ΑΝΕΥ Περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού



ΑΝΕΥ  Περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού της Κύπρου

ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ 62/2017



ΠΟΙΗΣΗ



Στας Παράσκος

ΓΙΑΛΛΟΥΡΑ ΚΑΙ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ

Πολυώροφα χτίσματα
υποχωρούν και ανασυντάσσονται
σε στοιβάδες μπετόν.

Μέσα σε γρίζα συμφορά
απομεινάρια άλλων εποχών
ξεπροβάλλουν σαν κυκλάμινα
σε ρωγμή πεζοδρομίου.

Στον Αϊ Λάζαρο
προσεύχονται προσκυνητές
που δεν γνώρισαν ποτέ ζωή
και φοβούνται τον θάνατο.

Η οδός Νερού άλλαξε ονομασία
απόκτησε αστική αξιοπρέπεια
και οι τιμές περιουσίας ανέβηκαν.
Τους παλιούς καιρούς
εδώ πωλούσανε αγάπη
η Γιαλλούρα και η Κλεοπάτρα
κυκλοφορούν σαν φαντάσματα
μέσα στην εξαντλημένη μνήμη.



Λουκάς Α. Σκυλλουριώτης

ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΧΥ

0 ουρανός χαμογελά
μα δε μιλά.
Μόνο ζητά
τη συντροφιά μας να ’χει.
Μες στους αγρούς
δρόμους υγρούς
εύχομαι φέτος να ’χει.
Να ’ρθει βροχή,
να πιει η γη,
για να γίνει το στάχυ
και η πηγή να τρέξει.
0 ουρανός ας βρέξει.
Και θα το δεις
κι εσύ θα πεις,
τη συντροφιά μας θα ’χει,
αφού θα γίνει στάχυ.

                 Αύγουστος 2008



Γιώργος Αναγνώστου

ΚΟΜΜΑΤΙΑ Η ΘΕΛΗΣΗ

Κομμάτια η θέληση αιωρούμενα πάνω από
σκοτωμένα πουλιά μιας αυγής αργοπορημένης
κομμάτια η θέληση γυαλιά σπασμένα
συντρίμμια η σιωπή της κοιμώμενης κοιλάδας
αντιφεγγίζοντας από μακριά το τέλειο έγκλημα
κι αυτοί που βυθισμένοι στ’ όνειρο όλη νύχτα
βρέθηκαν εντός ακτίνας και τους σάρωσε
το κύμα της καθημερινής συνήθειας
έγινε νόμος η υποταγή των άστρων
με το φως τους αναπνέοντας το αδυνατισμένο σαν
τα ερπετά της γης τρόπους διαφυγής αναζητώντας. 
Ωρίμασε πια ο καιρός και των χρωμάτων η διαφωνία
σκεπάζοντας πέρα για πέρα τη συμφωνία των σκύλων
γαυγίζοντας βαθιά μεσάνυχτα μες στο χωριό
κολλήσανε τα χείλη σου απ’ τη δίψα
και παρά λίγο σκύβοντας να πιεις απ’ το
φαρμακωμένο το νερό των συντριμμένων τοίχων
όμως η άρνηση πολλές φορές σπάζει την πέτρα
κι απ’ τον απέραντο ουρανό ελπίδα
φτάνει τα μάτια σου να ’χεις ανοιχτά και να ονειρεύεσαι.




Κωνσταντίνος Μικελλίδης

Ο ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΣ

«Θρηνείς Ιησού,
τούτο θνητής ουσίας.
Ζωής φίλος σου,
τούτο θείας Ισχύος»

Στρώσανε το δικέφαλο πουλί για να πατήσεις.
Κλαδιά ελιάς μοσχοβολάνε στο πέρασμα σου,
και το έλαιο, της νιότης, της ανάστασης σου.

Κατά την έξοδο σου, απ’ του πατέρα σου το σπίτι,
κόσμος πολύς ήρθε να σε περπατήσει,
στα πλακόστρωτα της αρχαίας πόλης του Ζήνωνος.

