Η ΠΟΙΗΣΗ ΓΥΜΝΗ





Έγινε απόψε η παρουσίαση της ποιητικής ανθολογίας η ποίηση γυμνή και όπως γράφει στο οπισθόφυλλο η ομάδα "...προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες μιας άλλης ψυχαγωγίας με συμμετοχή, με διάθεση επικοινωνίας μια μυστική ομάδα, στην καρδιά της διασκέδασης της Θεσσαλονίκης που αναζήτησε απαντήσεις στα ερωτήματα του καιρού, λύσεις μέσα στις λέξεις που προσπάθησε να επικεντρωθεί στην ουσία χωρίς πλήξη, που πίστεψε και πιστεύει πως μόνο μέσα από το μοίρασμα μπορεί να υπάρξει μια νέα προοπτική διασκέδαση! με αισθήματα και όνειρα, στο νέο γενναίο κόσμο που γεννιέται."   "Αυτό το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα αυτών των δράσεων."

Ψυχή  και εμπνευστής της ομάδας ο Τέλλος Φίλης.

Κάποια από τα ποιήματα του βιβλίου που διάβασαν οι δημιουργοί:



Η ΠΟΙΗΣΗ ΓΥΜΝΗ  (2016)


Νικολέτα Βλάχου


 ΜΙΑ ΕΥΧΗ


 Ονειρεύομαι έναν κόσμο δίχως όνειρα.
Επιθυμώ έναν κόσμο δίχως επιθυμίες.
Εύχομαι η ευχή να χάσει κάθε λόγο ύπαρξης.

Τότε μόνο η επανάσταση θα έχει πετύχει:
όταν δε θα χρειαστεί να επαναληφθεί.

Βιαστείτε να ταυτίσετε την Ουτοπία με τον Παράδεισο.




Δημήτρης Βούλγαρης


 ΑΤΙΤΛΟ


 Στο κάδρο
Δύο σκιές καθισμένες
Σκοτεινιασμένα ανδρείκελα
που πίνουν στιγμές
εκπνέοντας παρελθόν
Μερικά σκόρπια αγγίγματα
Συνέχεια ενός έρωτα
που δεν τα κατάφερε κι απουσιάζει
Πλαισιωμένα τιμητικά
από ένα φύλλο κορμί
κι εξώφυλλο
λίγη τρομαγμένη αθωότητα
Δεν είναι που οι παραλίες της μικρής Ευαγγελίας
περπατάνε
Είναι που εμείς σταθήκαμε ακίνητοι στο χρόνο
και τραγουδάμε ακόμα
κάποια παλιομοδίτικα μάτια
Ψηλαφίζοντας την απουσία του χρώματος
Τα χαμόγελα στοιχίζουν πια
Κόβουν
σαν παγωμένες χειραψίες
με έναν άγνωστο καθρέφτη
Χαρίζονται μονάχα κρυφά
στον άλλο ρόλο
που στέκεται δίπλα διάφανος
Ξάγρυπνος
Κι επιμένει να σημαδεύει το αύριο
Κάθε αύριο που φαντάζει περασμένο
Η αλήθεια φιλοξενείται
σε άδεια πακέτα τσιγάρων
Σε φτηνιάρικους δίσκους βινυλίου
πλημμυρισμένους
από γυναικεία ονόματα
που κρεμάστηκαν στον τοίχο
Κρύβοντας την υγρασία των αναπνοών
Υγρά βλέμματα
που ξεγλιστρούν ως τη γωνία
για το συνηθισμένο τσεκ
Στην επιστροφή
είναι πάντα σβηστά
Η θλίψη μόνιμο τατουάζ
σε φόντο σκούρο μπλε
Δίπλα ένας ναυαγοσώστης
για τις επιπλοκές
των τυχαίων περαστικών
Το τασάκι δεν τα κατάφερε
Πνίγηκε
Οι σελίδες μούσκεψαν
και σκεβρώσανε από την ένταση
που χόρευε στα ακροδάχτυλα
Οι λέξεις πασχίζουν
Ζητούν μια διέξοδο
Φορούν τα φωνήεντα τους σωσίβιο
πριν τις καταπιεί το λευκό
Οι περισσότερες ήδη αγνοούνται
Μαζί τους κι εγώ
Φύλαξα μονάχα μια φράση στη χούφτα μου
Κι αργότερα την έκρυψα πίσω από το αυτί
Έμεινε εκεί σκαρφαλωμένη
να ψιθυρίζει αργά
«Μην σπάσεις»
Ποτέ δεν φοβήθηκα να σπάσω
Ένα πράγμα με σοκάρει
στο θρυμματισμό μου
Μην τύχει και δεν βρίσκω
εκείνο το μικρό κόκκινο κομμάτι
στο οποίο είσαι ζωγραφισμένη εσύ
Εσύ
Που μου θυμίζεις πάντα
την απουσία μου




