ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ







ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΕΛΙ  (2016)



Ο Ορφέας στον Άδη


Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τι ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι



Ηλιοβασίλεμα


Βασιλέας υπερήφανος κι ολοπόρφυρος ο ήλιος
ματωμένος χαμηλώνει και τη θάλασσα γλυκοφιλεί
πολεμιστής αράθυμος που πριν κινήσει στη μάχη για να πάει
Τη μοσχομυρισμένη αγκάλη της αγάπης του ποθεί

Κι εκείνη, Πηνελόπη του πιστή κι αρχαία ερωμένη
Γελαστή ανοίγεται για να δεχτεί το φλογερό του χάδι
Μα σαν φευγάτος έχει ξεμακρύνει πια ο σεβαστός της κύρης
Μαύρη κι απύθμενη κρεμιέται στο φριχτό σκοτάδι



Θλίψη


Η θάλασσα είναι τόσο ήσυχη τώρα
Γαλήνια τόσο
Σίγησε το γλυκό τραγούδι της για χάρη μου
Δεν παίζει ερωτεμένος πια ο σκοτεινός βυθός της
Δεν λιγώνουνται γλυκαμένα τ’ άσπρα κοχύλια της
Τώρα σέρνεται πίσω μου πικρή η θάλασσα
Ακολουθώντας τη θλίψη της καρδιάς μου
Θλίψη βαθιά και ανείπωτη
Θλίψη πιο κοφτερή κι απ’ το σπαθί
Θλίψη που μου ’σκίσε τα χείλη
Θλίψη που μου ’δώσε γι ’ αναπαμό
κλάμα γοερό
Κλάμα σπαρακτικό
Θλίψη που μ’ έριζε στα γόνατα
Ξαπλώνοντάς με άδειο κέλυφος
Στης υγρής αμμούδας το πικρό στρωσίδι

Τ άσπρα κοχύλια της θάλασσας
Δεν τραγουδάνε τώρα τη χαρά της
Η τρυφερή καρδιά τους
Ξανασαίνει το δικό μου μαύρο θρήνο



Νυχτερινό ταξίδι


Απόψε θέλω τ’ ωραίο πέλαο τ’ αψηλού ουρανού να σου χαρίσω
Μ’ όλα τα πεφταστέρια που κυλούνε φως στο βύθος της νυχτιάς
Το στρογγυλό φεγγάρι με τ’ ασημένιο δάκρυ γλυκά να το φιλήσω
Λαμπρό λουλούδι και φλουρί χρυσό να σ’ το περάσω στα μαλλιά

Γλυκό τραγούδι της καρδιάς μου ανθέ απόψε θέλω να σου ψάλω
Με της νυχτιάς το ηδύφωνο τ’ αηδόνι να μας γλυκαίνει τα φλιά
Άρμα ελαφρύ μ’ αερικά τρελά κι αγγέλους γελαστούς θα βάλω
Αστραφτερό να σεργιανά διαμάντι σε θάλασσες και διάφανα νερά

Κι όπως τα νέφη τα ζεστά θα μοσχοπλένουνε τον έκπαγλο κορμό
Και σαν η πόρπη από τον ώμο τον λευκό θα ξεγλιστράει απαλά
Ξέπλεκα ωραία θα 'χεις αφημένα τα μακριά μαλλιά τα ζωντανά

Κι όταν στα χείλη τα μισάνοιχτα θα πλέω σαν φυλλαράκι στο νερό
Η σάρκα μας ρετσίνι θα σταλάζει ολοκόκκινο στης νύχτας τη φωτιά
Κι ο έρωτας μέλι ξανθό θα χύνεται πάνω στα στήθια μας τα τρυφερά



Το φεγγάρι


Το παραθύρι ήταν ανοιχτό εχθές αργά το δείλι
Και μια κουρτίνα αραχνοΰφαντη ανατρίχιαζε απαλά
Το αεράκι της σιωπής γλυκά φιλούσε το καντήλι
Και το κρεβάτι μας μια θάλασσα που μας ταξίδευε γλυκά...

