ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ












ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ (1997)



Ανάπαυλα μεσ' στο τραγούδι
των πουλιών και στο μουρμουρητό των δέντρων
Και ευφράνθηκε η στείρα η καρδιά
την νεκρική σιγή
που φέρνει ο νους τ' ανθρώπου. 



ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ


Τη φωνή σου δεν άκουσα ποτέ
τη φιγούρα σου γνώρισα
σε ένα παλιό άλμπουμ σε κάποιο
ερμάρι κλεισμένο
και γίνηκε η σκόνη χρυσόσκονη
και στόλισε δυο ωραία μαύρα μάτια.
Και πως τα θαύμασα τα δυο μαύρα
σου μάτια, τις λίμνες της ψυχής
γαληνεμένα μάτια.

Η σκιά σου, γλυκιά δασκάλα μιας
σκληρής εποχής
μεσ' στην ψυχή της νιότης του σήμερα
που με μια πένα καμώθηκε να γράψει
το όνομα σου σε ένα χαρτί.
Κι η καρδιά γεννοβόλησε μια φλόγα αγάπης
μνήμης σταθμό ή ποίησης δώρο.

Μια στάλα απ' το αίμα σου πήρα
και της ρίζας τ άσπρα σου γράμματα.
Για να αφήσω την σκέψη μετουσίωση ενός
λουλουδιού σε μια άσπρη πλάκα.
Σαν ένα αεροφύσημα μια μέρα του Νιόβρη
που πήρε τη σκέψη μου βόλτα σε ένα άδικο χαμό
σε σύντομο ταξίδι.

Πως της μοίρας καράβι μπαρκάρισες
για γλυκιά ουτοπία.
Σαν καλός ναυτικός απαρνήθηκες
ένα κομμάτι γη στη στεριά
για τη θάλασσα, σε ένα καράβι παράδεισο


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ


Τον δρόμο στη γη που με γέννησε να πάρω
να αφήσω τον πόνο, ανάσταση του ονείρου μου.
Θέλει η ψυχή να αρμενίσει στο πέλαγος της θύμησης,
τότε παιδί που αγνάντευα την θάλασσα.
Κοχύλια μάζευα σε λεύτερη αμμουδιά
κι αφουγκραζόμουν τις φωνές στα βράχια.
Θα ήτανε ήρωες που μούγκριζαν σαν τα θεριά
-προμήνυμα του τόπου- και μάχονταν στις Θερμοπύλες.

Εκεί σ' αυτή τη θάλασσα έσμιξε ο Άρης στ' ακρογιάλι
και γίνανε όλοι ένα, άντρες, παιδιά, γυναίκες
μια μορφή.
Παλεύανε τα κύματα κι όταν πια ο κάματος της πίκρας
κόπασε, καθίσανε στα βράχια
να στραγγίξει το αίμα τους.

Κομμάτια τα κορμιά στην αύρα του καλοκαιριού
κι όσοι απομείνανε να ψάχνουνε τη ζωή
που έφευγε σαν το πουλί στα ξένα
μαζεύανε τα δάκρια απ' τη γη και πίνανε νερό
της λησμονιάς.
Αποσπερίτη φως δε φάνηκε εκείνες τις μέρες.
Έτρεχαν όλοι για να βρουν ένα κομμάτι ουρανό
για να κρυφτούν, ένα κομμάτι γη να ξαποστάσουν
να δώσουνε στο κορμί φυγή
και στη ψυχή το γυρισμό, όνειρο ματωμένο.

Νησί της ομορφιάς, νησί τραγουδημένο
την Αφροδίτη έψαχναν μεσ' στις κορφές του
Ολύμπου και στις ακτές της θάλασσας
τη φώναζα να 'ρθει.
Νύχτα να τραγουδήσει τραγούδι τελευταίο
και να χαθεί σαν τις ψυχές που ανάδευαν στον Άδη. 



ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Πιόνι σε τρελό στρατό.
Στα χέρια όπλα και κραυγές
σε ώρες σιγαλιάς
σε πληγωμένες μέρες
φιλιώνουνται το άγνωστο.

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Ίσως πουλί που σπαρταρά στο μαύρο.
Εσύ γελάς, αυτό πονά, πεθαίνει.
Ο θάνατος κοινό ρολόι που χτυπά
και ξεμακραίνεις στα βήματα δειλός.

Μικρέ πολεμιστή κρυφές ελπίδες ψάχνεις.
Στο δίλημμα ταυτότητα και σίδερο.
Ανύποπτα στα περασμένα βλέπεις
απεγνωσμένους οδηγούς
φαντάσματα οι όμοιοι σου δείχνουν
εχθρούς της γης,
αυτούς που παίζουν φτιάχνοντας
μικρούς πολεμιστές. 

  

 1974


 Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.

Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ' όνειρο της λευτεριάς.

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.



ΑΡΜΟΝΙΑ

 Αν είναι το τραγούδι
της ζωής μικρό
θα τραγουδώ στιγμές
από ένα ποίημα.
Είναι η ζωή με λόγο
ερωτικό,
σκέψη, ειρμός
κρυφή μου ηλιαχτίδα 


  

ΑΓΑΠΗ


Αγάπη είναι το τραγούδι τ' αηδονιού
το δειλινό,
το απρόσμενο βλέμμα του προσώπου
είναι το χάδι της καρδιάς
και του χεριού το σκίρτημα.