Άγγελος Ευθυμιάδης


 ΟΝΕΙΡΕΥΤΙΚΑ


 Ονειρεύτηκα ουρανούς στα πόδια.
Αστέρια στα μάτια.
Μυήθηκα στις σκέψεις των αθάνατων και μια εισπνοή
από καθαρό φυτό ήταν αρκετή.
Τι βρήκα πιο τρομακτικό άραγε;
Την ελπίδα που νόμιζε ή τα νομίζω που ήλπιζαν;
Και εσύ, εαυτέ, για ποια υγεία τσουγκράς, για ποια
αλήθεια γράφεις,
πρώτε και μεγαλύτερε ψεύτη;
Σκορπίσαμε τους εαυτούς μας, όσους έχουμε ακόμη.
Ας τους δούμε με αλήθεια τουλάχιστον.






Δημήτρης Ζαχαριάδης


 ΚΑΠΝΟΙ


 Καπνοί που γίναν πελαργοί και φύγαν απ' τη γη,
ανοίξαν οι ουρανοί και φάνηκες να κλαις.
Ξαπλώσαν τα βουνά στις ακρογιαλιές
κι ο ήλιος βγήκε να με δει.
Μπορεί να ήταν μια στιγμή
κι ό,τι έζησα να μην έχει συμβεί.
Μπορεί κι εσύ να μην υπήρξες.
Μπορεί να μην κοιμούνται οι νεκροί
κι ό,τι ονειρεύομαι να γίνεται ζωή.




Μαίρη Θεοφίλου


ΑΤΙΤΛΟ


Έχουν τη βαθιά πραγματικότητα αποκαλέσει ουτοπία
οι εκκωφαντικές σιωπές των διαλόγων
αγίων εξομολογούμενων τη νύχτα.
Οι γλυκύτεροι εισβολείς
στη ζωή πρώην άθεων,
αφού στο υπερώο εκείνο ζωγραφισμένο βλέμμα τους
βρίσκουν το μεγαλύτερο καταφύγιο
αυτοί που τώρα ορκίζονται για πάντα χριστιανοί.-




Ειρήνη Ιωαννίδου


ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΤΙ ΣΠΙΤΙΑ


Υπάρχουν κάτι σπίτια -χώρες
που είναι χτισμένα από πέτρες και ζαχαρωτά
-όπως στα παραμύθια -
με μικρά παράθυρα και καπνοδόχους
να φεύγει η ένταση
Όταν πιάσουν φωτιά
λιώνουν σαν τα φρουί γλασέ οι οροφές,
μένουν οι πέτρες στα θεμέλια
τεράστιες σαν το Σισύφειο μαρτύριο
Τότε ορμάει εντός,
ένα τεράστιο μπλε
να κατοικίσει ερείπια,
να ξεχερσώσει σύνορα
ανάμεσα στα σώματα
και ένα γαλάζιο ήσυχο
σαν την αναπνοή σε ύπνο βαθύ

Και τότε γίνεται επιτακτική η εντολή
αυτός ο κόσμος να ξαναχτιστεί
- από οξώπετρα -
δίχως καλέμι και μυστρί
μόνο με λόγο πύρινο και σάρκα




Ειρήνη Καραγιαννίδου


ΜΑΛΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ


Είναι η παραλία που επιμένει
Με τους αρπακτικούς βράχους
Τα υποχρεωτικά κύματα
Στο Καλοκαίρι
το τόσο γεμάτο ξαφνικά από γλάρους
Ο κύβος ερρίφθη
Της ζάχαρης φυσικά
Σε κάποιον άλλον καφέ
για κάποιον άλλον.
Στο Τιμπουκτού δεν πεινάει κανείς
Περνάνε τις καρδιές για ψαροκασέλες
Κοιμήσου ύπνο δίκαιο
Στα παράθυρα αστράφτει η εξοχή.




Θωμάς Καραγκιοζόπουλος


ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ


Ποθητή, εσύ, που πολλοί στην κλίνη τους
έρωτα θέλουν να τους χαρίζεις,
άπλωσε στο σώμα μου τα φιλιά σου
και δέξου το κάλεσμα του έρωτά μου.

Το αναφιλητό μου κρύβει πόθο πολύ,
ια χάδια μου μια ασυγκράτητη ορμή
και η αγκαλιά μου γεμίζει, όταν μπαίνεις
και κουρνιάζεις μέσα της και την ομορφαίνεις,
όπως ομορφαίνει το μέτωπο νεαρού αγοριού,
που ανοιξιάτικο στεφάνι του φορούν
στο μυρωμένο του κεφάλι
και το ετοιμάζουν για έρωτες και κορίτσια όμορφα.

Έλα και κάθισε δίπλα μου και πάρε από τα χέρια μου
λίγο μέλι και ένα ποτήρι κρασί
και άσε τον άνεμο τον γλυκό να περνάει δίπλα μας,
καθώς σφυρίζει τη μουσική των δέντρων
και ηρεμία γλυκιά μας προσφέρει και σχόλη
το απόγευμα αυτό.




