ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ








Ένα καράβι όνειρα  (2015)

 

 

Ένα καράβι όνειρα


 
Τα όνειρα είναι τα χρωματιστά πανιά της σκέψης
που της δίνουν το χρώμα και την ομορφιά
που χρειάζεται
για ν' αποκτήσει σάρκα και οστά
και να μπει σ ένα καράβι όμορφο,
που θα ξεγλιστρά μέσα από δύσκολες
κι επικίνδυνες θάλασσες.

Μετά σιγά σιγά θα βγάλει και φτερά,
για να πετάξει...
μαζί με το δικό της όνειρο,
πέρα στον διάπλατο ουρανό,
για να καθαγιαστεί και να μπορεί,
να μπει και να κεντρίσει
τα μυαλά κι άλλων ανθρώπων
προσφέροντάς τους ιδέες που ταιριάζουν
μοναχά στο δικό τους μπόι
και στις δικές τους αντιλήψεις,
για τη ζωή και τον κόσμο.

Κι όταν αυτές υλοποιηθούν
κι έχουν τη δική τους σφραγίδα,
πάνω σ ένα έργο αξιοζήλευτο
και τόσο θαυμαστό,
θα τους κάνει να χαίρονται
και να αισθάνονται περήφανοι
για ένα τους μεγάλο επίτευγμα,
που είναι μοναδικό!

Αυτό δεν είναι τ όνειρο,
για κάθε άνθρωπο δημιουργικό;



Θα φτάσεις στο φως


 
Δεν υπάρχει μονοπάτι για τη ζωή
δεν υπάρχει δρόμος για τ όνειρο
και η ύπαρξη μου αβέβαιη,
στριμωγμένη στ αδιέξοδο

Κανείς δε μιλά
λούφαξε στην αγρύπνια του,
σέρνοντας με τη ντροπή του
τις σκοτωμένες βεβαιότητες
μιας ζωής ανοίκειας κι ανέξοδης

Και τώρα, τι γίνεται τώρα;
Μπορεί να μην τελειώνει η αγάπη,
τελειώνει, όμως, η ζωή
κι εσύ πρέπει να φτάσεις στο φως!

Μη λες "δεν ελπίζω τίποτα
δεν περιμένω τίποτα..."

Πέρα απ' τον πόνο που νιώθεις,
πέρα απ' την απόγνωση
πέρα απ' την αδικία
που μπήκε βαθιά μες στη σάρκα σου,
θα ρθω να σε βρω
για ν’ ανταμώσω με το κρυφό σου το γέλιο
να ψάξω για μια σταγόνα ελπίδας μέσα σου
εκεί, στο βάθος της ψυχής σου
και θα σου μιλήσω για τη ζωή,
ότι μόνο με τον αγώνα,
θα βγούμε απ τ αδιέξοδο
Χέρι χέρι, μαζί θα παλέψουμε
ως το τέλος
και θα νικήσουμε



Δεν τέλειωσε το ψωμί μου


Τι κι αν το μοίρασα όλο το ψωμί μου
κομμάτι κομματάκι
Το πήραν όλοι οι φτωχοί
και βρήκαν τον τρόπο
που γνώριζαν μόνο αυτοί
και το ξαναμοιράσανε

Κι εκείνο ζωντάνεψε μεμιάς
κι έδωσε κι άλλη ζωή
στον κάθε πεινασμένο

Μα, στον παγωμένο τούτο κόσμο
κάνει ακόμα πολύ κρύο
και δεν μπορείς να ζεσταθείς
αλλά εγώ, πάντα ελπίζω...!

Κι οι παγωνιές κι οι συννεφιές,
όταν δεν μας ρίχνουν τόσο βαριές σκιές,
έχουν κρυμμένες ομορφιές
και ας τις απολαμβάνουμε
για ν' ανασαίνουν
και ν ανοίγουν λίγο
κι οι καρδιές



Μόνο να με κοιτάς


Κι αν είναι κόλαση η αγάπη σου, δε με πειράζει
Εγώ πνίγηκα πια
μες στο ροδόσταμο των φιλιών σου,
αφού βυθίστηκα αδαής στο μπλε των ματιών σου
και δεν ήξερα να κολυμπώ
σε βάθη ανεξερεύνητα

Το μόνο που ήθελα
το βρήκα μες στο χαμόγελο σου,
το τόσο διακριτικό κι ωραίο!
Μέσα εκεί
στου μοσχομύριστου γιασεμιού την ευωδιά,
να διαπερνά μεθυστικά όλη τη μαγεία του λευκού σου,
μες στην ανήσυχη καρδιά μου
που διαμελίζεται αστόχαστα
κι ας δείχνει πως γελά

Εσύ να με κοιτάς κι εγώ
ας λιώνω.
Μη μου δίνεις, όμως, γλυκά φιλιά
Άστα, γι' αργότερα, κάπου στο τέλος!