Αγάπη είναι η άνοιξη που χαμογελά
στα παραθύρια,
είναι τα αναφλογισμένα νιάτα
στις δύσκολες μέρες,
στα χρόνια της πυρηνικής και του διωγμού.

Αγάπη είναι το μικρό παιδί που αναγέρνει τα μάτια
σα ζωγραφίζει της ψυχής, μαγεμένα αστέρια.
Είναι το δειλό κυκλάμινο με το βαρύ κεφάλι,
είναι θερμό χαμόγελο και ελεύθερη καρδιά. 



Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΟΥ


Το πρωινό που ανταμώνει ο ήλιος
στην κορφή των βράχων, τις ψυχές
αποθέτεις τα χέρια στη θάλασσα
σα χρωματίζεις μάτια
παραγάδια του σύμπαντος.

Παράξενη που είναι η θάλασσα
την ώρα που η ψυχή γεννά τον οίστρο.
Παράξενα πως μασουλά τον ύπνο
των γενναίων.
Να πιστεύεις στο παραμιλητό του κύματος
και στης χαράς τη στέρνα όλο να πνίγεσαι.
Και να διψάς την παράδοση του κορμιού
στα νερά που ξέπλυνε το πέλαγος,
στο τέλος της χώρας σου. 



ΕΙΡΩΝΕΙΑ


Ταξίδευες στον ίσκιο της ζωής
με την χαρά στην κωμική της φάση.
Μπροστά στην άπιαστη ευτυχία
λαμπρά τα αισθήματα
κι οι χειρονομίες.

Ονειρευόσουν γλυκά τον ήλιο
και χάριζες ολάκερο φεγγάρι
στον πρώτο σκλάβο της ζωής
σαν έπινες τις πρώτες πίκρες
σ' ένα ποτήρι αδειανό
κι αχρωμάτιστο.

Μικρές οι μπόρες της φετινής σου
Άνοιξης,
μικρές κι οι καταιγίδες.
Άπιαστες κι αυτές οι αβρόντητες
ελπίδες που μαζεύεις δειλά
απ' την πρωινή βροχή.



 ΑΛΛΑΓΕΣ


Μεταβολή τ' ανθρώπου το γλυκό ξημέρωμα
σαν πρωτοβγεί στο μύθο και κραυγάζει,
βαρύ το τίμημα,
στις σκέψεις λύγισμα ακολουθεί
κι όμως δε σκοτεινιάζει.
Στις λύπες κύματα μαίνονται
στο συναπάντημα χαράς
ήλιοι σαλεύουν.

Έρχονται μέρες ζοφερές
κι αργοκυλούν με δέος.
Να πως τρομάζουν ισχυρούς, φαταλιστές
γηραιούς.
Ένας ο ίσκιος αυτοσκοπός
παραμιλά στο δρόμο οπαδός
ιστορικής σελίδας προσιτής
στο κόσμο π' ανασαίνει.




ΑΠΛΗΣΤΙΑ


Πλούτο και δόξα στο κατώφλι της ζωής
ζητά να ξεδιψάσει
σαν το θεριό, που όλο πεινά
κι ο χορτασμός αργεί να φτάσει.

Πικρή ζωή,
άγριο παιχνίδι που αρχινά
χωρίς σκοπό.
Άχρωμη κόρη σθενικιά
δεν θα ξυπνήσει το πρωί
νύχτα στο παλατάκι.


  

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ


Δεν υπάρχουν λόγια να
γραφτούν στις σελίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια να
στολίσουν τη ζωή ή να πνίξουν
το θάνατο.
Δυο χέρια απλώνουν, μαζεύουν τον πόνο
κι εμείς τα σταυρώνουμε.

Να πάρουμε τ' άστρα,
κρυφά σα φωτίζουν τον δρόμο.
Καυτές συνείδησες στα στόματα μας.
Πιοτό το φεγγάρι σιγά σιγά μεθάμε
κι αλαλιασμένοι νοσταλγοί γινόμαστε.
Ειν’ το κατώφλι του σπιτιού
μακρύ κι ατέλειωτο.
Ας είναι η σκέψη μας γλυκιά
ήμερη ταξιδεύτρα.
Χρόνια μας πάει στις θάλασσες,
κάποτε βλέπει και στεριά. 



ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Μικρή φωτογραφία, κι εσύ στη μέση να κοιτάς
μικρός κι ανήμπορος
δίπλα σ' άλλες μικρές φωτογραφίες.
Θα πεις μια ιστορία
κι αν είσαι τυχερός κι αν πείσεις
θα πάρεις την τύχη στα χέρια
ν' αρπάξουν ήλιο κι αγάπη.

Μη μας κοιτάζεις, λύπες δεν είναι για μας
δάκρυ δε χύνουμε για μεγαλεία
έχουμε θάρρος να λέμε αστεία
και να γελάμε σαν τα παιδιά.

