ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΗΣ










ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΒΙΝΤΕΟΚΛΑΜΠ

& ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (2015)

 

ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ


Θα είμαστε μαζί
όχι δεν θα πάρουμε πoπ κορν
ούτε 8α έχουμε ανοιχτά τα κινητά
απλά
θα ταξιδέψουμε καθισμένοι σε διπλανά καθίσματα
ολομόναχοι
στο Βούπερταλ
ίσως τότε καταφέρω
να γυρίσω να σε ξαναδώ στα μάτια
μέσα στο απόλυτο σκοτάδι
να δω αν εκείνη η λάμψη
εξακολουθεί
ή
απλά «εσφαγιάσθη» λόγω της ημέρας
ή
λόγω του καιρού «εσβήσθη πλέον»



ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΒΙΝΤΕΟΚΛΑΜΠ


Εγώ 8α βλέπω τις ταινίες
και 8α 'ρχομαι να σου τις λέω
εσύ δεν 8α μιλάς
και το τσιγάρο που σου άφησα
στην ίδια θέση 8α 'ναι

Γονατιστός στα χαλίκια
8α σου σφυρίζω το μουσικό θέμα των τίτλων
δεν θα υπάρχουν δάκρυα
νερό θα τρέχουν οι υποθέσεις
μόνο τα λουλούδια από τον χθεσινό
που θ' ανασαίνουνε ακόμη

Εκεί. Μέχρι να αρχίσει να νυχτώνει
σιωπηλά θα επιστρέφω
αφού σκουπίσω το τζαμάκι
ανάψω το ρεσό
χωρίς σταυροκοπήματα, χωρίς υποκατάστατα

Θα επιστρέφω
ώς το βιντεοκλάμπ
καινούργιες ταινίες να πάρω
να τις δω
να έρθω πάλι να σου τις διηγηθώ



ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ TON TADZIO


Εξακολουθούν να σε ταράζουνε οι λέξεις
δεν προσέχεις τη μεταμόρφωση
πόσο δεν πείθεις πια
καθώς σπαρταράς ενδοδαπέδια ευαισθησία
ούτε που σκέφτηκες να καταργήσεις το ωράριο
4-6 την ώρα που σχολούν οι άλλοι
εσύ βαράς τα like στο δοξαπατρί
και καθαρίζεις το τοπίο τύψεων
μετά, είναι η ζωή μετά
μην τα μπερδεύουμε όλα

σωστά
την προβοσκίδα μόνο πρόσεξε
μην την πατήσεις
φεύγοντας



Η ΧΩΡΑ ΜΟΥ


Η χώρα μου κυκλοφορεί αξύριστη, με άσπρα μαλλιά,
γερασμένη και ολομόναχη στους δρόμους της πόλης.
Δεν έχει δύναμη ούτε να ζητιανέψει πια.
Ανοίγει τους κάδους, τρώει ό,τι τρώγεται,
στα δημόσια ουρητήρια πίνει νερό και πλένει τις μασχάλες της.

Η χώρα μου ξεχνιέται στους δέκτες των τηλεοράσεων
πιστεύοντας ότι μιλούν γι’ αυτήν, μετά γυρίζει
το κεφάλι, βλέπει τα άδεια μαγαζιά τα άδεια ταξί
στις πιάτσες, καταλαβαίνει.

Τα ρούχα της είναι παλιά μα καθαρά, κάθε μέρα
μαντάρει μια τρύπα μα ώς το βράδυ έχει ανοίξει
άλλη. Περπατάει με βήματα αργά, φοβάται τις διαβάσεις,
τις υπερβάσεις, το αύριο που κρύβει ο απέναντι δρόμος.
Προσπαθεί να μη σκέφτεται και κυρίως να μην ονειρεύεται.
Σε ουρές υποσχέσεων καταναλώνει τις μέρες της,
σε ομαδικές ερωτικές αναζητήσεις απελπισίας τις νύχτες της.

Έπαψε να ανάβει κεριά στα ξωκλήσια, να πιστεύει,
να σταυροκοπιέται, έχει κίτρινα μάτια θυμού κι
αναισθησίας για ό,τι είναι πέρα από τα δικά της όρια.
Τα παιδιά της διώχνει με το σκουπόξυλο και τους
ποιητές κλειδώνει στα δίκτυα. Έχει ξεχάσει
οτιδήποτε για τα μετέωρα βήματα των πελαργών,
απαλλοτριώνει τις φωλιές τους, καίει τα μικροφίλμ σε
κλήδονες χωρίς φωτιές.