Ράνια Καταβούτα


ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ


Κορίτσι με το ψωμί και το χαμόγελο,
απ' το Χαλέπι στη Δαμασκό
περπατάς
να φτάσεις σπίτι σου στο Deirez-Zor
να ψάξεις στις πέτρες
να βρεις τους νεκρούς σου
να τους ταΐσεις ψωμί
να ξεχάσουν τα μωρά το κλάμα
να λουφάξουν οι μανάδες του κόσμου
να κοιμηθούν τα παιδιά τον ήρεμο ύπνο
να μην ακούν τα όπλα
να μην τα νιώθουν
να φτάσουν πουλιά στα σύννεφα
να γίνουν πλάσματα του βυθού
αφού στον τόπο τους δεν μπόρεσαν να ζήσουν τη ζωή
τους.




Φοίβος Κορορός – Συμεωνίδης


ΠΡΟΒΑ


Είναι κι αυτή η πρωτεύουσα του νότου
που με βάζει σ’αυτήν την ατμόσφαιρα
την νοτισμένη.
Να μοιραστούμε, έλεγα, ένα τασάκι ή μια σκιά;
Είτε ένα βροχερό απόγευμα
σαν κι αυτό εδώ που σε βρήκα,
όμορφη κι ήρεμη.
Έφυγες νωρίς βέβαια.
Αλλά και ‘γω τι θα ‘μουν για σένα ;
Ό,τι κι η βροχή για τα ψάρια.
Μια μικρή σιωπηρή ενόχληση
με μόνο σκοπό την διατήρηση
μια αδρανούς ισορροπίας.




Ιωάννα Λιούτσια


ΠΕΥΚΟΒΕΛΟΝΕΣ


Σ' ακούω τόσην ώρα να μιλάς
σε άπταιστα σπαστά λατινικά
για το αβέβαιο επέκεινα της ύπαρξης
για τα βυσσινιά κορίτσια
για τον Ελύτη που κάθε μέρα βρίσκεις και κάτι εκεί μέσο
για την αυτοκτονία του συγγραφέα
και για το δίδυμο απολλώνειο είδωλό σου.

Και θέλω να σε ξυπνήσω, να σου πω
στην πιο περίπλοκη γλώσσα, στην καθομιλουμένη
πως έξω οι περαστικοί κρατάν μαντίλια στην βροχή
πως το φουστάνι μου γέμισε με μωβ και κίτρινα ανθάκια
πως ό,τι βρίσκεις το πρωί σου το 'χει κρύψει η
πανσέληνος το βράδυ
πως όταν ακούγεται σειρήνα, οι δρόμοι ανοίγουνε προς
τη ζωή
και πως το μόνο είδωλο που υπάρχει
είναι ο αντικατοπτρισμός σου στα γυαλιά μου.




Χρήστος Μαράκος


SELFIE


Είμαι οι φόβοι μου.
Μου κρατούν το χέρι όλη μέρα
τους αγκαλιάζω τη νύχτα στο κρεβάτι
Δεν θα τους απογοητεύσω
Θα τους εκπληρώσω όλους
έναν προς έναν.




Χαράλαμπος Μαχαίρας


ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ Η ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ;


Μού ζήτησες κάποτε νά σού θυμίσω,
τον άόριστο του άρχαίου άγαπώ,
κί εύθύς σου άπάντησα σέ ήγάπησα,
κι έπειτα αγαπήσω σέ, άποκρίθηκες, ές άεί.
Μά τώρα τή γραμματική σαν νά τήν ξέχασες,
και έγινες, θαρρώ, πιο πρακτική,
κι όλο μου λές πώς ή ζωή δέν είναι τίποτα άλλο,
παρά άπλή άριθμητική.
Κι όταν σε ρωτώ νά μου έξηγήσεις, μου λές μόνο,
«ένα κι ένα κάνουν δύο, δύο βγάλε ένα κάνει ένα».




Όλγα  Μπίκα


ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Μια μέρα, σ’ έναν σκοτεινό και άνυδρο κήπο, ξεχασμένο
από ζωή, φύτρωσε ένα λουλούδι.
Οι πέτρες και τα χώματα δεν είχαν αντικρίσει ποτέ ξανά
παρόμοιο πλάσμα.
Από μυρωδιά, άλλη δεν ξέρανε, παρά μόνο της μούχλας.
«Αυτό το λουλούδι είναι ξεχωριστό» σκύφτηκαν οι
πέτρες.
«Αυτό το λουλούδι δεν είναι σαν τα άλλα» λέγανε τα
χώματα.
«Γιατί πώς αλλιώς μπορεί και ζει εδώ. Χωρίς νερό.
Χωρίς ήλιο.»

