ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΣΕΝΟΓΛΟΥ













ΜΕΛΑΓΧΟΚΑΙΡΙΑ  (2017)



Η ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ


Τον ήξερα από τότε.
Έμενε στις γειτονιές εκείνες με τα σπίτια που βούλιαζαν
στην πραγματικότητα.
Κάποτε ζωγράφισε μια καταπακτή στο πάτωμα
του δωματίου του.
Ήθελε να έχει έναν τρόπο διαφυγής-έλεγε.
Κάποιο μυστικό πέρασμα που να τον βγάζει στην πίσω αυλή.
Εκεί όπου η υπομονή είναι παλιοσίδερα
κι οι προσευχές, γεμάτες ανακρίβειες, όπως πρέπει να είναι
οι προσευχές των ανθρώπων.
Όμως, τώρα
περισσότερο τον ενδιέφερε για ένα ρολόι που είχε ακούσει.
Κάποιοι που ο πόνος τους ήταν αυτοδίδακτος μιλούσαν γι αυτό.
Ένα ρολόι δίχως λεπτοδείκτη ή ωροδείκτη
που στο κέντρο του στρογγυλού πλαισίου του
έχει καρφωμένο ένα καρφί
κι ένα μολύβι δεμένο στην άκρη ενός σπάγκου.
Διαλέγεις μόνος σου την ώρα εκεί
-οι συμβουλές σ 'αυτήν την αυλή δεν έχουν πέραση.
Την σημειώνεις
κι αμέσως αρχίζει μια ψιλή βροχή.



ΜΕΛΑΓΧΟΚΑΙΡΙΑ


Πόλη στα χρώματα της σκόνης.
Στέγες από λαμαρίνες, κρουστά των ανέμων.
Κάτι είπε μέσα απ' τα δόντια του ο ουρανός
κι ύστερα στυφός
έριξε κέρματα μπρούτζινα μια δυνατή βροχή.
Βρόντος.
Κανείς δεν άκουγε τον άλλον τότε
κι έτσι γλιτώναμε.
Μα όταν τέλειωνε η μπόρα
τη σιωπή έσφαζε η φωνή κάποιου πλανόδιου
-τροχιστής του γέλιου-που περνούσε έξω απ' τα σπίτια.
Άνθρωπος απαραίτητος.
Κι οι μανάδες,
που τάχασαν όλα γιατί έπρεπε να ζουν αντί να ονειρεύονται,
μόλις τον άκουγαν,
τινάζονταν πάνω κι έψαχναν με μανία τις τσέπες τους.
Και τότε,
τα σπίτια έκαναν, θαρρείς, μαύρες σκέψεις,
πήγαιναν έρποντας μέχρι την άκρη του γκρεμού
και στέκονταν εκεί, με την εξώπορτα στο κενό.
Τα παιδιά ξεκινούσαν να κάνουν τον σταυρό τους
μπροστά στα ρημαγμένα παράθυρα με τη θέα,
όπως τα μάθαμε,
τρία δάχτυλα στο μέτωπο
-εκεί που τους έπρεπε το φιλί που θερμομετρά-
και προσεύχονταν να φύγει ο πλανόδιος, να τελειώσει η μέρα,
να γυρίσουν τα σπίτια στη θέση τους.
Οι υπόλοιποι
λέγοντας από μέσα μας: αν μπορούσα· μουλιάζαμε τη θέληση
και στους τοίχους απλώνονταν μια υγρασία ζωγραφική.
Έτσι χαζεύοντας τους τοίχους, γλυτώναμε πάλι.
Κανείς ποτέ δεν μας εξήγησε.
Ώσπου.
Γίναμε σιωπή.
Οι τροχιστές άλλαξαν δρομολόγια.
"Εκεί" έλεγαν, δεν καταδέχεται πια κανείς να γελάσει.
0 καιρός πέρασε.
Δεν άφησε ίχνη.
Δεν έτρεξε αίμα.
Οι μέρες τώρα, ηλικιωμένοι που ακουμπούν το πηγούνι τους
στην λαβή του μπαστουνιού.



