ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ










ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕ ΠΕΣ ΜΟΥ…(2012)




Πάρε με εσύ,
να μπω στους κόσμους του αγνώστου,
να περιπλανηθώ στο πάθος,
να γευτώ αυτό το Άλλο,
το χωρίς όνομα.


<>-<>


Αίθουσα αναμονής.
Ακούω ψιθυρίσματα από δίπλα.
Κάποιος μπορεί να κλαίει, δεν είμαι σίγουρη.

Βλέπω μια γλάστρα με λουλούδια στη γωνία.
Στους τοίχους πίνακες ζωγραφικής.
Μια διαφανής κουρτίνα, απρόσωπη.
Ένας μπλε καναπές.

Τίποτα το αξιοπρόσεχτο.

Εκτός απ’ το κουτί που είναι πάνω στο τραπέζι.
Κουτί με χαρτομάνδηλα.
Για τυχόν δάκρυα.
Για τυχόν αίματα.
Είναι ο προθάλαμος του Πόνου εδώ.


<>-<>


Τα δάχτυλά σου στις ουλές μου.
Και τώρα ξέρω:
Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.


<>-<>


Σου μιλώ.
Όλα είναι ήσυχα και σοβαρά στο χώρο.
Επιστημονικά.
Ψύχραιμα.
Προσεχτικά.
Με περισσή φροντίδα.

Μη σπάσουν ξαφνικά τα ράμματα
κι ανοίξουν οι ρωγμές.


<>-<>


Κυριακή απόγευμα
και ήρθε απότομα η θύελλα,
τόσο απότομα που
ούτε κιχ δεν πρόλαβα να πω.

«Εσύ πού είσαι;»
φώναζε η ψυχή μου,
«πού είσαι εσύ, πού είσαι;»

Αλλά εσύ ήσουν ήδη εδώ,
μαζί μου,
μ’ έκαιγες σιωπηλά.


<>-<>


Μου φτάνει που υπάρχεις.
Που μου δίνεις υλικό.

Μου λες πως είμαι διαταραγμένη,
αυτιστική και κυκλοθυμική,
άκαμπτη, διφυής,
πειθαναγκαστική...

Να ’ξερες μόνο πόση ηδονή
μου προκαλούν τα λόγια σου.


<>-<>


Ανησυχώ
τι καιρό θα κάνει τη Δευτέρα.
Θα φύγεις για ταξίδι και ανησυχώ.
Μην κινδυνέψει ένα κομμάτι
του κρυφού εαυτού μου
που είναι περασμένο μέσα σου.


<>-<>


Σήμερα, ωραίο πρωί,
νέα ηλιόλουστη μέρα.
Λέω να μείνω πάλι μέσα,
να παίξω με τις ψευδαισθήσεις
κι αργά το βράδυ
να μελαγχολήσω.


<>-<>


0 κόσμος έχει τρεις διαστάσεις
κι άλλη μία ο Χρόνος, τέσσερις.
Και μια ακόμα πέμπτη: Εσένα.
Και μια έκτη: το Πάθος.
Και μια έβδομη: την Ηδονή.
Και μια όγδοη: τη Φαντασία.
Και την ένατη, την Υποθετική
όπου όλες μαζί οι προηγούμενες
ενώνονται και υλοποιούνται.


<>-<>


θέλω,
όταν είμαι εκεί, κοντά σου,
να βρίσκομαι σε ισχυρή διέγερση.
No αποπνέει το σώμα μου
βαριές ερωτικές ουσίες,
να τις ρουφάς εσύ,
να ξεστρατίζεις,
να φτιάχνεις στο μυαλό σου
ερωτικές εικόνες,
να με ποθείς.


<>-<>


Τρέχει πάνω στο κορμί μου το νερό,
φεύγει ο ιδρώτας, τα δάκρυα, το αίμα.
Καθαρίζω την ελαττωματική μου μηχανή,
διώχνω τα βρόμικα λάδια της.


<>-<>


Σήμερα οι δρόμοι ήταν διαφορετικοί,
οι άνθρωποι είχαν μια νέα χροιά,
προσπάθησα
να τους κοιτάξω μες στα μάτια,
να καταλάβω
πώς γίνεται και βλέπω εγώ εικόνες,
σχέδια κινούμενα.

Περπάτησα ανάμεσα τους,
μπροστά μου εικόνες,
πίσω μου εικόνες,
μια απ’ αυτές με ρώτησε,
αν ξέρω κάποιο δρόμο,
δεν ήξερα,
δυο άλλες με σταμάτησαν,
«Νοσοκομείο των Παίδων»,
τους έδειξα.

Σήμερα για ένα παράξενο λόγο
οι εικόνες ήθελαν να μου μιλήσουν.

Ύστερα γύρισα στο σπίτι μου,
δεν ξεκαθάρισα,
αν βρέθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους ή σε εικόνες,
δεν μπόρεσα
να διακρίνω τη διαφορά,
δεν κατάλαβα,
αν ήμουν ολομόναχη στο δρόμο όλη αυτή την ώρα
ή αν μαζί μου περπατούσαν
πλάσματα ζωντανά, όπως εγώ.

Πρόκειται μάλλον
για μια αναπηρία ψυχική,
μια ελεφαντίαση διανοητική
που έχει εκτοπίσει
κάθε μου συναίσθημα.
Ποτέ δεν είχε τόσο θόρυβο το άδειο
Σφύζει από ζωή και κίνηση,
φαντάσματα, οράματα, σκιές,
λόγια, κραυγές και κλάματα,
η βρύση τρέχει,
κάποιος χτυπά κάτι με δύναμη,
μια φωνή παρακαλά.
Και αναστεναγμοί,
πολλοί αναστεναγμοί
παντού, σε όλα τα δωμάτια.