Με εξαίσιες κεντημένες φορεσιές και πέπλα ανάλαφρα
                                                          να ανεμίζουν,
και ένα γλυκύτατο φως  θείον, ξέφυγε από την πάχνη
                                      του συννεφιασμένου ουρανού,
και έλαμψε τον τόπο όλο.
Περιστέρι, περιστέρια, καθισμένα ψηλά,
                                      και Νταν-Νταν όλα πετάξανε,
με το χτύπημα της βοερής καμπάνας.
                             Βαρύς ο ήχος, δονεί τα κόκαλά σου.
Χαίρε φίλε, Λάζαρε. 




Γεωργίου Ελένη*

ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κόλακες σταδιακά απερχόμενοι
σε πολιτειακά δρώμενα.
Φυγόπονοι αυτοδίδακτοι ερασιτέχνες
θέσεων, καρέκλων
κι αξιωμάτων...
Φιλοδοξούνται προσδοκίες
μερών ευημερίας
σ’ ένα τόπο
πολιτικής νεκροψίας...



* Είναι μαθήτρια Λυκείου



ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ- ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ



Νένα Φιλούση

Ο ΜΕΛΗΣ ΚΑΙ ΑΡΣΕΝΑ

Σεπτέμβρης του 74. 0 τόπος μύριζε αίμα. 0 πόλεμος ήταν νωπός, γραμμένος στα βλέμματα, σε κάθε σκέψη, στις κινήσεις μας. 0 πατέρας πήρε μετάθεση σ’ ένα μεγάλο χωριό, κτισμένο στο ύψωμα, πάνω από τη θάλασσα. Οι αποστάσεις τότε φαίνονταν μεγάλες. Κάναμε με το χίλμαν σχεδόν μία ώρα να κατέβουμε στην πόλη, διαδρομή που τώρα δεν ξεπερνά τα τριάντα λεπτά.
          Το σπίτι που παραχωρούσε με νοίκι η κοινότητα στον δάσκαλο ήταν ακριβώς απέναντι από την εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέα, δυο λεπτά από την πλατεία και τα καφενεία. 0 δρόμος μπροστά από το σπίτι ήταν στρωμένος με χαλίκια μεγάλα, πέτρες που είχαν με τα χρόνια φυτευτεί, μέχρι το τέλος του κατήφορου, την πλατεία. Η αυλή ήταν τεράστια, με μια γιγάντια λεμονιά στη μέση. Τα κλαδιά της έφταναν μέχρι το μπαλκόνι του ανωγειού. Η κουζίνα είχε ξέχωρη είσοδο, που άνοιγε στην αυλή. Το σπίτι ήταν βασικά ένα μακρινάρι κάτω κι ένα μικρότερο πάνω. Η σκάλα, απότομη, πέτρινη με ξύλινη κουπαστή, σε λουλακί χρώμα όπως και τα παράθυρα. Εκεί ζήσαμε τέσσερα χρόνια.
          Από τα πανύψηλα μπλε κάγκελα, όπου γαντζωνόμουν συχνά, παρακολουθούσα την κίνηση στον δρόμο μέχρι κάτω. Εκεί είδα τον Μελή πρώτη φορά. Και τρόμαξα. Στα πέντε μου, ο Μελής φαινόταν τεράστιος παρότι καμπούρης και κουτσός. Μια μαύρη παρουσία, ακαθορίστου ηλικίας, με ράσο καντηλανάφτη. Φωνή βραχνή, δυνατή, σαν οδυρμός. Ακολουθούσε κατά πόδας τον πατέρα που γύριζε από το καφενείο. Μια σπαραχτική κραυγή σαν μοιρολόι σημάδεψε τον χρόνο και την παιδική μου μνήμη ανεξίτηλα.