ΕΚΜΑΓΕΙΟ


Τακτοποιείς ό,τι απέμεινε,
τίποτα το εξ αίματος, μόνο μερικά προσωπικά αντικείμενα,
ίσα για να φυλάνε το δωμάτιο απ' τα χέρια της απουσίας.
Το σακάκι που κρέμεται από μέρες στο χολ, μάρτυς αψευδής.
Μια φωτογραφία, χωρίς να την πιάσει κανείς,
γεμίζει δακτυλικά αποτυπώματα.
Διαφαίνονται επισκέψεις.
Από κάποιο παιδί πέφτει ένα γέλιο και σπάει.
Κανείς μας δεν πατάει τα θρύψαλα,
για να μην προδοθεί, για να μην προδώσει.
Η μέρα έξω, υποδυόμενη την περαστική, χαιρετάει με απάθεια,
φριχτότερη μεταμφίεση δεν έχει.
Να ξέρεις:
οι μνήμες κατεβαίνουν τις νύχτες στις πολιτείες και κάνουν
ανταρτοπόλεμο.



ΔΙΧΩΣ ΑΜΦΥΤΡΙΩΝΑ


Να οργανώσουμε μια φορά ένα μεγάλο τραπέζι, γιορτινό,
με άσπρα πλαστικά πιάτα και ποτηράκια,
με λεκιασμένα τραπεζομάντηλα
και βάζα γεμάτα ψεύτικα λουλούδια πολύχρωμα.
Να έρθει όλη η “πόλη",
καλοντυμένη με επίσημο ένδυμα, λευκό ή μαύρο καλύτερα.
Να καθίσουμε γύρω του με αλφαβητική σειρά, δίνοντας ψεύτικα ονόματα,
και αφού απομακρύνουμε, καθώς πρέπει, τους αγκώνες απ' το τραπέζι
να φάμε ο ένας τον άλλον με το μαχαιροπίρουνο



ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Ιδιόλεκτος υπάρχει ο τόπος.
Παράγουν ομοιομορφία πεθαίνοντας τα ενδεχόμενα.
Χρειάζονται αποθέματα τρυφερότητας και ο τρόπος,
για να αντιγράψεις
τα ηλεκτροφόρα σύρματα με χορδές κοντραμπάσου.
Θα πρέπει βέβαια, κάθε τόσο να είσαι εκτός θέματος,
μια μέρα ξεκάθαρη, ανάμεσα σε φωταγωγημένες επιγραφές.
Ακατάδεκτος,
να επιστρέφεις το κρασί της αναίτιας γιορτής στο σταφύλι.
Να μη γυρεύεις την κομψότητα των λέξεων
παρά καλύτερα την απόσταση ανάμεσά τους.
Να κλείνεις ένα ένα τα υποκαταστήματα της λύπης.
Δεν θα 'ρθω μαζί σας-να λες
πρέπει να ανασύρω το πιο καλά κρυμμένο χρώμα.
Έξω να έχει σύννεφα μαύρα
κι εσύ για σύνεργο έναν ήλιο κατάματα
(μες στα καπάκια των κλειστών σου ματιών, εκείνο το κόκκινο.)




ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ


Έσπρωχνε ένα παιδικό καρότσι που 'χε πάνω του
προσαρτημένο κάποιο μακρόστενο χαρτοκιβώτιο.
Ήταν δεν ήταν ένα μέτρο ψηλός.
Παιδί με βλέμμα γυαλιστερό για μεροκάματο.
Τι παράδοξο που ήταν το βλέμμα του...
Αχειροποίητη θλίψη δίχως ίχνος παιδικότητας
να πλησιάζει λαίμαργα ένα κάδο-θηρίο ελπίδας.
Στρώθηκε αμέσως στη δουλειά.
Άρχισε να ξεκοκαλίζει τον κάδο για κέρδος, όπως
κάποιος που ξέρει να τρώει το ψάρι.
Η άσφαλτος άχνιζε σαν μαγειρείο, ένα λεωφορείο
δίπλα του ξεφύσηξε μπαϊλντισμένο
στα παράθυρά του αστραποβολούσε η αφηρημάδα
του μεσημεριού.
0 ήλιος έπεφτε τώρα κατακέφαλα.
Ένας άδειος τενεκές από φέτα,
τον ακούμπησε κάτω και με το πόδι γυμνό στη σαγιονάρα,
άρχισε τα χτυπήματα.
Τσαλακωμένα τα τρόπαια πιάνουν λιγότερο χώρο.



