ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ






ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ  (2017)



Τα μικρά αναλαμβάνονται στον ουρανό.
Τρυπούν το θόλο του με φόρα και σκάζουν
σα μπουμπούκια στον παράδεισο.
Της αλφαβήτου.


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ


Σε διαδρόμους του απείρου
τριγυρνάς ατέλειωτες νύχτες.
Ξαγρυπνάς και ντύνεσαι
τον άγγελο που θα είσαι
με διαβατήρια φτερά πουλιών
που μάδησαν στα χέρια σου,
για να τα ζωντανέψεις.

Από αυτά στους διαδρόμους
να δέσεις εικόνες, όπως τα δέντρα καρπούς,
γυρνώντας τες πάλι πίσω στη γη.

Η δουλειά σου αυτή.



ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ ΕΘΙΜΑ


Ρίχνει στη χύτρα όλο μαζί το στάρι.
Τα σύμφωνα μετά.
Τα ’χει μουσκέψει αποβραδίς
στα όνειρα της μνήμης.
Τα ανακατεύει ελαφρά για να υποταχτούν
στων φωνηέντων την αιμάτινη γενιά,
τη φύτρα της φωνής.

Σε άσπρη πετσέτα στεγνώνει το στάρι
από τα δάκρυα.
Τα καρυκεύει με θαυμαστικά,
τελείες, εισαγωγικά και άλλα
στίξεως σημεία.
Τα σερβίρει στο ιβουάρ τραπεζομάντιλο
της άγραφης σελίδας.

Τηρώντας τα κατά παράδοση διαβατήρια έθιμα
τα μοιράζει σιωπηλά όπως η μάνα την ανάσταση
κεράκια αναμμένα
για τους κεκοιμημένους.




ARIEL


                        «εξ αλλοτρίωνε ποθέν ναμάτων
            διά της ακοής πεπληρώσθαι με δίκην αγγείου»
                                    ΦΑΙΔΡΟΣ

Ας μας πάρει απόψε ο χορός των νυμφών.
Το ασημένιο νερό, το φεγγάρι,
η δροσιά των βουνών ας μας πάρει,
το σπίθισμα των αστεριών,
η γλυκιά μουσική των βουνών.

Στην πατρίδα σου αυτή του βορρά
όλα στο φώς της γυαλίζουν.
Ας μάς πάρει κι η θλίψη μαζί,
στην υγρή αγκαλιά της η λίμνη
και η σκουρόχρωμη γη.

Οι γραμμές του ορίζοντα
είναι του δικού σου προσώπου γραμμές.
Μέσα εκεί λιγοστεύει το φως και με σφίγγει.
Ας μη πάρει και μένα, ας γίνω δαυλός, να καώ,
να φωτίσω κι εγώ την πνοή σου.



ΠΑΙΔΙ


Δεν αγαπά καμία δράση.
Του αρέσει να βλέπει, να παρατηρεί,
να γνωρίζει και να νοιώθει.
Αυτό του είναι αρκετό για. να ζει.
Είναι ολόκληρη η ζωή.

Οι μεγάλοι όμως άλλα νοιώθουνε
κι αλλιώτικα είναι τα λόγια τους.
Συσκοτίζουν, θολώνουν και παραπλανούν.
Αντί για εξηγήσεις γεννάνε απορίες.

Του φαίνονται λοιπόν παράταιρα τα λόγια
κι αναντίστοιχα.

Ακόμα το ίδιο προσπαθώ.
Αυτά να συνταιριάσω.



ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Κανέναν δεν ξεπέρασε.
Αυτοί την προσπεράσαν.
Γραμμή σβησμένων εραστών.
Kι ακόμα ελπίζει πώς κάπου θα ’ναι ο έρωτας.
Πως κάπου βρίσκεται κοντά και πλησιάζει.
Είναι, όπως της έταζε μικρή ο παππούς γεμάτος γνώση,
να, εκεί, πίσω από το δάσος έρχεται κι όλο κοντοζυγώνει,
το πανηγύρι τού χωριού και θα λαμπρύνει ο τόπος.

’Ελπίζει ακόμα η μισή,
μα δεν την αφήνει η γνώση.



[Στο βάθος μου τα λόγια καρφωμένα]


Στο βάθος μου τα λόγια καρφωμένα
και των φίλων μου τα ονόματα.
Όλα ελληνικά.

Ποιητές, στρατιώτες του ήλιου,
συντηρητές της μνήμης,
σας καλώ ονομαστικά να συνταχθείτε
στων αρχαίων κειμένων τις γραμμές
που με σημαδεύουν
από το βάθος τού απέραντου χρόνου.



«ΚΝΙΔΙΑ» ΑΦΡΟΔΙΤΗ


Κάθε βράδυ
κοιμάται στο μουσείο
μες στην αδιατάρακτη ακινησία της
η «Κνιδία» ’Αφροδίτη.
Καμιά στο μέτωπό της τύψη.
Κι η τέλεια γραμμή των παρειών
ανέγγιχτη κι ο κυματισμός των μαλλιών.
Συνωστισμός αιώνων στων ματιών την προσήλωση.
Ζηλευτή ωραιότητα,
πόθος ανδρών
.
Όλα τα δίνει για μία δόνηση
απ’ τού κορμιού το πολύβουο πανηγύρι.



ΠΟΙΗΤΕΣ


            «λόγος δυνάστης μέγας εστίν, ός σμικροτάτω σώματι
                        και άφανεστάτω  θειότατα έργα αποτελεί»
                                    ΓΟΡΓΙΟΥ «Ελένης Εγχώριον»

«Κάθε νύχτα ακροβολιζόμαστε στους αιθέρες
με τις αισθήσεις τεντωμένες χορδές.
Κουρδίζουμε λέξεις λιγνές, αέρινες
στην αρμονία του σύμπαντος,
να διορθώνουμε τα φάλτσα της γης».

Γι’ αυτό ξεριζώνω γράμματα και λέξεις
και τα ζεσταίνω στον κόρφο μου,
ώσπου να βγάλουν ρίζες εκεί
και να μου παραδοθούν
με όλα τα μυστικά τους.



ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ


Όχι εκείνη των γιατρών, όχι των καρδιολόγων.
Αλλιώτικη ανεπάρκεια.
Θαμπώνει την αγάπη,
θολώνει την αστραφτερή διαύγεια του κόσμου.
Στο τέμπο της ασίγαστο κενό
την κάνει βουβό αστέρι,
την κάνει αγάπη ανεπαρκή,
αδύναμο αλητάκι.

Αγαπημένη Ποίηση,
θρέψε το αλητάκι μου
να δυναμώσει μία σταλιά,
να γίνει σαν το νου μου,
πού δρασκελάει τους ουρανούς
με προσφιλή ποιήματα στη σκέψη μου αλτήρες.