Δυο μάτια χρόνια ζητούν πολλά
λεπτά και ώρες στο κουτί
την σκέψη μου τρομάζουν.

Δεν είναι τα μάτια του μικρού παιδιού
στους υπονόμους και στα υποστατικά
θάλασσες μολυσμένες.
Δεν είναι δηλητήριο το χρώμα της αλήθειας.
Σφραγίζει η θλίψη το χαρτί
γίνεται το μελάνι δάκρυ
κι εσύ μικρή φιγούρα φεύγεις πια.
Η ματιά παραλείπει να πει
ότι οι άνθρωποι μένουν. 



ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Σκυφτός, μικρός συλλογισμένος μέσα στου δρόμου
τ' αδιέξοδα περνά.
Κρατά γερά το μέτωπο που ‘γινε σίδερο
και το βαραίνει.
Λίγα τα χρόνια, γέρικα χρόνια
όλα σα στάλες της βροχής
που γεύτηκε τις νύχτες του χειμώνα

Το δάκρυ στη στεριά δε φαίνεται
ο πόνος των μικρών μια θάλασσα δακρύων
Κλάμα, γέλιο στον ήλιο, ψυχρά θερμά αισθήματα.
Πνιγμένοι μεσ' το νέφος του αιώνα
ψάχνουν το τρένο της φυγής.

Μικρά παιδιά πεθαίνουν φίλε μου.
Εγώ, εσύ πως βολευτήκαμε ωραία!
Με θαλπωρή θα ζήσουμε στο χρήμα
με ψευδαισθήσεις βιώνουμε το ψέμα
Τα 'δαμε σήμερα, χτες τα διαβάσαμε
ήταν περίπου δυο χιλιάδες
στα μάτια τους ο θάνατος μια απειλή.

Εσύ, εγώ πως κοιμηθήκαμε μικρέ μου φίλε;
Μεσ' το βαθύ μας ύπνο ούτε ανασασμός.
Αυτά τα κλάματα στα χέρια των τρανών
αλίμονο οι αλυσίδες τους τα πόδια καίνε.
Εμάς δε μας τα δένουνε, οι αλαφροΐσκιωτοι
τα νήματα κρατάνε.  



ΙΣΤΟΡΙΑ


Να διψάς την ιστορία σου
σαν κραυγάζεις στο παρελθόν μη γίνει παρόν,
και το παρόν σου μέλλον.
Να σταματάς το χρόνο, γιατί γίνεται το λεπτό
μια ώρα και η ώρα μια ημέρα
και η ημέρα μια ζωή.
Ποτέ να ξέρεις δεν γυρνάς στο πρώτο το λεπτό.

Κάθε στιγμή να λαχταράς να γευτείς το ποτό
της γαλήνης.
Και το μεθύσι του Διόνυσου χαρά να την πιεις
κρυφά σαν θνητός.

Ξεχασμένε εσύ νιε, στα ντουλάπια του τρελού καιρού
του συρμού και της λήθης, του νοθευμένου κρασιού
και της γεύσης του ψεύτικου ονείρου.
Και αν το κυνήγι του ξεχασμένου λαγού στις μέρες
της πείνας σου άγριο και δειλό, να βλέπεις από
κάποιο παράθυρο την μοίρα να τρέχει.



  

ΜΕΤΑΒΑΣΗ (2009)




Να πιω το μεδούλι της ζωής,
να ιστορήσω
το μύθο και το πέρασμα
στο φως, στο σκότος, στο άνοιγμα της ψυχής
μέχρι που λέξη να μη μείνει μακρινή,
μέχρι που της ο κύκλος να αλλάξει. 




ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ


Ο χτύπος στον τοίχο με προσκαλεί
να κάνω τη σκέψη έρμαιο
τον χρόνου και της αγάπης
που δεν καθόρισαν θεοί μα άνθρωποι
άθλιοι και χαμένοι.

Όσο χτυπά ο δείκτης θα μου θυμίζει πως
τρέχουν να αρπαχτούν σ' αυτά που δε
φέρνει ο λογισμός...
γλυφά, απρόσιτα κομμάτια της ζωής
αιματηρά και πικραμένα.

Είναι αίνιγμα η πράξη;
Όπως ο έντονος χτύπος στον τοίχο,
ίσως σαν δεν την καθορίζει ο νους,
σαν δεν την κοιμίζει η αγάπη,
με τόσες ελπίδες σίγουρα δεν είναι γρίφος.
Θέατρο στημένο θάναι.
Γραμμένο
μέσα στη σύγχυση, μέσα στης αφροσύνης
τον παλμό... 



ΦΙΛΟΜΕΛΑ


Η χώρα μου μάτωσε.
Τα δάκρυα ξεχασμένες
σταγόνες σιωπής.
Μες την κρούστα της κίτρινης γης
σπέρνει ο θεός
λευτεριά.
Στον πυρήνα της θάβει
την Άθλια σκλαβιά του αιώνα.