ΜΕΛΑΝΙ ΣΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


θυμάμαι
πως είχα γονατίσει από την πείνα.
Γύρω μου μαζεύτηκαν μερικοί ποιητές.
Ένας απ' αυτούς, ο πιο θαρραλέος,
έκοψε μια φέτα απ' την λέξη : "ψωμί"
και μου έδωσε.
Ξέρεις ποιο είναι το πιο παλιό ψέμα πάνω
Η αλήθεια.



ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ



Σερνάμενος σε ωράριο καταστημάτων ή καταστάσεων.
Ένας αστός, προλετάριος στρογγυλέ μένος και ασαφής,
αγοράζει συσκευασμένη νοημοσύνη ένθετη
στων εφημερίδων την άπνοια.
Λίγα σκουληκιασμένα κεράσια στον πάτο ενός τεράστιου
καλαθιού.
Ένας νέος που έχει κάτι να πει
το αφήνει ενέχυρο σε μια παρέα που πουλάει συνθήματα.
Στο σημείο αυτό προτείνω πάντα να φύγουμε,
όμως κανείς δεν σαλεύει.
Συνεπώς: η πραγματικότητα δεν έχει αποσκευές.




ΠΟΙΗΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΜΗ


Έκοψε τον λαιμό του στο ύψος του γιακά, με μια ευθεία βαθιά τομή.
Κατόπιν άφησε το κεφάλι του στο κομοδίνο,
όπως αφήνει κάποιος ένα ξυπνητήρι που μόλις έκλεισε,
πήγε και στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο.
Τεθλασμένος, μια αχτίδα ξέπνοο φως, με τριμμένους αγκώνες
άρχισε να απλώνει στο σπίτι το μελανό νήμα του.
Από πάνω προς τα κάτω, διαγώνια και κάθετα.
Αρματούρα που βάλθηκε να τυλίξει πάνω της το άφτιαχτο.
Λίγο πριν
μες το θυσιαστήριο κεφάλι του, το έντομο που τρώει το ζητούμενο
του έλεγε:
"Σβήσε το φως σου και κοιμήσου, τον ακοίμητο τον παίρνει η λύπη".



ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ


Όλα τέλειωσαν τώρα.
Ησύχασε.
Οι εναπομείναντες θα συγυρίσουν το σπίτι.
Θα ελέγξουν τους διακόπτες, τις προειδοποιητικές λυχνίες,
το ενδεχόμενο κάποιας διαρροής...
Θα βεβαιωθούν ότι όλες οι πόρτες και τα παράθυρα σφάλισαν.
Τέλος,
μια προσεχτική περισκοπική ματιά
κι ύστερα ο ήχος της πόρτας που κλείνει.
Έξω
η σκάλα θα τρίξει για τελευταία φορά, στο γνωστό σημείο,
μα την επίκλησή της αυτή θα την σκεπάσουν οι ομιλίες.



