ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ













ΜΑΡΕΡΜΑ  (2016)


 

Μάρερμα


Μάρερμα
Παλιό ξεχασμένο φυλαχτό των Ίνκας
Μάρερμα
Χάδι βαμμένο με βερνίκι λατρείας
Μάρερμα
Αρμύρα που καίει το βράδυ τα χείλια
Στενεύω τον κόσμο να γίνει ευθεία
να τον ταξιδέψω με μία ταχεία
Αέρας η ζωή

Ώρα την ώρα χάνουμε χρόνια
Φιλί φιλί γινόμαστε παλιοί

Μάρερμα
Γεύση κορμιού στο χώμα
Μάρερμα
Γραμμή πρωινού στου πόνου το χρώμα
Μάρερμα
Χρυσό δαχτυλίδι με πέτρα την τύχη
Σκαλίζω τον κόσμο να γίνει δυο στήθη
ν’ ακουμπήσω μια νύχτα τα χείλη
Δωσ’ μου ζωή.



Ισοπέδωσε


Ισοπέδωσε τον ουρανό
να γίνει ένα με τα πέλματα
για να πλέουνε τ’ αστέρια
σε πελάγη παραπατήματος

Ισοπέδωσε τα χείλη
για ν’ αποκτήσει το φιλί
την αιωνιότητα του παρθένου
και την αγνότητα του πρώτου

Ισοπέδωσε τον μαστό του ηφαιστείου
να μη χαθεί το γάλα της γης
στην έκρηξη της λίμπιντο
και τη μητρότητα της πέτρας

Ισοπέδωσε τον έρωτα
να γίνει ένα με το χώμα
για να μείνει ο πόνος ξεχασμένος
κάτω από τις πέτρες.




Σκουριασμένα λεωφορεία


Τα χέρια μου βασανίζουν οι εικόνες της χειρολαβής
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που μέτρησα τα δέντρα
από τα τζάμια
ήταν για να μοιράσω τη ζωή μου
σε στοιχίες Σεπτέμβρη και Απρίλη

Την τελευταία φορά που μέτρησα βιτρίνες
ήταν για να δω αν η ζωή μας
χωράει σε μπλε και πράσινους λαμπτήρες

Τα χέρια μου βασανίζουν εικόνες
από ρόζους κουρασμένου τιμονιού
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που βγήκα από τον δρόμο
ήταν για να δω αν η ζωή μας
αντέχει στην ολισθηρότητα της πέτρας

Την τελευταία φορά που γύρισα τιμόνι
ήταν για να δω αν η ζωή μας
μετριάζεται στη δύναμη της πέτρας.




Αναγέννηση


Πίσω από τα κινούμενα σύννεφα
προβάλλει ένα χέρι
που κουβαλάει τα δάκρυα των αιώνων
και τα ρίχνει στη γη βροχή

Για να καθαρίσει αυτός ο τόπος
χρειάζεται λυγμούς
και χέρια πονεμένα να τον ζωγραφίσουν
αναπαρθενεύοντας τα χρώματα και την έκφραση

Η γη χρειάζεται ζεστή φωλιά
για να κρύψει τα νεογνά της
μέχρι το πέταγμά της να αγγίξει τον ουρανό

Θυμάμαι κρύες σελίδες χειμωνιάτικου βιβλίου
να ζητούν τον έρωτα μιας περασμένης εφηβείας
αλλά όχι χαμένης
μέσα από άυλα σώματα
που ' χαν μονάχα ένα φως στο κέντρο

Δάχτυλα να αντιστέκονται στην ορμή του
και να αφήνονται

Αυτό το ποτάμι χρειάζεται Έρωτα
για ν’ αγκαλιάσει τη θάλασσα.




Ο έρωτας


Ο έρωτας
Μικρό κοχύλι ψημένο από την άρμη
Κλεψύδρα που της κλέψανε τον χρόνο
Κόκκοι που καθρεφτίζουν την οικουμένη
Ηχώ που λησμονάει τον εαυτό της

0 έρωτας
Λιοπύρι από παρθενικά τζιτζίκια
Τραγούδι από μήτρα ξεχασμένη
Πορφύρα από ξυπνημένο αίμα
Φλέβες σχηματισμένες στις ρίζες της γης.




Όταν κοιμάμαι


Όταν κοιμάμαι,
χάνω κάτι
από το μισό του φεγγαριού,
το καθαρό πρόσωπο της Οικουμένης
από το άλλο μισό που κρύβει τα σκοτάδια της
από τις γραμμές των αστεριών
που δρομολογούν τις ευχές μας
από το λυκαυγές που χαράζει στα μάτια των ελαφιών

Όταν κοιμάμαι
ξυπνούν μέσα μου οι σταματημένες μέρες
και πιάνονται μαζί στο γαϊτανάκι
ακτίνες στον κύκλο των καθαρών μου χρόνων

Όταν κοιμάμαι
κινούν οι άσπροι καβαλάρηδες
ν’ αφήσουν τα χνάρια τους στη γη μου

Όταν ξυπνήσω την έχουν διατρέξει όλη
και τώρα,
χαρίζουν τ’ άσπρα τους άλογα

Στο σήμερα.




Κυριακή 11/1


Στο στέρνο της μέρας
το ανάγλυφο των στιγμών της
Χρόνος επιούσιος
μιας αιωνιότητας φαεινής
Στίλβη των δυς
Νίκη των ευ

Στα δάχτυλα της μέρας
ζυγιάζονται οι αετοί της
Λίγο πιο ψηλά στις ασίκικες βουνοκορφές της
λίγο πιο βαθιά στον στόχο του κέντρου της

Στο μέτωπο της μέρας
λιώνουν οι πυρετοί της
Καημοί μιας αργοπορημένης ευτυχίας
λιοπύρια μεσημβρινού πόθου

Στα χείλη της μέρας
διψούνε οι λέξεις της
αναζητώντας την αρμονία της σύζευξής τους

στα σημαινόμενα των ονείρων μας.