Η χώρα μου μάτωσε.
Είναι πια μοιραία γυναίκα
με τα χέρια κομμένα
μα τα πόδια γερά.
Οι κραυγές, ήχοι σπαραχτικοί
χωρίς λέξεις.
Τι να ‘χει να πει;
Η χώρα μου μ’ αίμα
είναι πια μια Λαβίνια ή Φιλομέλα. 



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Σκυφτός γράφει μια ιστορία,
στίχο με στίχο τα αχνάρια της αλήθειας
να χαράξει
Όταν αποκοιμάται
πλάθει την καληνύχτα της ζωής,
ώσπου να ανταμώσει το πρωινό
τη συνείδηση να περπατά.
Σαν δεν τη χαιρετήσει με τα πρώτα
χτυπήματα,
τη συναντά ξανά στους δρόμους σαν κλαίει...
για μια σταγόνα παρηγοριάς,
να ξεδιψάσει.




ΖΩΗ


  
Α.

Κάθε στιγμή που η γη γυρνά
γράφω ένα ποίημα,
για να επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου,
να δικαιολογώ τη ζωή χωρίς εμένα ...


Β.

Σήμερα πεθαίνουν τα γιασεμιά,
τα πλήγωσε ο κρύος νοτιάς,
τα γύμνωσε ο έρωτας,
τα σπάραξε η αγάπη...


Γ.

Ναυαγοί είμαστε
σε νησάκια του κόσμου
πριν να ανασάνουμε
άνθρωποι,
πριν να χύσουμε αίμα αθώο
σε γη, θάλασσα,
ουρανό και φωτιά.


Δ.

Δε φταίτε εσείς
που δεν μπορώ να σας κοιτάξω.
Φταίω εγώ που έψαχνα τ' αστέρια,
μάταια...
σε τούτα τα τρία δωμάτια. 





ΠΟΛΙΤΕΙΑ


Άμορφη μάζα χιονιού
σηκώνεις τον ίσκιο σον.
Είσαι λάβα παλιού ηφαιστείου
που ξεχύνεται στους δρόμους
κι ό,τι αρπάζει δε μένει να λιώσει
να χαθεί...
Πού να γύρεις να ξαποστάσεις
μεσ’ τον αιώνα σου
ρευστή, ασχημάτιστη;

Ψαρεύουν ακόμα
στα παγερά τ’ ακρογιάλια,
κακολογούν την πνοή που σ’ ανασταίνει.
Όσοι σκοτώνουν με τα χέρια γυμνά
στις αμμουδιές γυρνούν, ξεπλένουν το
αίμα, το νόμο,
το όνομα της αλήθειας.
Πώς να ζήσεις, να αναπαυθείς
μέσα στον ήλιο σου με
τόση φωτιά; 



Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ


                                   Αναφορά στον Νίκο Καζαντζάκη

Δύο κορμιά απλωμένα σε ένα γαλάζιο πέπλο.
Πίνακας δοσμένος στο πρώτο, στο τελευταίο κύμα.
Ξεχασμένος σε εποχή που οι άνθρωποι
ξεκινήσανε τον παράδεισο,
μα χαθήκαν.

Ποιος παράδεισος σχηματίστηκε στο κορμί
στην ψυχή ή στην άβυσσο;
Είναι κάποια μονοπάτια που το φεγγάρι στάζει λίγο λίγο
τη θάλασσα,
πλημμυρίζει το σύμπαν.
Η νύχτα χωρίς αστέρια παραδίνει τους ίσκιους της
σε δρομάκια που το φεγγάρι δεν έχει φωτίσει.

Έχεις γράψει ποιητή αδικημένε πως
ο καθείς έχει πινέλα να ζωγραφίσει παράδεισο,
ο καθείς μπορεί να χωρέσει μέσα.
Θα ζωγραφίσω την κόλαση,
θα κλείσω την πόρτα.
Μήτε ζο μήτε άνθρωπος
να διαβεί, να περάσει.
Να γυρνά μοναχά τα στενά δρομάκια,
σαν το φεγγάρι ρίχνει τ’ άπλετο φως.



ΜΟΥΣΙΚΗ


Ένα φύλλο πρωί πρωί με χαιρέτησε.
Ήταν το σώμα τον ισχνό μα αγέρωχο.
Η αγάπη ακόμα μου <δείξε το δρόμο.
Ο άνεμος με βαρύφερνε ‘δω και ‘κει.
Χρυσές στιγμές τον Ντεπουσσί,
πρωί πρωί οι νότες...

  


ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


Τα μεσημέρια ο ήλιος ξεχνά την οργή τον.
Καλεί τον άνθρωπο μες το βαθύ ύπνο της μέρας
να τον θυμίσει τις πύρινες σκέψεις τον τέλους
και της σιωπής.

Κι ύστερα... Ύστερα ανυψώνει ο καθείς τα μάτια,
καίγεται με την πρώτη φλόγα
της εποχής... Πεθαίνει η φύση στον κόρφο της άνοιξης,
αναμένει ο άνθρωπος στη φωτιά
ως το τέλος τ’ Αυγούστου,
μέχρι να ανταμώσει τις πρώτες βροχές,
να ξεδιψάσει η γη...


