ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ Πολιτιστικό περιοδικό




ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ  Πολιτιστικό περιοδικό Κύπρου

Από το τεύχος 330/2017


ΠΟΙΗΣΗ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ


Χλόη Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Όπου υπάρχει καπνός,
 υπάρχει καπνός.
Για φωτιά ούτε λόγος
Ένα μικρό κενό συνέχειας στο γενετικό φορτίο
ένα επεισόδιο στο δάσος
που από λάθος δεν καταγράφτηκε στα κύτταρα
τότε που τα κόκαλα συσπάστηκαν
ορθώθηκε η ραχοκοκαλιά
και έτριψες δύο πέτρες μεταξύ τους.
Γι’ αυτό και σε δικαιολογώ.
Δεν ήταν το φιλί ελαττωματικό
εσύ απλώς καθόλου δεν θυμήθηκες
πως κάποτε παλιά
είχες ανακαλύψει τη φωτιά.




Αλεξάνδρα Μπακονίκα

ΑΚΡΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

Σιωπηλός, άκεφος κι απόμακρος
ξάπλωσες στην αμμουδιά.
Εκνευρισμένος σχολίαζες κάτι που σε ενοχλούσε
από τους ανθρώπους στην παραλία.
Ξαφνιάστηκα που σ’ έβλεπα σκοτεινό, συννεφιασμένο
γιατί πάντα ξεχείλιζες από ζωντάνια,
ενέργεια και χαρά.
Μαζεύτηκα
περιμένοντας να χαμογελάσεις.
Συνειδητοποίησα πόσο εξαρτημένη ήμουν,
πόσο είχα απόλυτη ανάγκη να δέχομαι, να μεθάω
από το μεγαλείο της ενέργειας και φωτεινότητάς σου.



Κατερίνα Καριζώνη

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Σε είδα κλεισμένο σε μια σταγόνα της βροχής
Σκάλιζες ένα παλιό σταματημένο ωρολόι
Μια λάμπα λαδιού έκαιγε στο πλάι σου
0 τελευταίος ωρολογοποιός της πόλης
Πέθανε, μου φώναξες
Άλλωστε το σπίτι δεν υπάρχει πια
κι ο χρόνος δεν έχει την ίδια σημασία
                                      που του δίναμε
0 Οκτώβρης σε φυλακίζει μέσα στις σταγόνες της βροχής
όπως σε μπουκαλάκια
από ξεθυμασμένα αρώματα.

Φέτος το φθινόπωρο θα 'ναι σκληρό,
να προσέχεις
Θα φέρει οριζόντιες βροχές
Θα φέρει ανθρώπους απ' τη θάλασσα
κλεισμένους σε μποτίλιες
θα φέρει κίτρινα φύλλα απ’ τον ορίζοντα
καρέκλες με μακριά απέραντα πόδια.



Έλσα Κορνέτη

ΟΥΤΕ ΙΧΘΥΟΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

Κι έτσι όπως σέρνομαι
στης αγωνίας μου τον αμμώδη αλαλαγμό
ό,τι δηλαδή η θάλασσα σε κάποια ακτή
δεν πρόκειται ποτέ ξεβράζοντας
να μαρτυρήσει
Σε υδάτινο συντονισμό
στα δυο μου χέρια κουβαλώ
το καύκαλο
μ’ ένα κεφάλι
για μένα καμιά στεριά πια
δεν ξημερώνει
Έμαθα ν’ αρκούμαι
έστω σ' αυτό
να λικνίζομαι
στο ουράνιο τόξο του βυθού
αφήνοντας πίσω να με κυνηγά
ο πέτρινος εαυτός μου
Έτσι όπως κατέληξα σιγά σιγά
μισός άνθρωπος
μισό κοχύλι


Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

ΥΓΡΗ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ Η ΓΗ

Υγρή ανασαίνει η γη και πύρινη
μηρυκάζεται θλίψη αιώνων
Τον πόνο των ανθρώπων πώς να καταπιεί
πώς θα μπορούσε να τον σβήσει
Κεράκια αμέτρητα σκόρπισαν μέσα της νωρίς
θλιμμένα σιγοκαίνε σ’ απώλειας φως
κάποιοι αγάπη την ονόμασαν κάποιοι πατρίδα
Σκοταδιασμένη μήτρα σείεται η γη
εκπέμπει φωτεινότητα ακατάληπτη
Μυσταγωγίας φως εκθαμβωτικό διαχέεται
έρχεται από μακριά
απ’ τη μεριά του μέλλοντος
σμίγει με χθόνιων κεριών το φως
και ακουμπά στη ρίζα αιωνόβιου δέντρου
Γη βιασμένη εκπορθημένη και απόρθητη
στον κόρφο της φυλάει κρυμμένες πυρκαγιές
αδημονεί κρατώντας στις παλάμες της κεράκια
αναμμένα.