          - Δάσκαλε, με δέρνουν, δάσκαλε θύμωσ’ τους, δάσκαλε βοήθεια!
Αυτά ήταν τα πρώτα αλλά και μοναδικά λόγια που άκουσα ποτέ από το
στόμα του. Κι όσες φορές τον αντίκρισα ή τον άκουσα, στον δρόμο, αυτά έλεγε. Τα ίδια. Λόγια που τρυπούσαν την παιδική μου ισορροπία ανελέητα και
άφηναν σημάδια.
          Κι ο πατέρας; Γιατί ο πατέρας δεν έκανε κάτι; Γιατί δεν τον σώζει από
τους κακούς που τον κυνηγούν; Και γιατί κάποιοι τον χτυπούν; Πού είναι οι
γονείς του; Νόμιζα πως ο πατέρας ήταν πολύ δυνατός, γι’ αυτό ο Μελής κατέφευγε κοντά του. Μια μικρή περηφάνια, ανάγκη για ασφάλεια και σιγουριά
που ικανοποιούσε η παρουσία του πατέρα, ήμουν πρόθυμη να τη μοιραστώ με
τον δύστυχο άγνωστο που σπάραζε απελπισμένος. Μα η σπουδαιότητα του
πατέρα κλονίστηκε. Αν δεν μπορεί να συντρέξει τον Μελή, πώς θα προστατέψει εμάς;
          Όσο ζούσαμε στο χωριό, τον έβλεπα, άκουγα τη φωνή του και πεταγόμουν στο παράθυρο, στα κάγκελα, να δω πού πάει. Η μορφή του έσβηνε στο τέρμα του δρόμου. Δεν μάθαμε ποτέ πού ζούσε και γιατί είχε γίνει ο παλαβιάρης του χωριού όπως τον έλεγαν. Οι μεγάλοι μπορεί και να ήξεραν αλλά δεν μιλούσαν γι’ αυτόν. Στην εκκλησία τις Κυριακές κοίταγα να δω μήπως έρθει, φορούσε μαύρο ράσο ως κάτω, άρα του ταίριαζε η εκκλησία, θα μπορούσε να ήταν παπάς ή ψάλτης. Δεν ερχόταν όμως ποτέ. Το 79 γυρίσαμε στην πόλη. Κατά καιρούς ερχόταν στη σκέψη μου σαν μακρινή ανάμνηση, αλλά επειδή ήταν οδυνηρή, την απωθούσα. Ναι, τον εγκατέλειψα τον Μελή μου, γιατί με περίμενε μια εφηβεία πιο ταραγμένη απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ.
          Το πρόσωπό του δεν το θυμάμαι ακριβώς. Αρκετά χρόνια αργότερα, βρήκα στις προσωπογραφίες και στα σκίτσα του Κόντογλου, τον Μελή. Αγριεμένο και άγιο. Σαλεμένο, πονεμένο. Και τον αγάπησα βαθιά, με τον ίδιο πόνο που ένιωθα τότε μικρό παιδί. Με ενοχή, γιατί δεν μπόρεσα στα πέντε ή στα εφτά μου να τον παρηγορήσω. Να του δώκω ένα ποτήρι νερό, να τον προστατέψω από αυτούς που τον χλεύαζαν και τον απειλούσαν. Ακόμα και τώρα, ανησυχώ μήπως ο Μελής ήταν άγιος κι εγώ όπως κι όλοι ot άλλοι, με το φτωχό μυαλό μας, δεν κατανοήσαμε την αγιότητά του.
          Οι παιδικές αγάπες όμως προδίδονται. Ο Μελής έγινε μια οφειλή που δεν ξοφλήθηκε. Ένα ποίημα που δεν γράφτηκε. Μια ιστορία που δεν ειπώθηκε, Ένας άνθρωπος που δεν αγαπήθηκε. Άραγε οι Μελήδες ανάμεσά μας τάχτηκαν να θυμίζουν την πρωτόγονη εικόνα μας; Ή μήπως βρίσκονται μες στον κόσμο ως σύμπτωμα της παθολογίας μας; Πάντως, όσο τους συναντάμε, πάει να πει, κάποιοι κάπου γράφουν ποιήματα και δακρύζουν κρυφά.