   

ΦΥΓΑΣ


Είσαι κρυμμένος στην τελευταία
γωνιά του δρόμου.
Ο φόβος κυρίαρχος σε πνίγει.
Χαιρέτα τον άνεμο, σε προσπερνά.
Χαιρέτα την κυρία με το ψηλό καπέλο.
Σε ακολουθά κυρίως τις νύχτες,
σου θυμίζει τη γέννηση σου




ΑΝΑΒΡΑΣΜΟΣ


Θα πάρω την πένα και το χαρτί
να ζωγραφίσω τις λέξεις
στην κάννη των αναμνήσεων.
Μα τα άνθη τριγύρω δεν έχουν
χρώματα
μήτε κάνιστρο λέξεων να σωθεί η ψυχή.
Αναφλέγεται στο ειδώλιο με το τζίτζικα
στη μηλιά που είναι στον οίστρο του.

Θα βγω στο μπαλκόνι
να έρθει η ψυχή στο τείχος της ποίησης,
μες στον ανασασμό της μέρας
σαν λοξεύει την ύπαρξή μας.




ΠΟΙΗΣΗ


Είσαι η φλόγα μιας στιγμής.
Αυτή η φλόγα που ταξιδεύει τη σκέψη,
καίει τη θλίψη.
Αυτή που ζεσταίνει τα σύννεφα
στο γαλάζιο ουρανό,
να γεννήσει βροχή,
να δροσίσει τη γη,
να ομορφύνει τη θάλασσα.



ΜΑΤΑΙΑ …


Αλαφιασμένο το κύμα χτυπά
στο μέτωπο
μια και δύο και τρεις αγαπημένες φορές,
αγγίζει χιλιάδες στιγμές από τ' άτρωτο παρελθόν.
Ποιο παρελθόν;
Αυτό που ονομάζεις παρόν και σαν φάντασμα
πια γυρνά τις νύχτες και σε στοιχειώνει.

Ακόμα μιλάς για νεράιδες της ζωής
σαν βυθίζεσαι εκεί που σταμάτησε ο χρόνος να
καρτερεί,
το διωγμό, τη λύτρωση, την ελπίδα...
Την ελπίδα;
Μάθε πως δεν τη γεννά γυναίκα.
Άντρας την κουβαλεί στον κόρφο του.
Σαν την αποτινάξει δε,
τρέχουν οι μοίρες και του δένουν τα μάτια.
Χωρίς το βλέμμα του καρφωμένο πια
στο πρώτο νυστέρι του φόβου,
τραβά το δρόμο του γυρισμού
κι ασύλληπτος πια
Την αγάπη σκλαβώνει στα πέρατα του Άδη.

Να μάθεις να ταξιδεύεις χωρίς να γυρνάς Ορφέας
στο πάθος και στην όψη του έρωτα. 


  

ΕΡΩΤΙΚΑ




Α.

Μην είδατε πού πήγαινε η αγάπη,
όταν ξυπνούσαμε;
Ήταν κρυμμένη κάτω απ’ τα μάτια μας
ώσπου να την καλέσει πάλι ο αυγερινός.


Γ.

Τις στιγμές που κοιμάσαι
ονειρεύομαι
τη λεβάντα, το γιασεμί και τ’ άρωμα
της αγάπης.


Ε.

Τα μάτια σον δρόμος, για να περάσω
στην άλλη άκρη τ' ουρανού,
χωρίς επιστροφή
με τον έρωτα συντροφιά,
με την ποίηση να γυρνά αδίστακτη.
Χίλιες λέξεις, αν είναι να με ανταμώσουν
στο απέραντο της ψυχής, ταξίδεψα...



Ζ.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Τόσες φορές χαμένοι
τη σκιά μιας λέξης.
Φλέρταραν τη σιγή μήπως μιλήσει
ο έρωτας.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Αυτός έμαθε να αγαπά...
και εκείνη;
Εκείνη κρατάει τον έρωτα
μην της ξεφύγει,
ο χρόνος δεν είναι πιοτό
να μεθύσει.
Πάει καιρός που έψαχνε στην ψυχή του
ελπίδα και απόγνωση. 





Κ.

Ήταν θυμάμαι μια μέρα αλλιώτικη
καθώς περπατούσες με τους ώμους γυρτούς
και τα μάτια χαμηλωμένα στην σκέψη.
Ήσουν ωραίος.
Έτσι απλά σ' αγάπησα,
στη ζέστα του μικρού καφέ
με τον Ντα Βίντσι στον τοίχο,
τον καφέ, και το γλυκό που μοιραστήκαμε.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα...




Λ.

Χάθηκα μέσ’  το γαλάζιο.
Νόμιζα ήταν θάλασσα, ή τ’ άπλετο φως
τον ήλιου.
Ήταν όμως τα μάτια σου...
καράβι της ψυχής, για να σαλπάρω. 


  

Μ.

Θα ρωτώ γιατί... μιλά η ψυχή στον άνεμο.
Θα ρωτώ ποια είμαι και ποιος είσαι
και πώς μ’ έφερες γλυκά στον ίσκιο σου
να συλλαβίζω λέξεις.



