ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΡΗΓΚΙΟΛΗΣ









ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ  (2012)



ΦΥΛΛΑ ΧΑΛΚΟΥ


Πλέουμε σε καθαρό νερό,
γύρω μας φύλλα χαλκού απειλούν με πτώση,
φύλλα φθινοπώρου που αιμορραγούν
και θέλουν να καρπίσουν.

Ρυτίδες στο νερό το πέρασμά μας·
πού θα μας πάει η ροή,
σε ποια θάλασσα θα καταλήξει το ποτάμι;

Ο άνεμος σηκώνει τα φύλλα, τα στροβιλίζει,
καταστρέφει την ομορφιά του τυχαίου.
Η νύχτα θα φέρει άλλες εκδοχές
να ψιθυρίσουν τα μυστικά του επερχόμενου χειμώνα.

Ίχνη στο χιόνι βαθιά, αποτυπώματα,
στοιχεία και τεκμήρια μιας παγωμένης ιστορίας
δεν αρκούν για την απόδειξη του τετελεσμένου.



ΜΝΗΜΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ


Να με θυμάσαι όπως με άφησες,
με τα μαλλιά μου να χορεύουν στον αέρα
τα μάτια μου υγρά και σκοτεινά
στο ρίγος της θάλασσας χαμένα.

Να μη λησμονήσεις τον κοινό μας τόπο,
τις πηγές που μας ξεδιψούσαν
και πότιζαν τις ρίζες του χρόνου.

Ήταν κρύο το πρωί της αναχώρησης,
τα τζάμια χνοτισμένα, το πλοίο ανυπόμονο,
στο φουλ οι μηχανές.
Στήλη άλατος εσύ να ξεπαγιάζεις
σαν τη μνήμη που γυμνώθηκε.




ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ


                             στον Μάρκο Μέσκο

Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό
στην υγρασία των αιώνων.

Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βάζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυμάτισμά
του ενθουσιασμού.

Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.



ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΕΝΑΟ


Στη θάλασσα μπροστά
το μπλε στα μάτια σου.
Βυθίζομαι και χάνω το φως,
ούτε αχτίνα ούτε κλωστή κόκκινη
να με κρατά στο δρόμο.

Ποιο δρόμο θα μου πεις εσύ,
που ξεστρατίζεις, χάνεσαι
κι αναζητάς αφετηρίες,
πάλι και πάλι απ’ την αρχή
το τέλος να νοσταλγείς
που θα ’θελες να ζήσεις.

Αλλά η ζωή παιχνίδι για σένα είναι,
παιχνίδι αέναο και πάντα νέο,
να σου δίνει την έκπληξη και τη χαρά
κάθε φορά σε κάθε αρχή,
να μη θυμάσαι πως υπάρχει πάντα
ένα τέλος.



ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΛΙΟ


Στου έρωτα φαινόσουνα το βάθος
μ’ ένα φτερό για άνθος στο κεφάλι,
θαμπή φιγούρα μέσα στο μπουκάλι,
της νύχτας όνειρο ή πάλι λάθος;

Της νύχτας με οδηγεί μια φωταψία
σ’ ένα σοκάκι μέσα στην αιθάλη
κι έτσι γλυκιά που έρχεται μια ζάλη
σαν αναπάντεχη είναι χειραψία.



ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ  [1993]


Χειρουργός ή πλαστουργός;
Σ έναν κόσμο που θέλει αφαίρεση
τι να προσθέσει ένας ποιητής;



ΣΑΝ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ


Δεν ήρθε η ώρα να ειπωθεί
της νύχτας το άδειο κοχύλι,
τους ψίθυρους να σκορπίσει
στη διεύθυνση του χιονιού.

Ο κράχτης πωλητής
στη σιωπή απεργεί.
Η νύχτα κάτασπρη
σε απελπίζει.

Κι εγώ θα ’ρθω τότε που θα ’χεις πάψει
να ελπίζεις στο γυρισμό μου,
ολόκληρος βαμμένος στα μαύρα
σαν μέρα που πενθεί το θάνατό μου.



ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ


Θροΐζουν τα φύλλα της καρδιάς
σαν της λεύκας αναστρέφονται
για να αναδείξουν το λευκό
κυρίαρχο του φθινοπώρου.

Η νύχτα, έξαλλη με την επιμονή του κύκνου,
ταξιδεύει στον ουρανό
κόντρα στη βάρδια των εναέριων ελεγκτών.



ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ


Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.

Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.



ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ


Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα,
τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε
ρακοσυλλέκτης σε χωματερή
λίθους πολύτιμους γυρεύω.



ΣΤΗ ΘΥΡΙΔΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


Μετά τον καταιγισμό των τιμών
οι ήρωες επιστρέφουν τα παράσημα
στη θυρίδα της μνήμης.
Να οπισθοχωρήσουν δεν μπορούν
με τόσες άδειες λέξεις φορτωμένοι,
μόνο βάζουν το δάκτυλο στο στόμα
και ξερνούν
την αλλαγμένη ιστορία.