Ένα πρωί το λουλούδι είχε εξαφανιστεί. Ούτε μίσχος,
ούτε κάποια έστω μαραμένα πέταλα. Τίποτα δεν βρέθηκε
να μαρτυρά πως κάποτε φύτρωσε κι εκεί ένα λουλούδι.
«Πέθανε;» αναρωτήθηκαν οι πέτρες.
«Έφυγε;» δάκρυζαν τα χώματα.
«Δεν υπήρξε ποτέ. Κανένα λουλούδι δεν είναι
ξεχωριστό. Κανένα λουλούδι δεν ζει χωρίς νερό και
ήλιο» είπανε γελώντας τα σκουλήκια.



Ζαφείρης Νικήτας


ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΦΙΛΙ


Υπάρχουν βράδια που με κατακλύζει ο έρωτας. Οι πόροι
μου, το σώμα μου ολόκληρο, αναπνέει για το επόμενο
φιλί, και το πνεύμα μου εξατμίζεται, σαν λιγοστό νερό,
γίνομαι μια απέραντη επιφάνεια δεκτική της ηδονής,
γίνομαι, πυρωμένος, ένα κριάρι μυτερό, σαν πλώρη
καραβιού.

Όταν ξεχειλίζω από επιθυμία ερωτική, κι εσύ λείπεις από
δίπλα μου, αγαπημένη μου, ονειροφαντασία μου, τρύγε
του κορμιού, τότε κατεβαίνω στην πλησιέστερη θάλασσα
και βάζω μέσα της τα πόδια μου, τα βυθίζω σαν σκαριά
που ναυαγούν, κι όμως το σώμα μου, μεσίστιο, φάρος
που σε καλεί και σηματοδοτεί την επιστροφή σου.

Πάντα εσύ, εσύ αγάπη μου, εσύ είσαι το σπίτι μου - τα
όμορφα μάτια σου, η ζεστή φωνούλα σου, η δυνατή
λεκάνη.

Όλες οι ανάσες σου, κοφτές, και τα μικροχούγια σου, το
ελάφι που υπάρχει μέσα σου και ποτέ δεν σταματά και
σε τινάζει ανοιχτή, σαΐτα δύσκολη, άπιαστη, όλες σου οι
ορμές, οι ανοικονόμητες, που σε σκίζουν μακριά από την
παιδική σου ηλικία και σε ανοίγουν στο πέλαγος της
ωριμότητας, όλα όσα σε ωθούν, μη τα χαλιναγωγείς κι ας
φεύγεις μακριά μου.

Τινάξου βέλος μου, όπως εγώ μέσα σου, τινάζομαι με
πόθο.

Δεν βλέπω πια ξεχωριστά τα μέλη του άψογού σου
σώματος. Όλη μαζί η παρουσία σου, σαν τυφώνας
απροσδόκητος, εντατικά υπάρχει δίπλα μου και μέσα
μου, όταν κοιμάσαι, το σώμα σου ποτέ δεν ησυχάζει, όλο
υπάρχουν κύματα μέσα σου, που δεν τα βλέπω, δεν τα
θωρώ, κι εσύ είσαι σανίδα, αγέρωχη κι αβύθιστη κι εγώ
είμαι αφρός σου.

Όλο το στήθος σου, τις δυο καμπύλες, δεν τις βλέπω.
Μόνο αισθάνομαι, μ’ αφή τα μισοφέγγαρα, και
ντρέπεσαι να βγεις στο φως, διστάζεις να μου γυμνωθείς,
γιατί είσαι αχτίδα στις αχτίδες, και, μη φοβάσαι, γιατί
είσαι απαράμιλλη.

Η πλάτη σου σηκώνεται και καμπυλώνεται, και όταν
μπαίνω από πίσω σου, το βουνό το γυρισμένο του
κορμιού σου, τίποτα δεν μου κρύβει. Και τα πόδια σου,
όπως τα σηκώνεις, κι έχεις δοθεί σε μένα, και τίποτα δεν
σε κρατά στη γη, μόνο τα δικά μου χέρια, μόνο εγώ είμαι
ο ομφάλιος κι εσύ ουράνιο σώμα, που λίγο ακόμα και
πάει, θα κοπεί.

Εσύ σελήνη μου, που κολυμπάς στα ύψη.

Εσύ είσαι η χορδή κι εγώ είμαι το βέλος σου, είσαι το
αγριμάκι μου, κι εγώ είμαι κουτάβι, είσαι η γη η χλοερή
κι εγώ το γλυκοκυπαρίσσι σου, είσαι βροχή και όμβρος
κι εγώ είμαι ο κεραυνός, είμαι κατακλυσμός σου.