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Με τα μάτια στραμμένα σε ‘σένα και ‘μένα
πήρα το δρόμο τον χωρισμού.
Ό,τι ονειρεύτηκα
μένει σε τούτο τ' άσπρο χαρτί.
Ό,τι γύρεψα στης ζωής τον
πολύστιχο μύθο βάλλεται
με σημάδια, μηνύματα...
Δεν είπες πως αν δε
γνωρίζει κανείς τι θα ειπεί θάνατος
δεν πεθαίνει ποτές;

Σαν λαλήσει ο χρόνος τρεις φορές
πλένεται ο νους φως και σκοτάδι.
Πώς να βρω τον νήματος άκρη;
Θησέας δεν τάχθηκα στην Κνωσό.




ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ, 2015



ΣΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Στα απογεύματα της σιωπής
ακούγονται μόνο τα φύλλα
σαν ψιθυρίζουν ύμνους στον ήλιο
και κανένα παιδί σαν παίζει στο δρόμο
με τις ελπίδες του αύριο να χτυπούν
σαν μπάλες στου τοίχους της γειτονιάς.
Ο μονότονος θόρυβος δεν ξυπνά
τον βαθύ ύπνο… ίσως μια καμπάνα
που χτυπά χαρμόσυνα και το γάβγισμα
των σκυλιών που αγανάκτησαν.

Στα απογεύματα της σιωπής
απλώνουν τα ρούχα τους οι γυναίκες,
να στεγνώσουν μαζί με τα υγρά όνειρα
σαν ξεφεύγουν λόγω ζέστης κι ανάπαυσης.
Ένα ένα σαν εξατμίζονται στις απλώστρες
γυρνούν σαν σύννεφα μέχρι να ‘ρθουν
οι πρώτες βροχές να τα παρασύρουν
στο λιμάνι της θύμησης μέχρι να ξεψυχήσουν.
Μονάχα τα νιάτα απέναντι στο λευκό σπίτι
φτιάχνουν νότες, γελούν κι ανασαίνουν την ποίηση.

                        ,


ΓΡΆΦΩ…


Μετουσιώνω τις σκέψεις
σε λέξεις, στίχους, στροφές
σαν με γυρνάνε σε κάθε στιγμή
που αγάπησα και θέλω παράφορα
να χαράξω σ’ άσπρο χαρτί.
Να το πονέσω με μια πένα
που ταξιδεύει και με εκδικείται
σαν αμείλικτα ο οίστρος αστροπελέκια ρίχνει
στου κόσμου τις άδειες γραμμές.




Η ΠΕΡΙΣΤΈΡΑ


Αδίστακτα σας δηλώνω,
μια περιστέρα δεν είναι αρκετή
την ειρήνη να φέρει.
Άστε την σ’ ένα κλουβί
με την πόρτα ανοιχτή.
Η ελευθερία ευθύνη θέλει.
Ίσως σαν τα φτερά της ανοίξει
γίνει κοράκι και σας στοιχειώσει.




Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ


Ο άνεμος φέρει μια επανάσταση.
Δίχως να εγκλωβίσει σκέψεις και λέξεις
τις ρίχνει στην θάλασσα σαν καράβια.
Τα ταξίδια είναι για τους γενναίους.
Σαν η βουή τρυπάει τη σιωπή
οι θνητοί μεταγγίζονται πότε το θείο
πότε μια στάλα αλμύρας κι επιπλέουν.
Όσοι δεν αφουγκράζονται και στοχάζονται
τον βυθό, γκρεμίζονται πάνω στα βράχια.
Όσοι λάγνα και σιωπηλά ονειρεύονται
αγναντεύουν καρτερικά, σαν τον Αιγέα,
μάταια τα τερτίπια του χρόνου, της λησμονιάς.




ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Κάθε χρόνο, ίδια μέρα
η προσμονή για τ’ ασύλληπτο,
αλλά και πάλι μια σύλληψη
αναμένουμε να μοιραστούμε αγάπη
κατά επανάληψη, για να μην ξεχνούμε,
να μην παραβλέπουμε μήτε το φως,
μήτε το σκότος που μας γεννά.
Η μνημοσύνη φοράει αστέρια,
στο μέτωπο χαραγμένη μια φάτνη,
στα πόδια σμύρνα, χρυσός και λίβανος.




ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Το καλοκαίρι μοιάζει με κύμα της θάλασσας
ανταμώνει τις ψυχές που αγαπιούνται,
γίνεται αφρός και τις παρασύρει στην αμμουδιά,
σμίγει μαζί τους στην άμμο για να μην ξεχάσουν
πως αν το ταξίδι ξεκίνησαν μόνες
η θάλασσα τις ενώνει για πάντα
δίχως να σβήσουν τα κύματα τα πρώτα σημάδια.





ΒΡΟΧΗ


Οι στάλες της βροχής
σαν νότες ηχηρές
αφέθηκαν στον άνεμο
σχημάτισαν τραγούδια
για μένα, για σένα,
για την αγάπη.