ΔΙΗΓΗΜΑ


Αιμίλιος Σολωμού

ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΤΣΙΦΛΙΚΙ

Το τούρκικο τσιφλίκι ήταν μια ώρα ποδαρόδρομος από το χωριό. Η γιαγιά μου ξυπνούσε από τις τέσσερις και σε λίγο, πριν ακόμα χαράξει, βρισκόταν στο δρόμο με τη μάνα μου, κορίτσι στα δώδεκα-δεκατρία. Κρατούσε το ταγάρι με κάνα ξεροκόμματο και λίγο τυρί και δυο δρεπάνια με την ξύλινη λαβή μαυρισμένη από την πολυκαιρία και την πολυχρησία.
«Είσαι σίγουρη, μάνα, πως θα με δεχτούν κι εμένα;»
«θα πάμε και θα δούμε. Κοίτα το δρόμο εσύ, μπορεί να χρειαστεί να γυρίσεις».
Μπροστά και πίσω τους βάδιζαν κι άλλες χωριανές, σεινάμενες κουνάμενες, δυοδυο, τρεις-τρεις. Είχαν κινήσει κι αυτές για το τούρκικο τσιφλίκι με το κεφάλι τυλιγμένο στις μαντίλες, τον μπόγο και τα δρεπάνια τους στα χέρια.
          Σε μια ώρα είχανε φτάσει στο κονάκι του Τούρκου τσιφλικά και περίμεναν έξω από τον ψηλό μαντρότοιχο. Έπειτα άνοιξε μια πόρτα και από το βοηθητικό σπίτι δίπλα βγήκε ένας επιστάτης με την πετσέτα κρεμασμένη στον ώμο, τα μαλλιά βρεγμένα. Σαν είδε το πλήθος μαζεμένο, σκιές ακόμα της νύχτας, σαν τις ψυχές να προβάλλουν μέσα από το έρεβος, ξαναμπήκε στο σπίτι, γύρισε με το τεφτέρι του κι άρχισε να καταγράφει τα ονόματα.
          «Πόσο πάει το μεροκάματο;» τον ρωτούσαν αδιάκοπα. Κι αυτός τις αγριοκοίταξε.
          «Ακόμα δε δουλέψατε κι εσείς κοιτάτε κιόλας για πλερωμή!» φώναξε οργισμένος.
          Μα έπειτα, με την επιμονή και τη μουρμούρα τους, οι γυναίκες τον ανάγκασαν να ομολογήσει:
          «Ένα σελίνι το μεροκάματο», είπε κοφτά και σαν έφτασε κοντά στη γιαγιά μου, αυτή ψιθύρισε, να μην ακουστεί γύρω.
          «Και το κορίτσι;» ρώτησε και η μάνα μου πρόβαλε ξαφνικά πίσω από το φουστάνι της. Εκείνος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω περιφρονητικά.
          «Μισό σελίνι».
          Η γιαγιά μου έκανε να διαμαρτυρηθεί.
          «Τόσα δίνουμε, κυρά μου», την αντίκοψε αυτός. «Αυτό έλειπε τώρα, να πληρώνεται σωστό μεροκάματο το νιάνιαρο».
          Όλη μέρα η γιαγιά μου δεν σήκωσε κεφάλι. Προχωρούσε κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα στα σπαρτά και απ’ εκεί που περνούσε, άνοιγε δρόμο, άφηνε πίσω κομμένες αποκαλάμες και δεμένες θημωνιές, ένα σωρό, αποδείξεις της σβελτάδας και της ικανότητάς της. Καμιά φορά το δρεπάνι κτυπούσε πάνω στις πέτρες, αντηχούσε στον κάμπο ο οξύς διαπεραστικός του ήχος, σταματούσε για λίγο κι ακόνιζε γρήγορα το δρεπάνι.
Κι ύστερα συνέχιζε. Οι άλλες αδυνατούσαν να την προλάβουν κι επειδή, κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει, συναγελάζονταν η μια την άλλη και κοίταγαν με το μισό τη γιαγιά μου που τούς χάλαγε τη δουλειά.
          Ο τσιφλικάς που γύρναγε ανάμεσά τους κι είχε τα χέρια σταυρωμένα πίσω στην πλάτη, ένα ανθρωπάκι κοντό, κακομούτσουνο, με γκρίζο μουστάκι, αξούριστος, κούνησε το κεφάλι του, χωρίς να πει λέξη, σαν πέρασε δίπλα από τη γιαγιά μου. Κι ύστερα, το μεσημέρι, ήρθε και η χανούμισσα να φέρει τα κατσαρολικά με το φαί. Κάθισε στον ίσκιο μιας θεόρατης αμυγδαλιάς έκοβε με το μάτι από μακριά τις εργάτριες μες στα σπαρτά, και αντάλλαζε βλέμματα συνεννόησης με τον αφέντη της.
          Το βράδυ ο επιστάτης έδωσε κουβέρτες στις γυναίκες να κοιμηθούν στην αυλή του κονακιού, ανάμεσα στα γιασεμιά και τους βασιλικούς. Ετοιμάστηκε και η γιαγιά μου να στρώσει κάτω, να κοιμηθούν σε μια γωνιά, αλλά η χανούμισσα ήρθε και την πήρε από το χέρι.
          «Εσύ με κορίτσι κοιμηθείτε μέσα», της είπε στ' αυτί και την πήγε και της έδειξε το κρεβάτι στον ηλιακό. Η γιαγιά μου δεν ήξερε τι να πει, έμεινε αποσβολωμένη να την κοιτάει κάπως ανήσυχη.
          «Μη φοβάσαι, αφέντης έξω 'πόψε στα περβόλια, ποτίζει όλο βράδυ».
          Κι έτσι η γιαγιά και η μάνα μου ξάπλωσαν στο κρεβάτι.
Κι όταν δυο από τις γυναίκες της αυλής, σουσουράδες, ήρθαν να παραπονεθούν στη χανούμισσα, γιατί αυτή με το κορίτσι κι όχι εκείνες, έφερε το χέρι μπροστά και τους έκοψε τη φόρα.
«Τούτη γυναίκα πολλή δουλειά», τους είπε και σαν τέλειωσαν το θερισμό, την άλλη μέρα, αργά το απόγευμα, στην πληρωμή, ο τσιφλικάς έδωσε σωστό μεροκάματο στη μάνα μου.