Τίποτα δεν κατανοώ απ’ όλα αυτά που είσαι. Πώς τα
δαχτυλάκια σου, στα πόδια σου, πώς αυτά, τα μικρά σου
ποδαράκια, πώς δεν είναι φτερά. Πώς οι πνεύμονές σου,
που λαμβάνουν οξυγόνο, όταν φυσάς το διοξείδιο, πάλι
μου δίνεις την πνοή. Οι μασχάλες σου, δεντράκι μου,
είναι μαδέρια για καρπούς. Πώς τα μαλλιά σου, που μία
τα μαζεύεις πάνω, κι άλλοτε τα χτενίζεις, σαν λουρίδες
υφάσματος ακριβές, πώς πάντα σ’ ομορφαίνουν πιο πολύ
και μοσχοβολούν. Και πώς, πάντα όταν σε κοιτάζω, όλα
μεταμορφώνονται και στα άνυδρά μου μάτια ανθίζουν
ροδανθοί.

Και γι’ αυτά που κάνουμε ποτέ δεν θα μιλήσω. Για τις
αταξίες μας, τα ακροβατικά μας. Και για τις άλλες τις
βραδιές, τις ήσυχες, που μπαίνω μέσα σου σαν πλοίο που
μπαίνει στο λιμάνι. Γιατί μ’ ελκύεις μάτια μου, εσύ με
ρυμουλκείς. Και φεύγω πάλι μακριά σου και δεν μου το
λες, μα μου ζητάς να δέσω στο μουράγιο σου.

Όλο κάτι μου φανερώνεις για το ποια είσαι, κι εγώ σ’
αφήνω να μου έρχεσαι, και να με πλησιάζεις και δεν
κοιτώ μεσ’ απ’ τον φράχτη της ψυχής σου, αλλά στα
σώματά μας δεν επιτρέπουμε διαχωριστικό. Όλες οι
συμπεριφορές σου, τα λόγια σου, έπαινοι και παράπονα,
όλα κάτι σημαίνουν, κι όμως τα μάτια σου είναι δυο
φιόγκοι αινιγματικοί.

Κι είναι η σάρκα σου ένα κομπόδεμα τριγύρω στην ψυχή
σου, κι εγώ σε λύνω και σε δένω και με δένεις γύρω σου.

Κι εγώ αγάπη μου, σε λύνω και σε δένω, και είμαι
ελεύθερος, όπως και συ, γιατί είμαι εδώ, γύρω σου. Και
είμαι μέσα σου βαθιά, σπόρος μέσα στη γη σου. Και
είμαι άγρυπνος φρουρός και συνομιλητής, είμαι παρέα
σου και είμαι συντροφιά. Ποτέ δεν θα ‘σαι μόνη σου, κι
είσαι το φυλαχτό μου, και σε φιλώ στο μέτωπο και σε
φιλώ στα χείλη και σ’ ακουμπώ στο στέρνο μου για ν’
αποκοιμηθείς.




 Λευτέρης Ντότσικας


 ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ ΨΥΧΩΝ


Μια κοινωνία σαλτιμπάγκων είμαστε,
κοινωνία κέρινων ομοιωμάτων.
Κανείς τους δεν ακούει, δε μιλάει, δε γροικά.
Όλοι τους κοιτάνε και όμως κανείς δε βλέπει.
Μονάχα θωρούν την κενότητα, την κενότητα της ψυχής
τους,
την κενότητα της ύπαρξης τους.
Κι όταν βραδιάζει, όταν περνούν τα χρόνια, φωνάζουν:
Στάσου!
Συ δεν ήσουν που χτες μίλαγες, άκουγες, κοιτούσες;
Συ δεν ήσουν που έλαμπες μες στης ψυχής μας το
σκοτάδι;
Μόνο που τώρα είναι αργά, αποκρίθηκε ‘κείνος ο ξένος,
ο φαύλος ο παρίας.
Μια κοινωνία σαλτιμπάγκων είμαστε,
κοινωνία κέρινων ομοιωμάτων.

26 Μαρτίου 2015



Χριστίνα Παλάντζα


ΕΣΥ ΒΡΕΣ ΤΟ. ΑΝ ΣΕ ΝΟΙΑΖΕΙ.


Τα τούλια του απασχολητικού καλοκαιριού αψηφούν τα
πρωτοβρόχια,
σε κοιμίζουν μες στη ζαλάδα από τους καπνούς του
χειμώνα.
«Χαλάρωσε, το χρειάζεσαι» επαναλαμβάνουν.
Μαγειρεύουν σ’ ένα καζάνι πολιτείες γήινες και ουράνιες
μαζί μ’ όλα τους τα χαρτιά και σ’ τα ταΐζουν.
«Δεν πειράζει, δεν πειράζει».

Μα εσύ κάνεις δίαιτα.
Τρέχεις πίσω από κρυπτικά ενοχικά φωτάκια,
που αγαπάς στη φωτεινή τους μορφή.
«Δεν πειράζει, δεν πειράζει».

Μα όταν πιάσεις τα φωτάκια,
θα ‘χεις να μιλήσεις μόνο για τον ασπασμό σου στα
χαρτιά.
Προτού πνιγείς μ’ αυτά.