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ


Χρωστούσε κάμποσα νοίκια.
Πελάτης στο εργαστήριο δεν πατούσε εδώ και καιρό.
Η μόδα άλλαξε, οι συνήθειες...
Σήμερα όμως ήταν μια μέρα διαφορετική,
Πάνω στον πάγκο του είχε: ένα χαμόγελο ανύποπτο.
Σπάνιο- όπως έλεγε.
Καλός μάστορας, με μάτια τυραννισμένα απ την λεπτοδουλειά,
όλη την μέρα θα το επισκεύαζε.
"Είναι στα αλήθεια αυθεντικό" μονολογούσε, καθώς το σήκωνε κάθε τόσο
στο φως.
Και να, έσκυβε πάνω του ξανά, προσεχτικά, επιδέξια, λες κι ήταν κάτι
τόσο πολύτιμο, κάτι που δεν θα έβλεπε ξανά ποτέ στο εργαστήρι του.
Τέτοια φροντίδα έδειχνε. Ίσως γιατί ήξερε καλά, καλύτερα απ' όλους ίσως.
Αργά την νύχτα, μόλις τελείωσε και αφού κανένα εξάρτημα δεν περίσσευε
(κάποιο ελατήριο κρυστάλλινο ή κάποιο μεταξένιο παξιμάδι)
έκλεισε το φως του συνεργείου,
κλείδωσε,
κι άναψε τα φώτα της επιγραφής·
... οι λάμπες τρεμόπαιζαν, έτοιμες να καούν,
το κλειδί το έκρυψε πάνω στο πιο χαμηλό σύννεφο,





ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Έξω απ' το παράθυρο ένα δέντρο επιμένει.
Στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες,
μεγαλώνει τα κλαδιά του νύχτα-μέρα,
για να μπορούν να κάθονται ολοένα κι άλλα πουλιά.





ΕΓΚΟΠΗ  (2014)



ΤΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΙΓΟΥ


Με την συγκομιδή της πανσέληνου
Της σιγαλής κίνησης,
τα ιαματικά σώματα περιδιαβαίνουν
Στα συμμετρικά περιβόλια της λογικής
Αγριόχορτα,
και πετάγονται σαν ξωκλήσια
Οι μνήμες της σιωπής
Το σιδερένιο ψάρι
Με την εγκοπή στην κοιλιά,
Το πολυψαρεμένο
Στο βυθό της γούρνας με το λουλάκι
Σιωπά
Τα σκονισμένα πέδιλα,
Το χέρι που δίνεις
Και κοτσάνι γίνεται, στο χέρι
που σε περνάει απ' το δρόμο
Όλα με γεύση
Αλατισμένα στο φως
Δίχως να ζητάς
Άξια δοσμένα τα όσα.
0 νόμος απλός
Ένατης βήμα
Δύο δικά σου
Της ανάγκης Δεηθώμεν.




ΙΧΝΗ


Ξημερώνει
Όλη η μαγεία τώρα στο βεστιάριο, ξεντύνεται
Θα φορέσει ξανά, ρούχα δουλειάς
Τα πλάσματα θα χάσουν την μεταφυσική τους ιδιότητα
Οι ήχοι των μηχανών, θα έρθουν στην εξουσία
Και το φεγγάρι...
Το φεγγάρι θα 'ναι μόνο ένας πλανήτης,
Που πάτησε κάποιος Άρμστρονγκ
Όμως
Ένα παγκάκι, θα 'χει ακόμα τα σημάδια,
Της νύχτας
Δυο χαραγμένα ονόματα
Κι ένα όρκο, έγκυρο
Επικυρωμένο, απ' το δάγκωμα των χειλιών
Όλη η μαγεία εκεί, ατόφια
Της μέρας θα διαφεύγει
Ένα παγκάκι, κόκκινο.



ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΥΣΙΑ


Ένα δάκρυ, ζεστό
Στο κρύο σου μάγουλο
Συντέλεια
Είπα, θα 'χω το νου μου
Από τότε,
Διαρκώς φθινοπωρινά σκεπάζομαι, με τα φύλλα
Ξέρω
Μια εποχή υπάρχει μόνο
Η θλίψη
Κι ένας ήλιος
Ο αχνός
Αργότερα, βγήκα και είδα,
Πέρα απ' τους τάφους
Τους τυποκράτες
Με τα κόκαλά τους γυμνά
Μες τα Κυριακάτικα ρούχα
Τα σκουλήκια της δυσωδίας,
Πάνω στη χρυσή ταμπακιέρα
Και τη μεγαλοπρεπή πομπή,
Ακινητοποιημένη,
Εμπρός στο σπασμένο κλαδάκι
Ο μισθός των ουρανών
Είναι ο βασικός
Άρτι χωριζώμεθα
Κι βασιλίς και κυρία μέρα
Του Σάββατου
Η ωραία αυτή, εορτή των εορτών,
Δεν ήρθε ποτέ
Η βδομάδα τέλειωνε πάντα
Κατά τ' απόγευμα.