          Πότε γεννήθηκε, πότε πέθανε, ποιος τον φρόντιζε, γιατί τον πείραζαν οι συγχωριανοί του, αναπάντητα ερωτήματα που στέκουν μετέωρα. Αν προσευχηθούμε κάποτε θα ’ναι για τους ανθρώπους που μας τρομάζει η οδύνη τους, που σημαδεύει την ανεμελιά μας, για τους ανθρώπους που διασχίζουν την όρασή μας ως εσταυρωμένοι. Ο Μελής κιόλα ταυτίστηκε με το κομμάτι μου το κατατρεγμένο, το αδικημένο, το πανανθρώπινο. Και με το δέντρο που έπαιζα μικρή στον ίσκιο του, περιμένοντας πότε θα περάσει εκείνος. Ασήμαντο δέντρο, καλλωπιστικό, χαμηλό, κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά του. Τον Μελή τον σκέφτομαι κάποτε όταν ακούω μουσική της θλίψης. Κι όταν ακούω ανθρώπους να κλαίνε. Κι όταν προσπερνώ βιαστικά περιθωριακούς ή άστεγους που βρομάνε απλυσιά. Μυρουδιά που πλησιάζει το λιβάνι. Οι απαρηγόρητοι αξίζουν διπλά τη μνήμη μας.
          Μια δεκαετία μετά, γνώρισα την Αρσένα. Μας λογιώτανε μακρινή συγγενής από την πλευρά της μάνας. Ποτέ δεν κατάλαβα τη συγγένεια. Την έβλεπα στην πόλη σε διάφορες φάσεις, με ένα μαύρο, σιδερένιο ποδήλατο απ’ αυτά που λέγαν τότε καρκαντά. Μακρυμάνικο πουκάμισο, φούστα μακριά ήταν πάντοτε τα ρούχα της, σε χρώμα καφέ ή μπεζ. Μαλλιά πιασμένα κότσο, φορούσε καφέ νάιλον κάλτσες ακόμα και το καλοκαίρι, σαν θεούσα. Ψηλή, λιγνή, μελαχρινή, με ελαφρύ βηματισμό. Λεπτά χείλη, μικρά μάτια, έξυπνα, φωνή κοριτσίστικη. Την πετυχαίναμε συνήθως σε εκκλησίες, έξω από γηροκομεία, στον κεντρικό δρόμο της αγοράς, κοντά στο δημοτικό παντοπωλείο, στην περιοχή της μητρόπολης. Λιγομίλητη αλλά πρόσχαρη. Πάντα ίδια. Τη χαιρετούσα, με αναγνώριζε. «Μοιάζεις στη γιαγιά σου τη μακαρίτισσα» μου έλεγε. Ακαθόριστη ηλικία. Απλώς μεγάλη, αλλά δεν μου πήγαινε να την πω κυρία. Αρσένα τη φώναζα. Όχι από αγένεια, όχι από θάρρος, αλλά γιατί η Αρσένα στη φαντασία μου δεν είχε βιολογική ηλικία. Ήταν σαν εμάς, παιδί, με μαλλιά όμως που σιγά σιγά γκρίζαιναν και την ομόρφαιναν. Μ’ άρεσε κυρίως να τη βλέπω από απόσταση, χωρίς να παίρνει είδηση. Η φιγούρα της, όμορφη, ιδιόμορφη, έγραφε ιστορία μες στην πόλη.
          Κάποτε την έβρισκα στο σπίτι όταν γύριζα από το σχολείο. Η μάνα της
έβαζε να φάει ό,τι έφτιαχνε. Ντολμάδες, τραχανά, φασολάδα, κολοκυθάκια.
Έπαιρνε λίγο και πεταγόταν να φύγει μόλις καταλάβαινε ότι ερχόταν σπίτι η
οικογένεια. Ζούσε και η μάνα της μαζί της, η οποία είχε γεράσει τόσο πολύ