ΝΥΧΤΑ                                             


Πώς να μεγαλουργήσεις μια τέτοια νύχτα;
Ατέλειωτος ουρανός κι ένα φεγγάρι μια
θάλασσα αστείρευτη να σαλπάρεις.
Μια νύχτα πεμπτουσίας ακόμα και το φεγγάρι
έχει τον στίχο αγκαλιά και ερωτεύεται.

Κρίμα, δεν μεταδίδονται χρώματα λεκτικά.
Ήχοι ασύλληπτοι χάνονται γύρω σου σαν σκιές.
Η ποίηση σφίγγει σαν θηλιά
ως που να πάρεις ανάσα.
Οι λευκές αναμνήσεις της γης
δεν έχουν πρόσταγμα να κρυφτούν,
να γεννηθεί ο κόσμος... η ζωή θέλει πρώτα θάνατο.

Πλάθονται μόνο σκέψεις με τον οίστρο αμείλικτα
να πλανιέται κυνηγημένος, έκθαμβος.
Η αγάπη μιας λέξης δεν έχει ουσία
αν δεν την κάνεις στίχο, στροφή, ποίημα,
αν δεν ασπαστείς το τελευταίο άκουσμα
της μουσικής ενός σύμπαντος που ακόμα
δεν αγαπήσαμε ώστε να αφουγκραστούμε.

Περιμένεις ένα απρόσμενο φίλημα στο μεταίχμιο
της αρχής και του τέλους δίχως ακόμα να αντιληφθείς
πως κινείσαι ανείπωτα σ’ ένα κύκλο σαν την σελήνη
σ’ απρόσμενη δίνη, σε ένα χορευτικό.

Η ποίηση είναι χορός ...
Αν δεν ξέρεις να στροβιλίζεσαι σε ένα ταγκό
αποκάλεσε το φεγγάρι σελήνη.
Είναι ένας τρόπος να γεννηθεί ο έρωτας
σαν οι λέξεις νιογέννητοι  ζωγράφοι
ασημοβάφουν ψυχές στον αστερισμό της ζωής.

Στο σεληνόφως η προσμονή μέχρι να γίνει ο στίχος
αερικό στη ψυχή να σε ταξιδέψει είναι μοιραία.
Αγγίζει τους στοχασμούς που κρύβουν
απρόσμενα οι ψυχές όταν ελπίζουν,
όταν οι ποιητές λογοφέρνουν τ’ όνειρο,
όταν λογοδοτούν ακόμα και οι πέτρες σαν
ψιθυρίζουν ... μυστικούς στίχους, ηφαιστειακούς.               





ΑΝΕΚΔΟΤΑ


 

Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ



Η ζωή πλάθει μνήμες και τις κάνει
καράβια με κατάρτια ψηλά,
να αρμενίσουν στο πέλαγος οι σκέψεις
πότε με ήλιο και πότε με σκοτάδι.
Κι αν άγκυρα ρίξουν σε κάποιο νησί,
η ανάπαυλα το χρέος πιο δυνατό
το φτιάχνει με αλμυρό νερό και μπλε
του ουρανού αισθήσεις, ποιήσεις.
Η λήθη σώματα και ψυχές θάβει
βαθιά στα σωθικά της σαν χέρσα γης. Αθηνά
Καλή βδομάδα να έχουμε σαν καράβια με
κατάρτια ψηλά…

            


Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ


Ο άνεμος φέρει μια επανάσταση.
Δίχως να εγκλωβίσει σκέψεις και λέξεις
τις ρίχνει στην θάλασσα σαν καράβια.
Τα ταξίδια είναι για τους γενναίους.
Σαν η βουή τρυπάει τη σιωπή
οι θνητοί μεταγγίζονται πότε το θείο
πότε μια στάλα αλμύρας κι επιπλέουν.
Όσοι δεν αφουγκράζονται και στοχάζονται
τον βυθό, γκρεμίζονται πάνω στα βράχια.
Όσοι λάγνα και σιωπηλά ονειρεύονται
αγναντεύουν καρτερικά, σαν τον Αιγέα,
μάταια τα τερτίπια του χρόνου, της λησμονιάς.


 


ΚΥΡΙΑΚΗ…


Πως κρύφτηκε αυτή η μέρα μέσα στα σύννεφα;
Την ψάχνω μέσα στο γκρίζο χαράκωμα τ’ ουρανού.
Και η σιωπή, με το λιτό φόρεμα και τα μαλλιά
ανάκατα σαν παιδούλα δεν χαιρέτησε ακόμα τον κόσμο,
δεν άγγιξε ακόμα το χώμα νοσταλγικά,
δεν χάραξε δρόμο στη σκέψη.
Μεσουρανεί παρά τις χθεσινές βροχές
και την λαίλαπα του Σαββάτου.
Τουλάχιστον οι καμπάνες πρωί πρωί,
της πόλης ο θόρυβος και ότι αναμένουμε
μια τέτοια μέρα φέρουν και αυτά
μια απάντηση σε ότι μας αφορά


          


ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ…


Είναι που κάθε πρωί φως και δροσιά
θυμίζουν χρόνια π’ αυτό το νησί
χόρτανε με φιλότιμο μέχρι τα μεσημέρια.
Τα παιδιά με τις τρύπιες τσέπες
μάζευαν άγραφα όνειρα
κι έπαιζαν βόλους στις αυλές
με το γιασεμί και το τριαντάφυλλο.