Το φεγγάρι ήταν ωραίο εχθές αργά το βράδυ
Το φως του σιγοσεργιανούσε στη μικρή κάμαρη αχνά
Όλο το σύμπαν νιο αστεροκεντημένο υφάδι
Που ξεκίνησε να πλέκει του ουρανού του η γλαυκή θεά

Το φεγγάρι αχνοπατούσε πάνω στα γυμνά κορμιά μας
Και οι μορφές μας βάφονταν πανώρια ζωγραφιά
Μάγισσα νύχτα στόλιζε με αστέρια τα μαλλιά μας
Και ο έρωτας άστραφτε στου μπλε ουρανού την πινελιά

Ήταν ωραίο το φεγγάρι εχθές αργά το βράδυ
Βάφτιζε φως τον έρωτα σε κούπα με πεντάγλυκο κρασί
Γλιστρούσε αθόρυβα στης χαραμάδας το λαρό σκοτάδι
Και στο πάτωμα ζεστό χυνόταν κι ολοκόκκινο χαλί



Η άρπα


Ποθώ να κρούσω με τ’ ακροδάχτυλά μου
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Τον πιο λεπτό της ήχο ίσα για ν’ ακούσω
Σαν ένα γλυκύτατο ψίθυρο στου δωματίου μέσα τη σιγή

Ίσα που να την αγγίξω, σχεδόν αέρινα να τη διατρέξω
Ποθώ να την ακούσω γλυκά να μελωδεί
Τις νότες που σου τραγουδά όταν την αγκαλιάζεις
Ερωτικά όταν χαϊδεύεις τις άνισες χορδές της

Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω
Την άρπα που έχεις ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο
Το πιο γλυκό της άρπισμα, το τραγούδι της ψυχής σου
Που αιχμαλωτίζεται στον ήχο των χορδών της

Το πιο γλυκό κονσέρτο της
Η μελωδία της αγάπης σου



Ιερά Συνουσία


Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Τα σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου



Βάκχα


Στάζουν ρετσίνη μυρωδάτη τα πευκόδενδρα
Καθώς η Βάκχα γοργοπερνά ανάμεσο τους
Το πέπλο της του ανέμου λάφυρο ακριβό
Στης μυρτιάς σκαλώνει το χλωρό κλαδί
Πυρρόξανθο εχύθηκε της κεφαλής το φως
Ως κάτω στης ωραίας μέσης την καμπύλη
Τ’ αγκάθι της λυγιάς ερωτεύθη την εσθήτα της
Και χόρεψε τριγύρω της μέχρι να την αδράξει
Διαμιάς τ’ ωραίο στήθος ολόγιομο επετάχτη
Γλυκά βελάζει η ελαφίνα στην πηγή
Στου έρωτα το θάμπος αφημένη



Ξερολιθιά


Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Λουλούδι με ξερίζωσε
Μ ’ απίθωσε στο βράχο

Χωρίς τροφή χωρίς νερό
Σ ’ ανήλεο φως να γδέρνομαι
Ξερό ανθί κι εσύ βροχή
Σε άλλη γη μυσταγωγείς

Απάνω στην ξερολιθιά
Με κάρφωσε η χαρά σου
Μαυρίσανε τα φύλλα μου
Και κάηκε η καρδιά μου



Έρωτας


Δεν είναι ο έρωτας αβρό φιλί
Μάτια μου
Δεν είναι χάδι τρυφερό
Μήτε κι αδιόρατο χαμόγελο
Δεν είναι χέρι που απλώνεται διατακτικά
Ειν’ αρπαγή και γδικιωμός ο έρωτας
Μάτια μου
Θάνατος κι αφανισμός μαυλιστικός
Και σκοτωμός με δίκοπο μαχαίρι
Μάτια είν ’ ο έρωτας τρελά
Μάτια μου
Και χείλη δολοφόνοι
Ξεσκίζονται ζυγιάζοντας το είναι τους
Κι ορμούν καταβροχθίζοντας καρδιές
Μασχάλες, στήθια κι ωραίους μηρούς
Ακέφαλο κορμί είν’ ο έρωτας
Μάτια μου
Χωρίς μυαλό και μάτια, με δίχως ακοή
Που σαν το πληγωμένο ζώο ορμάει στα τυφλά
Και πιτσιλάει το αίμα του τις άσπρες μαργαρίτες
Δεν είν’ ο έρωτας αγνός μήτε και τίμιος
Μάτια μου
Πόλεμος είναι και σφαγή μες στα τυφλά του θέλω
Και άγρια θηροσύνη

Αίμα που ρέει αχνίζοντας ο έρωτας
Μάτια μου
Κατάρα
Που κοχλάζει ευλογημένη