Κατερίνα Παπαδοπούλου


ΓΙ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΕΥΧΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙΣ


Ας κάνουμε μία συμφωνία
Λεν θα παίρνεις ποτέ καραμέλες από αγνώστους
Και εγώ θα σε περιμένω πάντα
Πριν το σχόλασμα
Με μια μυρωδιά ζεστού φαγητού
«το κρύο μυρίζει υπόγειο» —λες ψιθυρίζοντας.

Ας κάνουμε μία συμφωνία
Δεν θα πηγαίνεις ποτέ αδιάβαστος στο σχολείο
Και εγώ θα σε περιμένω πάντα
Με μια αγκαλιά μαλακά μπισκότα
Για να κυλάνε οι βροχερές μέρες σαν τα ψίχουλα
«Τα τινάζουμε όμως, όταν μαζεύονται στα κρεβάτια
φτιάχνουν βροχή από εφιάλτες » με συμβουλεύεις.

Ας κάνουμε μία συμφωνία
Δεν θα κοιτάς ποτέ τη μπογιά που στάζει έξω από την
πόρτα μας
«ΠΑΡΤΕ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥΝΟΠΑΝΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ»
Και εγώ θα σε περιμένω πάντα
Με μπογιά στα χέρια και μια νέα πόρτα
Ένα τόνο πιο σκούρα, μέχρι να γίνει μαύρη ,-«τρόμαξα
να βρω το σπίτι μου » δηλώνεις ναζιάρικα.

Ας κάνουμε μία συμφωνία
Δεν θα ρωτάς ποτέ για τους βραδινούς επισκέπτες και τα
βογγητά τους
Και εγώ θα σε περιμένω πάντα
Με ένα φιλί για σένα -πλυμένο στις σκάλες
Τα λεφτά που φέρνουν να τα δέχεσαι σαν την υπνηλία -
με ένα χασμουρητό όταν σε ξυπνάω «λίγο ακόμα μαμά».

Ας κάνουμε μία συμφωνία
Αυτά που σου απαγορεύω δεν θα τα κάνεις ποτέ
Παρά μόνο μια φορά - και θα φύγεις
Και μάταια εγώ θα σε περιμένω πάντα
Το κατ’ εξακολούθησιν αναιρεί τον πρότερο έντιμο βίο-
ναι υπήρχε και πρότερος

«Πουτάνα ρωσίδα » φωνάζεις με τα άψογα ελληνικά σου




Χρήστος Σακελλάρης


ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ


τα προβλήματα που ανακύπτουν
να τα επιλύετε πάντα
με πρόσθεση
με αφαίρεση
με πολλαπλασιασμό
αποφεύγετε τη διαίρεση
είναι η αντίθετη πράξη
της ενότητας






