ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ







μυθική μέρα  (2014)



ΑΙΘΟΥΣΕΣ



Τα πρωινά,
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι,
όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου,
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ
νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο
να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου.

Ένα χρυσόψαρο λάμπει
στο στομάχι σου,
το πελώριο παγόβουνο που πλέει
προς το Βορρά
αλλά δε λιώνει,
δε λιώνει
η αναπνοή σου,
από την ανυπομονησία
σε μια στριφογυριστή σκάλα.

Ο ελεύθερος χρόνος
αστείο για ανιστόρητους, σκέφτεσαι
βγαίνοντας βιαστικά έξω
ενώ το φεγγάρι
τρυπάει την κοιλιά του,
πιάνει κουβέντα με την τρελή γιαγιά σου
που περνάει τον καιρό της
σε κάποιο ίδρυμα
βλέποντας νοικιασμένες ταινίες.



ΟΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΣ


Θα στείλω τις λέξεις μου
στην κατασκήνωση
ένα καλοκαίρι,
ντυμένες μ' άσπρα ρούχα
να ξεσηκώσουν
όσους πρόωρα γερνούν.
Θα τους κρατούν
παρέα τα μεσάνυχτα
κι εκείνοι έκπληκτοι
θα τις κοιτούν
να λεν χορεύοντας
τα ακονισμένα τους τραγούδια.



ΑΧΤΙΔΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ


Τα πράγματα είναι στη θέση τους
Η άκρη του νιπτήρα,
τα πόδια στο οβάλ τραπέζι,
το λευκό άδειο φλιτζάνι.
Ψυχές δεν τριγυρίζουν
τ’ όνομά μου,
η ζωή από απόσταση γυρίζει.

Στον κήπο
χιόνι απάτητο.
Μια αχτίδα έχει φυτρώσει στον πάγο.

Αν ήμουν κάποια άλλη
θ' άλλαζα
τα παπούτσια μου,
το σπασμένο χερούλι του απογεύματος,
τις σακούλες κάτω από τα μάτια της πόλης.
Αν ήμουν κάποια άλλη
Θ' ακολουθούσα το δρόμο μέσα στο ποίημα
της σελίδας 125
αργά τη νύχτα

Μα όποια κι αν είμαι
Δεν με πιστεύουν πια 



ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ


Σε βλέπω στον ύπνο μου

είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο

και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ’90
που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι-

Θηρίο της αποκάλυψης-
αν έγραφα το ποίημα
απόψε-

θα είχες
κάτι από την αύρα
των ψυγείων

στα μαλλιά σου



ΡΟΖ ΑΣΒΕΣΤΗΣ


Τις μέρες που
ένα γκρίζο πουλί
στέκεται δίπλα στα φύκια
με το ράμφος τεντωμένο,
κάνεις νοερούς κύκλους δερβίση
γύρω απ' το ίδιο σημείο.

Ένα ζεστό κι υγρό απόγευμα
σε φως ξέπνοο
η μνήμη,
ένα ανοίκειο σώμα
σε άγνωστη χιλιετία,
ρίχνει πασιέντζες
πάνω στο χάρτινο κιβώτιο
του πατρικού σου σπιτιού.



ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ


Νωρίς το πρωί
θα βρω
τα χέρια και τα πόδια μου,
το δρόμο της επιστροφής,
τη μάνα σε απόγνωση
να κρατάει την τύχη μου
σε μια ξύλινη κορνίζα

δίπλα μια χούφτα κάρβουνα
στο τζάκι
να σβήνουν
τους θορύβους της μέρας
και τις μεταμορφώσεις
για τις οποίες είναι
φτιαγμένο-

- αν όχι σήμερα,
αύριο,
του χρόνου –

αυτό που ξεπερνάει
τις δυνάμεις μου.