Ξεχνάει τη σημασία των λέξεων, γι’ αυτό δεν
μιλάει πια ή ξεστομίζει λέξεις που πάλι και πάλι δα
σημαίνουν κάτι άλλο από αυτό που τώρα θέλει να πει.
Ζει σε περιβάλλον ασυνεννοησίας συνειδητά.

Η χώρα μου πιστεύει ακόμη ότι είναι ευαίσθητη, ότι
νοιάζεται, ότι έχει προοπτική και μέλλον. Απλώς
αγνοεί τα νιάτα της που φεύγουν, τα αόρατα νεαρά
αγόρια και τα επί χρήμασι κορίτσια της σε κελάρια
απελπισίας και υπεκφυγής.

Η χώρα μου δεν είναι η ελιά, η θάλασσα κι ο ήλιος.
Είναι ό,τι μπορώ αρπάξω και για τα άλλα δα φταίει
πάντα η κατσίκα του γείτονα.

Η χώρα μου γερνάει, άκληρη, ανώριμη, ανέτοιμη,
αβάδιστη, σε μικρές αγγελίες των κερδοσκόπων της
αμνησίας.

  

 

ΣΤΗ ΣΚΑΛΑ


Η γλώσσα φτιάχνεται
από την απουσία των άλλων

οι άνθρωποι γρήγορα εξαντλούνται
ένα αυθόρμητο φέρσιμο συχνά
τους προδίδει
ενώ δεν το περιμένουν

μια διάθεση κοινωνικότητας
τους καθιστά υπόλογους για χρόνια
κι οι λέξεις τους ζυμώνονται στις διαψεύσεις
όσων πρόσκαιρα υποσχέθηκαν
μα γρήγορα μετάνιωσαν κάνοντας πίσω

ενίοτε παραμένουν με σοφία πίσω απ' τα χείλη
βλέπουν το μάταιο της έκθεσής τους
κατεβαίνοντας μια σκάλα

έτσι τα χρόνια συνεχίζονται η γλώσσα φθίνει
οι απουσίες καρποφορούν
κι οι λέξεις με μέτρο
ξεστομίζονται
από τα μέσα λίγο πιο μέσα
μέχρι η γλώσσα να εξαφανιστεί
διά παντός


ΑΔΙΚΑ ΠΑΠΠΟΥ


Σήμερα ήρθα εδώ για να σου πω παππού
ο κόσμος δεν είναι τελικά όπως μου έμαθες
κι εγώ γερνάω

δεν έχω τις ίδιες αντοχές όπως παλιά
που σκαρφαλώναμε τα βράχια στο νησί
κι όποιος ανέβαινε πρώτος κάρφωνε τη σημαία

τα πόδια μου δε με κρατάνε πια, παππού
κι η αναπνοή βαραίνει
κανείς από τους επομένους
γυρνάω να δω και πάλι μοναχός μου παππού
στο μονοπάτι

τι έγινε
εσύ ποτέ δε μου 'πες ψέματα
πώς έγινε έτσι ο κόσμος και πού ήμουνα εγώ
την ώρα που άλλαζε

θα φύγω τώρα
χωρίς απάντηση ούτε ένα σχέδιο επιβίωσης

ήθελα να το ξέρεις
πως ίσως άδικα χάλασες τα κόκαλά σου εκεί
και το άσθμα σου άδικα κι αυτό
κι εκείνη η πρώτη αγάπη σου που έχασες
όταν σε πρωτοπήραν
άδικα κι αυτή

οι αδιάφοροι οι εαυτούληδες οι συμφεροντολόγοι
και οι γλείφτες
επιβιώνουνε παππού

κι εγώ απλά γερνάω

κι οι γέροι πεθαίνουνε παππού
δεν κάνουν επανάσταση



ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΑΙΝΙΑ


Η αναμονή είναι το νέο πένθος

ό,τι με προσοχή είχες μαζέψει
στη Λίμνη τα πετάς
σε κάδους ανακύκλωσης
να χάνονται
τα βλέπεις
σε λέξεις που επιπλέουν
αφού ειπώθηκαν

συνήθως υπήρξαν αρκετές
πριν σταδιακά
επέλθει η σιωπή
που ακολουθεί
την αναχώρηση
ούτε ονόματα σε λίγο
ούτε σκιά αισθήματος