Ανδρέας Στούπος


ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΙΖΗΜΑ


0α το ρίξω στην υπερανάλυση και θα σωπάσω μια για
πάντα
Λέω να το βουλώσω μια και έξω
Μιας και κανένας δεν ψήνεται ούτε στο ελάχιστο να
ακούσει
Οι ψυχαναλυτικές παραπομπές δεν με βοήθησαν
Απλά έκαναν το τέλμα πιο υπαρκτό και το κενό μας
βεβαιότητα
Μέσα σε μια εμβρυακή ζημιογόνα εσωτερίκευση
0 θυμός μας έχει μετατραπεί σε θηριωδία
Κι η φιγούρα σου μπαινοβγαίνει κρατώντας τα κλειδιά
της εξώπορτας
μασώντας φθορά κι αποσύνθεση
Η μνήμη τρεμοπαίζει
Στα πλακόστρωτα των αστικών συγκυριών
Ενώ εγώ καταχωνιάζομαι κάτω από κάτι κουβέρτες
ασορτί
Στην κρεβατοκάμαρα υπό το ισχνό φως του κινητού
Αφού δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω πια τι συνέβη, θα
αφεθώ
Στην μόνιμη αποδοχή του αναπόφευκτου
Χάος, σύμπαν και εμείς στη μέση να βιάζουμε το
ξέχασμα
Ξέρεις κάτι;
Μπορεί και να έχω παρανοήσει εντελώς, όμως το
παλεύω
Γιατί ακριβώς βαριέμαι να εξιστορώ συγκεχυμένες
αβεβαιότητες
Σ’ έναν κόσμο που μάχεται για την διεκδίκηση μιας
εξιδανίκευσης
Για μια θέση ο ένας δίπλα στον άλλο
που παροδικά εξασφαλίζεται λόγω επιτακτικών αναγκών
Θέλω να νιώσω κι εγώ λίγο σημαντικός επαναστατώντας
Σαν τα δεκάχρονα που ανακαλύπτουν τη ζωή για πρώτη
φορά
Κοιτώντας τους συρμάτινους ορίζοντες των
πολυκατοικιών
Τα βρεγμένα ρούχα στις γκρι απλώστρες
Κι απορούν ποιος άραγε να μένει πίσω από τις κουρτίνες
της απέναντι τζαμαρίας
Όταν στον ακάλυπτο θα ακούω ζευγάρια να μαλώνουν
Δημιουργώντας παραφράσεις για τα ανομήματα που τους
βαραίνουν
Άσε με να σε κρατάω μέσα μου
και να περιπλανιέμαι στους δρόμους χωρίς στόχο
Σκεφτόμενος ότι δεν υπήρξε τίποτα πιο σαγηνευτικό από
εμάς
Σε μια ιστορική παραβολή
που θα καταλήξει για ακόμη μια φορά σε λάθος χέρια
Κοίτα πως έχουν τα πράγματα, καρδιά μου
Αυτή η ιστορία που κατασκευάσαμε δεν μας ανήκει πια
Ταξιδεύει σαν αλλόφρων - πηγή φωτός μέσα στις
σκέψεις
Αφήνοντας μόνο υπολείμματα σκοταδιού στο ταβάνι
Κι εσύ αναμένεις μες στο δωμάτιό σου την επόμενη μέρα
Που θα βρεις το κουράγιο να μη με ξανασυναντήσεις
Σ’ έχω μισήσει, είτε αγαπήσει με ευγνωμοσύνη
κοντά τριακόσιες εξήντα πέντε φορές
Όσες κι οι μέρες που μοιραζόμασταν μια κοινή στέγη
κάτω από τις λεωφόρους
Δείχνοντας με τα δάχτυλα νοτισμένα τη βροχή
Καταγελώντας τους περαστικούς που δεν ξέρουν να ζουν
Τι επιλογές μού μένουν τώρα ;
Θα δημιουργήσω φανταχτερές αυταπάτες για να
επαναπροσδιοριστώ
Αφού δεν έχω πια τη δυνατότητα να νιώσω τίποτα
Ξεκρεμάω μια μια τις λεπτομέρειες σαν συναίσθημα
νεκρό απ’ τα πορτραίτα μας
Κρατώντας ένα σφουγγάρι σαν κομμένο μισοφέγγαρο
Και θα τρίψω όλες τις εκδορές μέχρι οι πίνακες να
ματώσουν
Μια στομφώδης ταραχή μ’ απομακρύνει
Σε αποτεφρωτικά γκρεμίσματα
Καθώς μανιακά σβήνω τις αποχρώσεις για να σε
απομακρύνω
Οσμισμένος την ώσμωση πικρά του τέλους
Η ζωή μας ένα τέλειο μπούμερανγκ
Αποστηθίζει τις κατακραυγές της σήψης
Μέσα από τον ιδρώτα των ερωτικών περιπτύξεων μας
στους τοίχους
Μ’ ένα κεφάλι αφυδατωμένο από εμμονική παράκρουση
Και μερικές αναθυμιάσεις από κουρνιαχτό μέσα στη
λαοθάλασσα
Αραδιάζω τις λάμψεις των ματιών μας μέσα στην
μπανιέρα
Και περιεργάζομαι τι σημαίνει ανυπαρξία
Το χυμένο σου άρωμα στην αποθήκη με υποτροπιάζει
Μ’ ένα στομάχι τορπιλισμένο από καφέδες και νικοτίνη
Περνώντας από το ένα επεισόδιο στο άλλο
Οι λεπτοδείκτες συρρικνώνονται
Σαν ο χρόνος να έχει καταπιεί τον έξω κόσμο
Αργείς να καταλάβεις πως όλα άλλαξαν έτσι
Τόσο κόπος για το τίποτα
Εκεί που κανένα παρελθόν δεν αλληγορεί
Είναι σαν να εισέρχεσαι μέσα σε μια μαύρη τρύπα
Που σε παραθέτει σε έναν άλλο κόσμο
Πιο εύθραυστο
Πιο νοσταλγικό
Πιο ξένο
Λένε πως αν ένας ποιητής σε αγαπήσει, δεν θα
λησμονηθείς
Όμως εγώ καταλαβαίνω πως όλα αυτά είναι τεράστιο
φιάσκο
Το σήμα του δικτύου πέφτει κι ακούω κάτι βογγητά να
εμπλουτίζουν τη σιωπή
Μικρές αποστροφές ξυπνούν
Κι ένα μέλλον που πάντα φαντάζει απροσδιόριστο

