ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ






ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ, ΞΕΧΑΣΑ  (2016) 



Έχω ποτάμια στο μυαλό
δέντρα δίχως φύλλα
Βγάζω το κεφάλι από το νερό
κι όταν πνιγώ θα γίνω πάλι ρίζα

Έχω ποτάμια στην καρδιά
κι έναν ζεστό αέρα
στα δέντρα παίζουν τα παιδιά
με το νεκρό πιο πέρα

Έχω ποτάμια στην αγκαλιά
με μακριά μαλλιά βρεγμένα
τα βλέμματα έμειναν μισά
τα μάτια μου βγαλμένα

                      ***

Ένα μέρος ουρανού ανήκει, και σ’ εμάς αδελφέ, δεν μπορεί.
Είμαστε και, νύκτα αλλά και κομμάτια ήλιου.
Μέσα και έξω από τα σύνορα του εαυτού μας
και κυρίως έξω μας.
Αγαπάμε χαϊδεύοντας τον διπλανό μας και όποτε μπορούμε
του κερνάμε και κανένα ποτό.
Δε χορταίνουμε... και θέλουμε κι άλλο...
όχι ποτό, αγάπη.

                          ***

Και αυτές οι γυναίκες και οι άντρες που ακάλεστοι
σαν έρωτες ήρθαν
που δεν προλάβαμε οτιδήποτε
γιατί βιαζόμασταν
και ησυχία εσωτερική δεν είχαμε.
Κι αυτά τα κόκκινα φανάρια
που περάσαμε πεζοί
αργά στους δρόμους της Εγνατίας
μεθυσμένοι
παρέα με κάποιο σκυλί
με το μάτι του τραυματισμένο
και τη ράχη του γεμάτη κολλημένες τσίχλες.
Το νυκτερινό λεωφορείο που πήραμε τόσες φορές
το ανοικτό παράθυρο να φύσαει ο αέρας
η τελευταία μπύρα
στη διαδρομή πριν το καληνύχτα.
Οι ταξιδιώτες που πάνε στο αεροδρόμιο
για να ταξιδέψουν
να βρουν τον αγαπημένο τους
ίσως άλλοι να βρουν δουλειά
ή άλλοι να βρουν τον εαυτό τους
και από το παράθυρο κοιτάνε
σα να ’ναι η τελευταία φορά.
Τα πάρκα, οι δρόμοι, οι γέφυρες στη Χαρίλαου
με θέα που κάθε Ανάσταση ή Πρωτοχρονιά
θα μας έβρισκε εκεί
με τα πυροτεχνήματα που ακόμα μου αρέσουν,
εκεί που ώρες καθίσαμε,
νυχτοπερπατήσαμε
και τα τσιγάρα
από πνευμόνι σε πνευμόνι γυρνούσαν.
Οι τοίχοι στους δρόμους
που άσπροι καθώς είναι
κάποιο επιδέξιο χέρι θα βρεθεί
να αφήσει την καύλα του με χρώμα και όνομα.
Οι ενοχές που δε μαρτυρήσαμε ούτε σε εμάς τους ίδιους.
Οι σιωπές που μαρτύρησαν μετά από μας.
Όλα τα σ’ αγαπώ τα στερημένα.
Για τα σπίτια των φίλων που μαζευόμαστε
χασομεράμε σε οθόνες
παίζουμε
βριζόμαστε
κι όλο φωτιές ανάβουμε
τη μια μετά την άλλη
και ακόμα μαλώνουμε με χάζι ποιος θα ’ναι ο πρώτος
και μια πρόταση με σωστή σύνταξη δεν μπορούμε να αρθρώσουμε.
Για τα όνειρα που βλέπαμε κι εξήγηση ζητούσαμε.
Γι’ αυτούς που αγαπάμε και όλο το ξεχνάμε.

                   ***

Νιώθω σαν κλαδί γέρικου πλατάνου στη μέση της πόλης.
Να πέφτω και να χτυπάω.
Να με κλωτσάνε ωραία πόδια
Να με πατάνε παπούτσια περπατημένα
Να με κατουράνε σκυλιά.
Να βρέχομαι.
Να ιδρώνω.
Να σπάω.



Η χροιά της αγάπης βραχνή.
Πλανιέται, στα τυφλά σα μεταμφιεσμένος
τοξικομανής αρχάγγελος
ζητιανεύοντας για λίγη συντροφιά. 

                 ***

Να προσαρμόσω τον εγωισμό μου
σύμφωνα με τη δικαιοσύνη της συνείδησης.

                     ***

Νύχτα και σήμερα να σου πετύχει.

Πουθενά ζωή και ούτε ένας μικρός θάνατος.