μόνο νερό
υγρασία
και μια μνήμη κενή
να μετρά τη θερμοκρασία βυθού



ΠΑΡΤΙΔΑ


Τις ώρες των θλίψεων
παίζουμε το παιχνίδι των ερωτευμένων
όμως οι κάρτες μας έχουν πολλαπλά σημαδευτεί
κι η φθορά ανήκεστη

δεν ξεχωρίζει η πόζα από το συναίσθημα
στο πρώτο μοίρασμα
η αλήθεια προβάλλει
σαν ηττημένος μπαλαντέρ

όσους άσσους κι αν κρύψεις στο μανίκι της υπεκφυγής
τη στιγμή που τους χρειάζεσαι
γίνονται μνήμη πικρή

ποτέ κανείς δεν κέρδισε παρτίδα έρωτα
με γεύση πικραμύγδαλου στα χείλη


Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΣΚΥΛΕΥΣΗΣ


Έτσι θα την ονοματίσουν μετά από χρόνια
και για εικονογράφηση
8α έχουν τιτιβίσματα αποτυπώματα κι αφορισμούς
ανθρώπων που ξεχαστήκαν στις μοναξιές τους

...ότι μπορεί και να συναντηθούν κάποια στιγμή
στο σούπερ μάρκετ ή στη λαϊκή
ή δεύτερο αγώγι σε ταξί
και τότε
σώμα με σώμα μάτια με μάτια
θα καταλάβουν πως τα μαχαίρια πλήκτρα
ήταν άχρηστα κουμπιά
μιας πληγωμένης ύπαρξης
ενός απωθημένου
μα πιο πολύ μια μοναξιά\
Μια μοναξιά
λείπουνε
που δεν παραδέχτηκε ποτέ
την ύπουλη δύναμη των συμπτωμάτων της
πάνω σε ανέτοιμους κι άμαθους —πρώην ευαίσθητους— ανθρώπους

  



ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


Τον Αύγουστο αλλάζω έρωτα
φοράω έναν μακό τσαλακωμένο
με ίχνη ιδρώτα στις μασχάλες

έτσι κυκλοφορώ με άνεση στα συναισθήματα
σε θερμοκρασίες βρασμού
στις άδειες πόλεις
οι άλλοι λείπουν στις ακτές
εγώ κάνω βουτιές στην άσφαλτο

Κάθε που καίγομαι λίγο
βγάζω το αντηλιακό μνήμης από το σακίδιο
και σκίζω μια λέξη από το βιβλίο

σήμερα την ώρα του ηλιοβασιλέματος
έσκισα τη λέξη
«Αντέχω»

με έπαρση την πέταξα στην ανακύκλωση
κι αφέθηκα στις αντοχές



ΚΡΥΟ


Κρύωνες στο καΐκι
δεν είχα μπουφάν ούτε ζακέτα
τα κύματα δυνατά σε ζάλιζαν
οι άμαθοι στη θάλασσα στον καιρό φαίνονται
μετά
η επιτροπή υποδοχής μάς περίμενε αξημέρωτα
ακόμη κι ο φρουρός της ξαπλώστρας μου ήταν εκεί

στη σιωπή που ακολούθησε
ειπώθηκαν όλα
αυτά που κρύβονται στις λέξεις
και περιμένουν να εμφανιστούν
τη σωστή στιγμή

και μετά η θάλασσα και το ψάρεμα
μετά ο βυθός και οι γκρεμοί
που περίμεναν
τις τολμηρές βουτιές
με το κεφάλι κάτω
ολόισια στον όλεθρο

όσοι επιζήσαντες πανηγυρίζουν
ανάβουν κεριά
ή γίνονται φέσι στο Μασούρι, ως το πρωί
και μετά      
σταματάς να κρυώνεις ή να ζεσταίνεσαι
να φοβάσαι, ή να προγραμματίζεις
μετά ξεχνάς τ, ήθελες να μην πεις

