,
τον βόμβο,
το αλύχτισμα,
την κάτισχνη χαρά τους
εγώ,
ένας αντάμωτος
παραπανίσιος ξένος.

Όμως,
μιλώ με ποιητές,
ιδρώνω με εικόνες.
Χορεύω
μόνο ακίνητος.
Σαστίζω με τους στίχους.

Μάλλον
θα ’μαι ηλίανθος.
Στρέφω μόνο στον ήλιο.