Είναι που η μέρα σαν γεννηθεί
σε ταξιδεύει καρτερικά σ ’εποχές
που ίσως φέρουν μαζί τους
την κάθαρση κι ένα τσουβάλι αγάπη,
να την μοιράσει ο άνεμος σαν θεός
στα χωράφια, να βλαστήσει το δίκιο,
να απλώσει κλωνάρια μέχρι τον ουρανό.

Είναι που η δύση και η ανατολή
σέρνουν μαζί τους ζωή μα και θάνατο,
για να μην ξεχάσει ο άνθρωπος
πως το ταξίδι είναι σύντομο,
για να μην εγκλωβίσει τον χρόνο
μέσα στα χέρια από φόβο μην του ξεφύγει,
από τρόμο μην χάσει το σύμπαν του.





ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ


Το πρωινό του Σαββάτου φέρνει
μαζί του την μυρωδιά του καφέ,
το φως της γαλήνης με το λάλημα των πουλιών
κι ένα αεράκι απρόσμενο σαν στίχο
που γεννιέται κι οδεύει πρωτόγνωρα
στο πλατύ μονοπάτι της σκέψης.
Κάθε άκουσμα γίνεται ποίηση.
Ηχεί σαν τραγούδι με λέξεις
που αφήσαμε να ωριμάσουν
μέσα στον ύπνο μας σιωπηλά
κι ενδόμυχα πριν το χάραμα.

         


ΦΩΣ


Την ώρα που το φεγγάρι υμνούσε τον άνθρωπο
εμείς δειλά σκεπάσαμε το φως, μη μας τυφλώσει.
Έτσι απλά αφανίσαμε τον ήλιο,
αφού δεν ξέραμε τους νόμους,
τι είναι μέρα και τι νύχτα ...




ΖΩΗ


Ρέεις σαν νερό
στις φλέβες της γης,
Ζωή, σαν σ’ ανασταίνει
τ’ όνειρο κι η αλήθεια.
Κι ας απορούν πως εισχωρείς
στην πέτρα, στ’ άδυτο της ψυχής
σαν φως, σαν προσταγή.


         

ΣΕ ΟΝΟΜΑΖΑΝ ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ            



Σε ονόμαζαν κυκλάμινο κάθε στιγμή
που ο αέρας σ’ έσπρωχνε κάτω στη γη.
Αν η ομορφιά σου άγγιζε το πιο ψηλό βουνό
λίγοι την έβλεπαν νεράιδο-ντυμένη
κι ασύλληπτη μέσα στο φεγγαρόφωτο.

Σε ονόμαζαν κυκλάμινο την ώρα που η Άνοιξη
στο κατώφλι της άρπαζε των παιδιών την ανάσα
κι έφτιαχνε τις ψυχές που γυρνούν δειλά μεσ’ στον χρόνο
ψάχνοντας τα κομμάτια τους πριν τα σκορπίσει ο άνεμος.

Σε ονόμαζαν κυκλάμινο για να σε αγαπήσουν
σαν σύμβολο φυγής, μα εσύ λουλούδι ποτισμένο
με στάλες της βροχής καρτερικά υπομονή ευωδίαζες
κι όσοι θνητοί το σχήμα σου μεσ’ στην ψυχή χρωμάτισαν
καταμεσής γονάτισαν στο πέρασμα της αγάπης.

                  


ΑΤΙΤΛΑ




Τα σύννεφα πήραν το σχήμα της
γης κι ο ουρανός χορτάριασε,
μονάχα για να βαδίσουν ξανά μαζί
η ελπίδα, η σύνεση και ο έρωτας
ανάμεσα στα λούλουδα της αγάπης.


***


Σαν η σκέψη τ’ ανθρώπου
ρέει με τα κύματα τ’ ουρανού,
συλλογιέται ο ήλιος
άγκυρα ρίχνει στην θάλασσα
και γεννιέται ο κόσμος…


***

Την ίριδα του πρωινού
την νιώθουν όσοι χρώματα
στους ίσκιους ανταμώνουν.
Τον φόβο έρωτα κερνούν
και την ψυχή ανθοφορούν
με άσπρα γιασεμιά.
Την ίριδα του πρωινού
την νιώθουν οι λιτές μορφές
ανάμεσα στα σύννεφα,
στα βότσαλα της γης.
Τραγούδια κάνουν την ζωή
και την νυχτιά
ξημέρωμα στο άσπρο λυκαυγές


***

Ηχοχρώματα και ίσκιοι ανάλαφροι
τα βήματα της νιότης σαν θέριεψαν
στα μάτια σου, κάτοπτρα στραμμένα
ανάμεσα σ’ ένα ήλιο κι ένα φεγγάρι.
Άδραξες το χρόνο μες την σιγή για

μια στιγμή που ανάστησε την Αγάπη.