                             Αφιερωμένο στην Ελένη Τουμάζου



Νικίας Φονταράς


ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ ΕΠ’ ΑΟΡΙΣΤΟΝ


Ταπεινά χορτάρια γίναν θάμνοι,
οι θάμνοι γίναν δένδρα, πανύψηλα, περήφανα
κι αυτά με τη σειρά τους
απολιθώματα ενός ένδοξου παρελθόντος.
Μοιάζει η πέτρινη σκιά τους αιώνια προστασία
απ’ τα δόντια του ήλιου
κι ανέμελα ξαπλώνουμε και ερωτοτροπούμε στην αγκαλιά της
δοξάζοντας τη σκιά κι όχι τα δένδρα
που ήταν χορτάρια και γίναν θάμνοι,
που ήταν θάμνοι και γίναν δένδρα,
που ήταν δένδρα και γίναν ιστορία...
Μα κάπου η ιστορία χάθηκε
το νερό, ο αέρας, η ακτινοβολία
αποσάθρωσαν το απολίθωμα.
Άρχισε να ‘χει τρύπες η σκιά
μα δε μας πείραξε...
Είχε αρκετή ακόμα για να χαζεύουμε, να ερωτοτροπούμε.
Φαινόταν λογικό πως πάντα θα υπάρχει λίγη
για να χωρέσουμε όλοι από κάτω.
Μέχρι που κάποια μέρα νιώσαμε το δέρμα μας καυτό
και την ψυχή μας κρύα χωρίς τη θέρμη της σκιάς-
και σηκώσαμε το βλέμμα για να δούμε πως
δεν υπήρχανε κλαδιά να μας σκεπάσουν,
πως δεν υπήρχανε μνημεία να μας ενδυναμώσουν,
δεν υπήρχε η ιστορία να μας εμψυχώσει.
Τα απολιθώματα γινήκαν χώμα
γίναν το λίπασμα που θα θρέψει τα νέα χορτάρια,
με την ελπίδα μια μέρα να ξαναγίνουν δένδρα
κι αν είμαστε αρκετά σοφοί,
να μην τ’ αφήσουμε ποτέ
να γίνουν στάσιμα απολιθώματα.


  
  

Μαρία Χατζάκη
 

ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ


Είδα στην πόλη μου ένα συγχωριανό μου,
είπα "με αυτόν έχω κάτι κοινό" τον χαιρέτησα.

Είδα στην πρωτεύουσα έναν απ’ το νησί μου
είπα "με αυτόν έχω κάτι κοινό" τον γνώρισα.

Είδα στην Ευρώπη έναν από την χώρα μου
είπα "με αυτόν έχω κάτι κοινό" τον αγκάλιασα.

Είδα στη Συρία, στη Λιβύη, στο Ιράν,
στο Αφγανιστάν και στην Ουγκάντα
έναν Ευρωπαίο
και ντράπηκα..
και ντραπήκαμε κι οι δύο...




Κωστής Χατζησταυρίδης


ΤΙ ΑΡΕΣΕΙ ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΟΡΙ.


Το αγόρι βλέπει ταινίες και συγκινείται
και έχει πάψει να συγκινείται πια.
Το αγόρι μισεί αυτό το κυριακάτικο απόγευμα
και δεν ακούει ιστορίες για Κυριακές.
Παίρνει το φίλτρο φτιαγμένο με ρυζόχαρτο,
το προσαρμόζει κάτω απ' τον εγκέφαλο του.
Στο αγόρι αρέσει ο καφές,
μα δεν ξέρει τι τον κάνει και τον φτύνει
και αρπάζει το φίλτρο
και καταπίνει με μιας το κατακάθι
Το αγόρι δεν ξέρει, αν πρέπει να ζεσταθεί ή να κρυώσει.
Το αγόρι ξεγυμνώνεται μπροστά σας.
Και δεν ακούει κουβέντα από κανέναν.
Και τρέχει να κρυφτεί από την επίγνωση της γύμνιας του
και δεν ακούει τίποτα.
«Κύριε, πού ει;»
«Κύριε, πού ει;»
Δεν υπάρχει Δημιουργός να τον ακούσει.
Το φύλλο συκής δεν ωφέλησε σε τίποτα.
Δεν εκδιώκεται με κεντρίσματα,
δεν είδε ποτέ του πύρινες ρομφαίες.
Κύριε πού ει; Καμιά απόκριση.
Θέλω να ‘ρθεις να με διώξεις.
Θέλω να γίνεις αυστηρός.
Θέλω να υπάρχεις.
Τελικά μπορεί να μείνει όσο θέλει.
Και να γράφει επιστολές που πάνω ψηλά
γράφουν: «Γεια. Είμαι μόνος.»
Και τις στέλνει χωρίς να βάζει παραλήπτη.
Το αγόρι θα ‘θελε να γράφει ποιήματα
και να μεγαλώνει.
Δεν μεγαλώνει εδώ και καιρό. 
Γράφει στην επιστολή πάνω ψηλά:
«Γεια. Είμαι μόνος.»
και την αφήνει στο συρτάρι.
Το αγόρι θα ‘θελε να γράφει ποιήματα
και να χωρέσει σε αυτά.
Δεν του αρέσει εκείνη η σακούλα που
λικνίζεται από τον αέρα σε αυτήν την απόλυτη ησυχία.
Δεν του αρέσουν τα ποιήματα και οι επιστολές
που γράφουν πάνω ψηλά: «Γεια. Είμαι μόνος».
Και οι ανέντιμοι Δημιουργοί που δεν υπάρχουν.
Δεν του αρέσει κανείς από σας
που διαβάζει αυτό
και δεν μιλά
και πατά like.