Πόσο όμορφο είναι τώρα
το άδειο σπίτι μου.


<>-<>


Εμείς οι λίγοι,
οι σκοτεινοί, οι αγέλαστοι
κι οι αποστερημένοι,
εμείς οι λίγοι,
οι εκλεκτοί της Διαφοράς,
σημαδεμένοι ανεξίτηλα κι αθέλητα
θα υπομείνουμε τις ευτυχίες σας
αδάκρυτοι,
απαθείς,
χαράζοντας σταυρούς κι αστέρια
πάνω στο κορμί μας.


<>-<>


Τι θα σου πω μεθαύριο που θα σε δω,
δεν ξέρω.
Για την αγάπη μου οπωσδήποτε δεν θα σου πω.
Λεν θα βγει απ’ τα χείλη μου λέξη,
δεν θα ξεχυθεί
αυτό το υπέροχο ποτάμι φωτιάς
και να το δω
να καταρρέει οδεύοντας προς εσένα,
να κατακρημνίζεται
διαλυμένο σε άπειρα κομμάτια,
να διασκορπίζεται
πάνω στο κρύο σου γραφείο,
τέφρα και κίσηρις
άνευ αξίας.


<>-<>


Θα παίξω με τις λέξεις,
με τις καταστάσεις,
με την πραγματικότητα.

Θα φτιάξω ωραίες θήκες τεχνητές
και θ’ ακουμπήσω εκεί
ία αισθήματά μου.
Θα το βλέπω,
θα νανουρίζομαι,
θα τους χαμογελώ.

Θα μπω εντελώς μέσα στην πλάνη μου.
Έτσι θα επιβιώσω.


<>-<>


Τι να τα κάνω
όλα τούτα τα άχρηστα αισθήματα,
ποιο σκουπιδότοπο να βρω
να τα πετάξω,
να τα ξεφορτωθώ.

Στα σταυροδρόμια κάθομαι
και το χαρίζω,
αλλά κανένας δεν τα θέλει,
κανένας δεν τους ρίχνει
ούτε μια ματιά,
άχρηστα αισθήματα,
αρρωστιάρικα.

Τι να τα κάνω
όλα τούτα τα αισθήματα
που φύτρωσαν σε χώμα σάπιο,
στρέφουν στον Ήλιο τα χλομά τους πέταλα
και διεκδικούν μερίδιο,
νομίζουν
πως είναι ίσα,
είναι όμοια,
έχουν τα ίδια δικαιώματα
μετά αισθήματα των άλλων,
το γερά ριζωμένα στη γη,
με τα άγρια χρώματά τους,
με τη ζωώδη ορμή τους,
σίγουρα αισθήματα
σαν σαρκοβόρα φυτά.

Τι να τα κάνω
όλα τούτα τα ασθενικά αισθήματα,
σε ποια χωματερή να τα πετάξω,
να ησυχάσω.


<>-<>


Αύγουστος
κι ερήμωσε η πόλη.
Τριγυρνώ σαν φάντασμα
μες στα ερείπια
ενός παρατημένου κόσμου.
Βουβή τριγυρνώ και μόνη,
ενώ εσύ,
ενώ εσείς,
ενώ εσύ...

Όχι,
δεν μπορώ να το προφέρω,
δεν μπορώ.  


<>-<>


Αυγουστιάτικο φεγγάρι,
πες μου,
πού είναι αυτός,
με ποιον, με ποιαν,
πες μου,
πότε ανεβαίνουν οι χυμοί στο αίμα του,
πότε ετοιμάζεται,
πες μου,
να ετοιμαστώ κι εγώ,
να διασταυρωθούμε
στη σκοτεινή εκείνη χώρα των ενστίκτων
και πάνω στο πανάρχαιο έδαφος των ηδονών
να έχουμε
ένα ταυτόχρονο σπασμό.


<>-<>


Σου λέω ψιθυριστά πως σ’ αγαπώ,
κρυφά, ψιθυριστά,
να μήν το ακούσει η λάμια μου στον ύπνο της
και εξαγριωθεί.


 <>-<>


Αγαπώ
σε λόγο υποθετικό του απραγματοποίητου,
αγαπώ
στη διάσταση του Αδύνατου.


<>-<>


Κι αυτό τι είναι
που με κάνει να ονειρεύομαι,
τι είναι
που με βυθίζει σε τέτοιους ρεμβασμούς,
που γλυκά με κατατρώει,
τι είναι αυτό,
αν έρωτας δεν είναι...

Πες μου, γιατρέ.


<>-<>


Μετρώ τις μέρες
-είναι θέμα ημερών,
θα ξυπνήσω ένα πρωί
κι όλα θα έχουν τελειώσει,
θα έχουν πάλι όλα πετρώσει,
θα έχουν απολιθωθεί.

θα είμαι ξανά ο ασφαλής εαυτός μου
χωρίς ανάγκη κανενός.


<>-<>


Σκέφτομαι τώρα
πως άλλο ένα ενδεχόμενο
παρέμεινε στην υποθετική διάστασή του,
δεν υλοποιήθηκε.

Θα προστεθεί κι αυτό
σ’ όλα εκείνα τα ενδεχόμενα
που έμειναν σκιές,
που δεν τους δόθηκε η χάρη
να γεννηθούν στον κόσμο μας.

Άλλη μια αποβολή,
άλλο ένα έμβρυο που ματαιώθηκε
και αποφεύχθηκε ίσως έτσι
μια τερατογένεση.


<>-<>


Αναρωτιέμαι,
άξιζες άραγε τόση αγάπη...