ΣΚΕΨΗ 3


Πότε ακριβώς εγκατέλειψες;
Μια κορνίζα πεσμένη μπρούμυτα (αχ, αν την είχες σηκώσει)
Μια κουρτίνα έκλεισε, σαν αυλαία
Ένα ράδιο σε ασθενή συχνότητα
Χρόνια μετά, και το κουδούνι της εισόδου, να γράφει
          ακόμα το όνομα του προηγούμενου ένοικου
Απολεσθείς
Χωρίς ίχνος σου η οδός
Ένα ερείπιο εν τη γενέσει, με σένα εντός του
Και το ξημέρωμα ήρθε...
Μαζί με την ήττα
Την στιγμή που νύχτωσες ολόκληρος
Λίγο πριν, είχες θυμηθεί εκείνο τον άντρα,
Που φορώντας το καινούργιο κουστούμι,
Έριχνε μια άγρια λοξή ματιά στον καθρέφτη
Κρύβοντας την ικανοποίησή του απ' το είδωλο

Τώρα
Τα απλωμένα ρούχα των γειτόνων, θα κυματίζουν μεσίστια
Για σένα.



ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΤΟΣ ΤΑΔΕ


Φύγανε πάλι όλοι.
Έχοντας την βεβαιότητα της αυριανής μέρας.
Το προπατορικό παιχνίδι της αθανασίας.
Από άγνοια σωμένοι.
Με τα ιδιόχειρα συγχωροχάρτια τους, χοντρά πανωφόρια.
Ανηφορίζουν "ιερά οδό".
ιδιοκτήτες, των γύρω τριγύρω καταστημάτων της.
Σταυροκοπημένοι, καχύποπτοι.
Άκριτοι κριτές, νοικοκύρηδες προπαντός.
Έφυγαν,
και το χάδι, ανεπίδοτο τώρα
βουλιάζει στης φορμόλης το βάζο.



ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ


Όταν έπεσε το σκοτάδι,
γύρο απ' το πάρκο των μνημείων,
άρχισε ο πόλεμος.

Εγώ σφιχτά να σκεπάζω, με τα χέρια μου,
τα αυτιά του πιο κοντινού μου ανδριάντα,
προσπαθώντας να τον καθησυχάσω.

Ένα ρίγος, να μοιράζονται η σάρκα και το μάρμαρο.
Και τα αστέρια να πέφτουν.
Δίχως ευχή,
σαν αυτόχειρες.

Όλη τη νύχτα κάναμε υπομονή.
Και το ξημέρωμα πεθάναμε, όπως πεθαίνουν οι άντρες.
Σαν αγόρια.



ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΣ


Και τα βουρκωμένα σύννεφα
με τον ήχο της καμπάνας.
Μία συμφωνία κυρίων.
Μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει
στα πρόσωπά μας.

Μια πομπή κινείται αργά,
προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
Και για λίγο τα καταφέρνει.
Ένα παιδί κλαίει από ένστικτο.

Είδα απ' την άκρη του κόσμου,
σκυφτά, διακριτικά... άβυσσος.