που κανείς δεν ήξερε πια την ηλικία της. Κι ύστερα αυτή πέθανε και η Αρσένα κυκλοφορούσε πιο πολύ μες στους δρόμους. Συνήθως ποδηλατώντας ή πεζή, ειδικά τον χειμώνα. Το μυαλό μου την μυθοποίησε. Την κοίταζα με αγάπη.
Δεν ήξερα τι να της πω, δεν είχαμε τίποτε να πούμε. Τίποτε απολύτως. Κοιταζόμασταν όμως βαθιά στα μάτια. Για δευτερόλεπτα, για τόσο όσο χρειάζεται κανείς να μην πει ό,τι θα ήθελε.
          Μεγάλωσα όμως και φαίνεται ότι μεγάλωσε και η Αρσένα περισσότερο. Είχα ήδη τις πρώτες ρυτίδες και τις πρώτες λευκές τρίχες στο κεφάλι όταν
άκουσα το τέλος της.
          -Την πήγαν στο γηροκομείο του Δήμου. Δύσκολη περίπτωση, τους παιδεύει, δεν θέλει να κάνει μπάνιο. Βασανίζονται να την λούσουν και να την χτενίσουν.
          Η μάνα μου είτε πρόκειται για την ευτυχία, είτε πρόκειται για την οδύνη των άλλων, όλα καταλήγουν στην καθαριότητα. Και μερικούς μήνες μετά:
          -Πέθανε η Αρσένα... Ε, δεν άντεξε τόσο μπάνιο και τόση κλεισούρα!
          Δε μίλησα.
          Η Αρσένα μου έγινε μνημόνευση κάθε Κυριακή. Δε με νοιάζει αν πέθανε. Στη μνήμη μου η αποστεωμένη ποδηλάτισσα της ένδειας και της ευγένειας, γυρίζει μες στην πόλη, τρώει αντίδωρα για να χορτάσει, στις ανηφόρες σκύβει μπροστά, ο καρκαντάς της μεγαλώνει, μεγαλώνει κι η ίδια γίνεται κορίτσι, η Αρσένα είναι η πόλη μου. Γι’ αυτό κοντά στην ανάμνηση φωλιάζει και μια σκρόφα ενοχή. Γιατί δεν της είπα ποτέ μια τρυφερή κουβέντα;
          Εν τέλει δεν ξέρω από πού ξεσήκωσα αυτή την αγάπη για τους πεθαμένους μου. 0 κατάλογος με τα ονόματά τους μακραίνει. Φοβάμαι μην τους ξεχάσω. Σεργιανίζω στα νεκροταφεία και διαβάζω ονόματα, υπολογίζω χρονολογίες στους τάφους. Μ’ αρέσει που τα λεν κοιμητήρια. Ψήνω σιτάρι, καθαρίζω ρόδια, ανοίγω αμύγδαλα, είναι σημαντικό να χαίρονται κι αυτοί που τους θυμάται κάποιος. 0 θάνατος των αγαπημένων προσώπων θαρρώ μας κάνει πιο σεμνούς με τα πάθη μας, πιο οικείους με τη φθορά μας, πιο απαλούς με τους ζώντες. Κι ούτε ξέρω αν οι θρησκείες πέρα από τα ταφικά έθιμα και τη διατήρηση μιας στοιχειώδους μνήμης ή απόδοσης τιμής, προτρέπουν για άλλου είδους επικοινωνία. Αυτό που ξέρω είναι η εμμονή και η σχεδόν ανόητη πεποίθησή μου ότι μας βλέπουν. Μας παρακολουθούν όπως βλέπει κανείς τηλεόραση. Ελπίζω μόνο ο Μελής και η Αρσένα, όπως και η Βάια, ο Οδυσσέας, η Ελένη, ο Λεύκιος, ο Ηλίας, ο Μίλτος, η Σοφία και άλλοι πολλοί φυγόντες να βλέπουν το σήριαλ που παίζει κι η αφεντιά μου. Τουλάχιστον τα βασικά επεισόδια.