μετά απλώς αρχίζεις να ζεις
για όσο
για τόσο



 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ


Περίμενε με τη γνωμάτευση στα χέρια, να του
συμβεί κάτι ένδοξο, κοίταζε ώρες τα πλοία στη
θάλασσα, ώσπου σκοτείνιασε και δεν έβλεπε πια παρά
μόνο τα φώτα πορείας τους, και τότε κατάλαβε ότι
το χαρτί τη λάθος διαδρομή του περιέγραφε, τη βιασύνη
του να φέρνει τους ανθρώπους κοντά του, ενώ
αυτοί αργά, καχύποπτα και με ιδιοτέλεια πάντα
πλησιάζουν —όμως τι φταίνε; έτσι τους έμαθαν—
κι ό,τι αλλιώτικο στα κύτταρα χτυπά, κατευθείαν,
καθώς ανυπεράσπιστα τα βρίσκει, να προσπαθούν
τον παλιό τους, τον μοναδικό τους έρωτα να
ξαναπλάσουν και, στην προσπάθεια τους αυτή, ξεχνούν
τις κερκόπορτες αφύλαχτες, τότε το αλλιώτικο
βρίσκει την ευκαιρία να χτυπήσει ακαριαία, το αλλιώτικο
που πίστευε πως οριστικά το είχε νικήσει, αυτό
ακριβώς που τ' όνομά του υπάρχει στο χαρτί που
κρατά στα χέρια του, βλέποντας τα φώτα πορείας
των καραβιών στην παραλία, μες στη νύχτα. Κι ούτε
μια λέξη ετούτη τη φορά, να κάτσει πάνω της να ξαποστάσει.



ΣΤΑ ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ


Έχεις σταματήσει να με παρακολουθείς. Έχεις
σταI ματήοει δηλαδή να προσποιείσαι ότι σε γοητεύω.
Αυτό είναι καλό για τώρα. Με ηρεμεί. Κάποιες,
λίγες, μέρες αργίας ή πλήξης σε παρακολουθώ
εγώ, διακριτικά. Δεν καταλαβαίνω τίποτε και δεν
ρωτώ. Σταμάτησα να έχω απορίες. Είναι κι αυτό
καλό για τώρα.

Και μετά ξημερώνει κι η μέρα έχει τόσα σύννεφα
που φοβάμαι ότι δεν θα ξαναβγεί ήλιος ποτέ. Μα
και πάλι παραμένω ήρεμος. Ακόμη κι όταν η βροχή
με κάνει διάφανο, ακόμη και τότε παραμένω εν
αταραξία. Κι αυτό πια παύει να είναι καλό.

Τότε σου στέλνω ένα τραγούδι που δεν θα ακούσεις
ή δυο λόγια που οι πάντες θα διαβάσουν με
λάθος τρόπο. Κι όμως, στα στέλνω για να μπορέσω
να κοιμηθώ.

Έχει περάσει ο καιρός που ήθελα κάτι. Τώρα
παρακολουθώ αυτά που θέλουν οι άλλοι, κι είμαι
ήρεμος που έχω πάψει να θέλω εγώ το οτιδήποτε.
Μόνο μια αγκαλιά σιωπής θα χρειαστώ. Κάποια
στιγμή.  Θα καταλάβεις και θα είσαι εκεί. Κάποια
στιγμή. Λίγη. Δεν θα χρειαστεί να αναβάλεις τίποτε.
Ανάμεσα στις υποχρεώσεις σου. Μια αγκαλιά σιωπής.
Μόνο.




 

ΒΥΘΟΣ


Σε καθαρά νερά
θα βυθιστώ
εμβαπτισμένος δούλος σου
μοναξιά μου.

Οι κάμερες θα στέκουν στην ακτή
να περιμένουν τον πνιγμό
σε αποκλειστικότητα

Κανείς να μην μπορεί να φανταστεί
τη δύναμη που κρύβω στον βυθό
ποιον άσσο απελευθέρωσης
κρατάω φυλαχτό

Οι άνθρωποι που ξέχασαν να παίρνουν αναπνοές
τα εγχειρίδια επιβίωσης που παράτησαν
φεύγοντας βιαστικά στις παρελάσεις
μάταια θα προσπαθήσουν
ν αποτυπώσουν με ορθολογισμό
την Ανάληψή μου
στους ουρανούς

Τα καθαρά νερά

η εκδίκηση μου

 


ΣΕ ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ


Όλα σωστά προετοιμασμένα
τα χαρακώματα, τα αθώα γυναικόπαιδα
τα θύματα πρωτίστως, έτοιμα επί σφαγήν
Προς τι η καθυστέρηση;
δεν βρέθηκαν οι χορηγοί, δεν πλύθηκαν τα ξεραμένα αίματα;
Οι μουσικές της αγωνίας γράφτηκαν
οι καλλιτέχνες έτοιμοι τα λόγια τους προβάρουν
προς τι η καθυστέρηση λοιπόν;
Τι είναι πραγματικά αυτό το ανείπωτο
που όλοι περιμένουν;
Η έκπληξη που δα τ' αλλάξει όλα;
Μια θεαματική απώλεια, μια επική σφαγή
μια τρισδιάστατη καινούργια απειλή
γιατί με κρατούν σε αγωνία;
Γιατί οι τίτλοι τέλους να μην είναι αυτονόητοι
γιατί πρέπει να ζήσω σε "ζωντανή σύνδεση" ετούτο τον επίλογο
με χέρια ματωμένα απ' το πoπ κορν;




ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ


Κάποτε συνηθίζεις
και δεν φοβάσαι πια
είναι στη φύση σου η εξοικείωση
μονάχα εκείνο το θολό τοπίο μετά
μέχρι την τελική επανένταξη
αυτό το ενδιάμεσο χάος

και οι εξηγήσεις που πρέπει να δοθούν
μονάχα αυτό σου απομένει να διευθετήσεις

όλα τα άλλα σχεδόν αναμενόμενα
σαν χρόνια ολόκληρα γι’ αυτά να είχες προετοιμαστεί

ειδικά τα καλοκαίρια στις υποβρύχιες βουτιές
τα μακροβούτια χωρίς αναπνευστήρα
εκείνο το λίγο πριν σου κοπεί η αναπνοή
που βγάζεις το κεφάλι από το νερό
Κι εισπνέεις

Μεγάλο μάθημα


 

ΣΕ ΧΡΟΝΟ


Δεν γράφω ποίηση
μαθαίνω τρόπους να κοιμάμαι τις νύχτες
χρησιμοποιώ τις πιο οικείες λέξεις
σαν υπνωτικές παστίλιες
και περιμένω να ενεργήσουν άμεσα
κάποτε τα καταφέρνουν
τα βλέφαρα κλείνουν — το σώμα αναζητά την ξεκούρασή του
άλλοτε οι ίδιες λέξεις μετασχηματίζονται
στους πιο εμμονικούς εφιάλτες
φυσικά διεκδικούν μια δέση στην ιστορία
σκέφτομαι
όταν τα συναισθήματα πέφτουν σε τείχη
οι λέξεις θυμώνουν με τα χτυπήματα
ξέρουν πως είναι οι μόνες που θα αντέξουν
σε χρόνο
όταν όλα κι όλοι θα έχουν χαθεί
εκείνες
αναλλοίωτες
θα επιμένουν να θυμίζουν παλιά αισθήματα
και στάσεις
παλιά καμώματα και σκέψεις
αρχαία ξενύχτια



ΧΑΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ


Μόνο όταν δεν θα υπάρχω
θα μάθω τελικά αν υπήρξα ποτέ
ή απλά ξοδεύτηκα με χαρά στο μεσοδιάστημα
αυτού που με ανόητη βιασύνη ονομάζουμε ζωή.
Μόνο όταν δεν θα ζω
θα μάθω με σιγουριά αν έζησα
κι όσο το ξεχνώ
τόσο θα αποφεύγω να νιώσω
αυτά που αξίζουν
κατρακυλώντας με απελπισία

σ' αυτά που λάμπουν 




ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ


το σπίτι μου είναι κάτω απ' το φεγγάρι
δεν έχει μουσική
ούτε κουδούνι στην είσοδο
είναι ένα σπίτι σιωπής
για τους προετοιμασμένους
από τα ανοιχτά παράθυρα
φεύγουν εικόνες από ταινίες
όρκοι και μαχαιρώματα
μυστήρια και θάνατοι πολλοί
όλα στο mute
μην καταλάβει η γειτονιά
τι γίνεται
και πώς εξηγείς στην αστυνομία
ότι στο κέντρο της πόλης
κατοικεί η πιο δολοφονική ύπαρξη
με κάθε τέλος ταινίας
κι ενας λείπει
είτε νεκρός είτε ερωτευμένος
―που είναι το ίδιο―
λείπει
ορμά από τό παράθυρο
και ξεχύνεται στον αέρα της πόλης



ΣΟΝΕΤΟ


μου μαθαίνεις τις αισθήσεις αλλιώς
ανάμεσα στις μέρες, ασκήσεις νύχτας
άλυτες
σε περιβάλλον θερμοκηπίου
με αναπτύσσεις
και με βαθμολογείς
καθημερινά φροντίζω να παραμένω
επιμελής
αποκολλώ περιόδους μνήμης ενοχλητικές
αποστηθίζω τα νέα συνθήματα
είμαι υποχείριο ενός μέλλοντος
σβήνοντας κεριά,
όπου δεν προσδοκώ
παρά μόνο έναν ανώφελο θάνατο