ΜΟΝΑΞΙΑ


Κι όταν τελειώσει αυτή η ιεροτελεστία;
Αυτό το μαγικό ξόρκι, που ποτέ δεν έπιασε.
Τα γέλια, τα αεράτα φιλιά, οι αδύναμες αγκαλιές.
Της κοινωνικής ζωής.
[χωρίς εισαγωγικά, αυτά έπεσαν από νωρίς για ύπνο]
Πουλιά ανοιξιάτικα, εθελοντικά παγιδευμένα, σε μια
          θημωνιά.
Μόλις μεταφραστούν και τα τελευταία τιτιβίσματα σε:
Καληνύχτα, αντίο...
Αρχίζουμε να παίρνουμε πάλι μορφή, σιγά σιγά.
Όπως τα βήματα τον ηλικιωμένων.
Στο δρόμο για την αποτρόπαια φωλίτσα,
Ο πραγματικός ιδιοκτήτης,
Θα σβήνει τα φώτα, θα πίνει όλα μας τα ποτά.
Στερώντας μας συμμάχους.
Και θα χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα.
Προσποιούμενη ότι κοιμάται, χαμογελά
από ικανοποίηση, μόλις ακούσει το κλειδί στην πόρτα.
Πάνω στην τραπεζαρία, θα βρεις όλα τα λουστραρισμένα
          κουτάκια της σκέψης της.
Μπερδεμένα, και κενά, θα σε διατάξουν, να τα
τακτοποιήσεις.
Ενώ αυτή, θα σου φωνάξει, από μέσα.
Αργείς;
Με ξύπνησες πάλι.





ΠΟΡΕΙΑ


Και τότε σαν τον «κλέφτη»
με φύσηξες και
σκόρπισα.

Προς τον ήλιο.
«Δυτικά της λύπης»,
όπως πάντα άλλωστε.



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Τυλιγμένη η Αριάδνη στο νήμα των λόγων,
          ακινητοποιημένη, ανήμπορη,
- Ο Θησέας πέθανε.
Έτσι της ψιθύρισαν, οι καλοπροαίρετοι.
Μέχρι που ο Θησέας πέθανε.
Κι ο λαβύρινθος μια λεωφόρος από ανεκπλήρωτους
          έρωτες.                                                           



ΜΗΔΕΝ ΑΠΟΥΣΙΕΣ


 Όποτε γύριζα σπίτι
μεγάλωνα.
Αειθαλής στεναγμός.
Φυλλοβόλα όνειρα.
Μικρό παιδί κοντομάνικο,
κι είχα μάθει
μόνος μου να βάζω,
το μάνταλο του γέλιου

Την επομένη.
Με το που χάραζε.
Πρώτος έτρεχα στο σχολείο.
Ζήλεψα στο δρόμο
ένα αδέσποτο σκύλο.
Του έδωσα το πρωινό μου.
Δυο χάδια,
που φαντάστηκα πως είχα.
Η κουνιστή ουρά
με όπλισε για το γυρισμό.
Το κουδούνι
του σχολείου χτυπάει.
Μοιάζει λίγο με σειρήνα
που σε καλεί στο καταφύγιο,
λίγο πριν τον βομβαρδισμό.
Και οι βόμβες,
αλήθεια,
όλες σπίτι μου έπεφταν.



ΑΚΟΛΟΥΘΩ ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ


Τελείωσα ακόμη ένα γράμμα.
Απ' αυτά που δεν στάλθηκαν ποτέ.
KL όταν σήκωσα το κεφάλι,
ήμουν σε μια κάμαρα τελείως
άγνωστη.
Σηκώθηκα, φόρεσα τον εαυτό μου,
άναψα τσιγάρο, και πήρα από
πίσω την πρώτη ανάμνηση
των παιδικών μου χρόνων.
Μέχρι το σπίτι...

Μακάρι, να έχουν ανησυχήσει
οι δικοί μου.



ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ


Σήμερα πήρα το γράμμα σου.
Ύστερα από τόσους μήνες.
Στεγνό, ελαφρύ.
Άοσμο.
Έπιασα το φάκελο που έπιασες.
Ένα χάδι εκ παραδρομής.
Για τελευταία φορά.
Έσκισε ο φάκελος τη μία μου άκρη,
καθώς περίσσευα.



ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΑΝΩΤΕΡΑ


Αυτούς
που σ' έδωσαν
τη
μαχαιριά στη πλάτη.
Αγνόησε.
Κι άσε το ψυχωμένο
σώμα,
να τους κλείνει το δρόμο.
Ευγενικά.
Κελάηδισμα,
εν ώρα κοινής ησυχίας.