ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΥΝΑΓΙΑ






ΜΕΣΙΣΤΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ (2012)



ΜΕΣΙΣΤΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ


ΠΑΙΔΙΚΟ


Παιδί πετάει στις κάμαρες
με κόκκινο μπαλόνι.
Και με τον φύλακα άγγελο
παίζει τρελά παιχνίδια.
Μετράει τον χρόνο σιωπηλά
με άνεμους και με φρούτα.

Αγιόκλημα και αγιασμός
και
Απουσία θανάτου.




ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ


Των ωρών τις οξείες γωνίες
φοβάμαι.

Δώδεκα παρά πέντε,
δώδεκα και πέντε.

Εγχειρίδια τέλεια,
ατέρμονη συνωμοσία
σε κυκλικό παιχνίδι.





ΑΦΙΕΡΩΜΑ


Για τις γυναίκες που φύτευαν
τη θλίψη τους
σε φθινοπωρινές αυλές:
ροδοδάφνες με φύλλα πικρά
για κάθε απώλεια.

Ξέχασαν το όνομά τους
μέσα σε κάμαρες, και
θήλασαν γκρίζες ημέρες.

Για τις καλώς αθλήσασες
και μη στεφανωθείσες.



Ο ΑΓΡΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΑΡΓΥΡΙΩΝ


Αυτόν τον αγρό
των τριάκοντα αργυρίων
πολύ αγάπησε.

Με φόρεμα λευκό και
τα σύμβολα της υποταγής στα χέρια
άνθη με χρώματα ιαματικά φύτεψε:

το κόκκινο της πλησμονής με περισσή φειδώ
μα το γκρενά της μοναξιάς πολύ
λιγάκι κίτρινο, εδώ κι εκεί,
για τις ημέρες των κορυδαλλών.

Τις νύχτες
ερπετά σκότωναν
τούς μικρούς της αγγέλους.

Χωρίς πρόσωπο τη μνήμη
τού κορμιού βαθιά έθαψε,
θυσία αλαζονική στον Μύθο.



ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΝΤΙΑ


Την καρδιά της
με κόκκινα γάντια κρατά.
Πειστική παραλλαγή
σε στιγμές τεντωμένες.
Ισορροπεί ανάμεσα
σε βλέμματα ασώματα.

Την καρδιά της
με κόκκινα γάντια κρατά.

Πρόσχημα υπερηφάνειας πικρής.




ΑΝΑΠΗΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Συντηρητής λέξεων.
Συγκομιδή ημερών.
Χαμένα γράμματα και συλλαβές.
Ανάπηρες περιμένουν αποκατάσταση.

Μια τυφλή γάτα γνωρίζει
την ισορροπία των νοημάτων.
Τις νύχτες με γλυτώνεις
από τον φθόνο της.
Στα νύχια της με σπρώχνεις την ημέρα.

  

  

ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ




Άκρη
Πόσο αντέχει ο θεός σου
Στην άκρη του γκρεμού,
μαχαίρι η ήμερα.
Πες μου, πόσο αντέχει;



ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ


Πάσχιζε να ανθίσει
κάτω από κωνοφόρα.
Την ήμερα τον άνεμο φυλάκιζε
μέσα στο σώμα -και
πορευόταν με τους μικρούς της μύθους.
Το βράδυ λαμπάδα άναβε
στο μισό πρόσωπο Εκείνου.
Λευτέρωνε τον άνεμο —καί
κρυμμένη στα σκοτάδια περίμενε.

Πάσχιζε να ανθίσει
κάτω από κωνοφόρα.
Με πείσμα κατάφερε:
ένα λουλούδι άνθισε,
μετά από χρόνια.





Η ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΝΗ


Το ραδιόφωνο με τις λυχνίες
σταμάτησε να παίζει μουσική,
όταν τα κορίτσια άφησαν το σπίτι.

(Οι γονείς τα απογεύματα
διαβάζουν ήσυχα την εφημερίδα)

Πρώτη έφυγε η μεγάλη,
έπειτα η μικρή Ελένη,
έβαλε τό φόρεμα με τους ήλιους και πέταξε.

(Το κόκκινο της αζαλέας
εισβάλλει ορμητικό τα πρωινά από τις γρίλιες)

Το ραδιόφωνο με τις λυχνίες,
σε ράφι παλαιοπωλείου σκονισμένο,
περιμένει.



ΧΩΡΙΣΜΟΣ


Ζύγισαν τα βλέμματά τους
και σιωπηλά μοιράσαν τους θεούς.
Κλείδωσαν τη μνήμη
στην τιμή της ημέρας.
Και βγήκαν κολυμπώντας
σε διαφορετικές ακτές.
Με τους δραπέτες των κάδρων συντροφιά
και φίλους λιγοστούς.




ΜΗ ΧΤΥΠΑΤΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ


Μη χτυπάτε την πόρτα.
Μετακομίσαμε σε άλλες εποχές.
Τακτοποιήσαμε τα χρέη μας.
«Τα δούναι» οργάνων, όπως η καρδιά.
Για «τά λαβείν» ούτε λόγος.
Πακετάραμε με επιμέλεια τις στιγμές.
Μένει σε εκκρεμότητα το κιβώτιο της μνήμης.
Οι επιστολές γραμμένες με σαφήνεια στους τοίχους.

Ίσως,
αργότερα,
οι επόμενοι ενοικιαστές σάς ανοίξουν.



ΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ 


Κάθε βράδυ, βάζω στοργικά
τις λέξεις μου να κοιμηθούν:
Χρόνος, Μνήμη, Αφοσίωση, Φόβος.
Το πρωί ξυπνούμε πάντα την ίδια ώρα.

Πιστές, επίμονες, και έτοιμες
να συντροφεύσουν την ημέρα μου.



ΑΠΟΦΑΣΗ

 Σπασμένος καθρέφτης τα μάτια σου:
αντανάκλαση πολλών ειδώλων.

Είπα να φύγω.



ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ


«Έλεος»
φώναξε με τα μάτια.
Όμως
ο θύτης μιλούσε άλλη γλώσσα.




ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ (2015)


 

ΕΝΥΠΝΙΟ


Ακροβασία
ανάμεσα σε μνήμη και εικόνα.
Πλάσματα του τίποτε
αθύρματα τυχαία της φθοράς.



ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΕ ΤΑ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΑ


μνήμη Ανέστη Ευάγγελου

Απ’ το σεντούκι
έβγαζε κάθε μέρα τόσο Χρόνο
όσο χρειαζόταν η Ανάγκη.

Φτερούγισμα πουλιού τα πρωινά
η Άνοιξη τυφλή.
Στο δάσος με τα χρονόμετρα
χωρίς δροσιά
και έξω αεράκι.

Πόσο είχε γεράσει
μετά τον τελευταίο
όβολό.




ΖΗΤΙΑΝΕΥΑ ΛΕΞΕΙΣ


                στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Μη μου μιλήσεις πάλι
για το καράβι.
Κάιρο το πάλευα
στης θάλασσας την άκρη.
Κατάρτια κι άλμπουρα
κι έναν εξάντα στ’ όνειρο.

Το ξέχασα στο κύμα
γιατί λέξεις ζητιάνευα.

Λέξεις που πιάνουν πάτο στα βαθιά
με οδύνη πληρωμένες.



ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΠΑΙΖΟΥΜΕ


Τοποθετήσαμε τα πιόνια στη σειρά.
Φορούσαμε ακόμη τα γαμήλια ρούχα.
Εξάλλου, για την αγάπη παίζουμε

ίσως και μέχρι το τέλος.

Τη βασίλισσα
όμορφη και εύπιστη
στο αφύλακτο κάστρο τοποθετώ.

Με στρατηγική ασάφειας
τα δικά σου πιόνια κινείς.
Κι έτσι τελειώνεις το παιχνίδι

αιφνίδια.

Εγώ ακόμη παίζω
και συχνά συναντώ
τη χοντρή βασίλισσά σου στους δρόμους.



ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ


Αφαιρούν συλλαβές και προσδοκίες
από τα ονόματα τους
και
έτσι ανάπηρες παρακολουθούν
τηλεοπτικά μαθήματα μαγειρικής.

Τα τρυφερά χεράκια
των αγέννητων παιδιών τους κρατούν
και
ψιθυρίζουν τραγουδάκια.

Είναι πολλά για να χωρέσουν όλα.
Περισσεύουν και γι’ άλλα ακόμη
δυσανάγνωστα απογεύματα
.
Ανοίγουν την πόρτα της τηλεόρασης:
μια μαϊμού εισβάλλει
να διασκεδάσει το μπλε της βραδιάς.




ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ


Μετά την τελετή
δίπλωσε προσεκτικά σε ρυζόχαρτο
το νυφικό της φόρεμα,
τη λαμπρότητα του λευκού να διαφυλάξει.

Χρόνια μετά τη μεγάλη φυγή
σκέφτηκε να το διαμελίσει,
κάτι χρήσιμο να κάνει:
μαξιλαράκια ίσως
τη μοναξιά του καναπέ για να σκεπάσει

ιδίως τ' απογεύματα της Κυριακής.



ΤΗΝ ΒΡΗΚΑ ΒΑΦΤΙΣΜΕΝΗ


στην κόρη μου, Ιωάννα

Στο σπίτι επιστρέφω το παλιό
με τη γοργόνα στο υπέρθυρο.
Τα μπλε μποτίνια μου φορώ
τ’ όνομα παίρνω που αγαπώ:

Μιράντα, δίχως τρικυμία.

Την κούκλα βρίσκω με το κομμένο χέρι
(πονούσα πάντα —γιατί ανάπηρη;)
Έμιλυ τ’ όνομά της.
Την βρήκα βαφτισμένη.

Έμιλυ ίσως Μπροντέ;
ή κόρη της Λουίζας Άλκοτ;
Δεν θυμάμαι.
Την βρήκα όμως βαφτισμένη.

Ξέρουνε άραγε αύτοί πού περιμένουνε άμίλητοι
και μ’ αναμμένα φώτα;



ΔΥΟ ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ


Ούτε πουλί
μα ούτε και δελφίνι...
άνθρωπος είσαι, Ιφιγένεια.
Κάτω από επίθετα στεγασμένη
σε σκοτεινά συρτάρια ταξινομημένη.
Μόνο στα όνειρα ελεύθερη!

Άργησες να εννοήσεις
πώς τα φιλιά αντιστρόφως ανάλογα
του χρόνου είναι, Ιφιγένεια.
Κι αν το μαύρο σου φόρεμα αόρατο
τα χείλη σου τα κόκκινα
ανώφελος αντιπερισπασμός.