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


Όταν το διάβασμα γίνεται ως λύτρωση κι όχι ως γνώση,
όταν διαβάζω όχι για να βαθμολογηθώ, αλλά για να αναβαθμιστώ
στα υπαρξιακά διλήμματα που περιέχω εκ γενετής,
τότε ομιλώ για λογοτεχνία
το γεγονός για την λογοτεχνία είναι πάντα η αφορμή,
ποτέ η αιτία
μα πάλι μπορεί να κάνω λάθος
έχω πάψει από χρόνια να είμαι σίγουρος για όλα
η αμφιβολία, η αμφισβήτηση, η περιέργεια της άλλης πλευράς
είναι που με καλυτερεύει με τα χρόνια
ποτέ δεν ένιωσα καλύτερος με το διάβασμα
αντίθετα κάθε φορά που διαβάζω ένα καλό βιβλίο
αντιλαμβάνομαι το λίγο που διαθέτω
νιώθω την ανάγκη να διαβάσω, κι άλλο, κι άλλο
να φτάσω στα όρια τις ανθρώπινες ιδιότητές μου
να αναμετρηθώ με το ιδιωτικό χάος της σκέψης μου
να τσακίσω κάθε επιτηδευμένη σιγουριά μου
το διάβασμα με ανοίγει σαν μπουμπούκι που κόντρα στα ζιζάνια της εποχής
γίνεται λουλούδι που χαρίζει την ομορφιά και την ευωδιά του σε όλους,
και 'γω, σε κάθε νέο βιβλίο, πάλι από την αρχή
σαν πρωτόπλαστος
γυμνός μπροστά στη φαντασία του συγγραφέα
αβοήθητος να ανακαλύπτω τα όρια της ανθρώπινης διάνοιας
κι ίσως αυτό να είναι το μυστικό βάλσαμο της Τέχνης
να μπορείς κόντρα στα δεδομένα της καθημερινότητας
να συντηρείς μέσα σου μια ιδιωτική πηγή αισθήματος για τη ζωή
που τον περασμένο αιώνα την ονόμαζαν ακόμη "ανθρώπινη".


http://entefktirio.blogspot.gr/




Μεγάλη Παρασκευή της λάθος ματιάς



Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Εσταυρωμένος
γωνιά Τοσίτσα με Πατησίων είναι,
στα σύνορα του Έβρου σταυρώνεται τις νύχτες
στης Κακαβιάς τα χιόνια ποτίζεται όξος μουλωχτά
στο Φαρμακονήσι εξαφανίζεται
Στον Άγιο Παντελεήμονα κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου
στον Δενδροπόταμο ξεψυχά
στο πάρκο της ΧΑΝΘ με τη σύριγγα στο χέρι ψιθυρίζει
«λαμά λαμά σαβαχθανί»
έξω από τα supermarket και στις λαϊκές αγορές
φορά ακάνθινο στεφάνι
βλέπεις το αίμα στο μέτωπο η όχι ακόμη;
Δεν είναι εκεί στις λαμπάδες, στα προαύλια ναών ο επιτάφιος απόψε
είναι κάτω από το σπίτι σου ο κοιμισμένος άστεγος
δεν του αρκεί να τον προσπεράσεις με το κερί στο χέρι
ούτε κάποια νηστεία σου, θα τον σώσει
Οι ολονύκτιες ψαλμωδίες σου δεν θα βρουν δουλειά στον άνεργο
μήτε οι ευχές με τα λαγουδάκια του πάσχα στο διαδίκτυο
θα αναπληρώσουν τα άδεια μάτια των μεταναστών
θύματα του συμμαθητή δουλεμπόρου
που χαιρετάς στα προεκλογικά σαλόνια
με κατάνυξη
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Άγιος που θα σε σώσει με το θάνατο του
κοίτα προσεκτικότερα, σταμάτα να φοβάσαι
και κοίτα
ίσως να μη σωθείς βεβαίως
αλλά τουλάχιστον θα έχεις
νιώσει το “πρώτο βήμα” τι σημαίνει
κι αν μια Ανάσταση έχει λόγο ύπαρξης
η μοναχά σαν αργία των δημόσιων υπηρεσιών
για μια πενταήμερη εκδρομή στην εξοχή μετριέται.