Θέλω να με χαϊδεύει μονάχα η ματιά σου
Κι εγώ, ας σβήνω
Μακριά απ την αλήθεια
για λίγο να φύγω

Κι άσε με να ζω
μέσα στ όνειρο



Το παράπονο της φωνής


Τέτοια ώρα
και η φωνή ακόμα
κολλάει στη γλώσσα
πνίγεται απ το θαυμασμό
της μίξης των χρωμάτων
αλλά νιώθει ανάλαφρη και χαρωπή
που πετάει αμίλητη
πάνω σε χρυσοκόκκινο χαλί
σ ένα ηλιοβασίλεμα βαθύ

Τέτοια τιμή
στ' αλήθεια, δεν της πρέπει,
αλλά και τι μπορεί να πει;
Ζηλεύει τη γλυκιά στιγμή
που όλη η ομορφιά της μέρας,
χωρίς καθόλου λόγια
γίνεται ποίηση
μελωδία σαγηνευτική
και συνάμα νοσταλγική
Και απορεί κι αυτή
Μα, πώς μπορεί και η σιωπή
τόσο πολύ να συγκινεί

μέσα από μια εικόνα μαγική; 
Αχ, φωνή, γλυκιά φωνή,
δεν το έχεις ακόμα αντιληφθεί,
ότι κάθε εικόνα ζωντανεύει μια στιγμή
και χαρίζει χίλιες λέξεις στη σιωπή
για να νιώθει και να εκπέμπει
πάντα αγάπη δυνατή



Δεν έχει στάση ο χρόνος


Ο χρόνος περπατάει στα πεζοδρόμια και στους δρόμους.
Αδήριτη ανάγκη να τον ξοδεύουμε
με φειδώ και καλοσύνη
γιατί είναι ο μόνος που μας απόμεινε
ο μόνος που έχει τόσο μεγάλη αξία
και ίσως, δεν το ξέρουμε
κάποια μέρα θα καταλάβουμε
πως άσκοπα τον σπαταλήσαμε
Και αυτός που έμεινε τώρα
είναι πολύ λίγος.
Έτσι, τελευταία, εμείς το κανονίσαμε
Δεν μιλάμε και τόσο πολύ
Αυξήσαμε τη σιωπή μας
και μιλάμε με τα μάτια
ακίνητοι., σαν τις γάτες!
Πλέον, οι λίγες λέξεις
που μας απόμειναν είναι βαριές
φορτωμένες με πόνο
για να μη σκορπίζουν μακριά,
αλλά να μουσκεύουν τη γλώσσα,
μήπως κουνήσει τα χείλη
και βγει λίγο γέλιο μόνο




Δυο μικροί φάροι


Όλο ταξιδεύω λαθρεπιβάτης
στην πράσινη θάλασσα των ματιών σου
που όταν τα κοιτάζω
με κάνουν να ξεφεύγω στα βαθιά
και χάνομαι στ όνειρο
ενώ το καράβι μου μένει μόνο
ακυβέρνητο
βλέποντας τους δυο μικρούς φάρους
του λιμανιού σου
να σβήνουν την εικόνα τους σιγά σιγά
μες στα θλιμμένα μάτια μου
που η απορία δεν τ αφήνει
να στάξουν βάλσαμο το δάκρυ μου
να λυτρωθεί ο πόνος...



Το παράπονο ενός φύλλου


Γαντζώθηκε το φθινόπωρο
στον κορμό του δέντρου
και δε θέλει πια να μας αφήσει
Εκεί που το φύλλο πιάστηκε,
ο αέρας δεν το παίρνει
Ζητά να δει την άνοιξη,
τ όμορφο καλοκαίρι
Και είναι σίγουρο πολύ
και μάλιστα, το ξέρει,
ότι απ τη φωτογραφία μέσα,
κανένας δεν το παίρνει
και δεν ανησυχεί

Έτσι πάντα θα ελπίζει,
θα νιώθει μια γλυκιά χαρά
όταν κάθε εποχή
μπροστά του θα περνά
θα χαίρεται και θα γελά
Αλλά πάντα
θα έχει κι ένα αγκάθι
βαθιά μες στην καρδιά:
Γιατί να ζει κανείς
μόνο μια φορά;



Χαμένα όνειρα


Δεν κλαίει η νύχτα
δεν στάζει πια δάκρυα,
σπινθήρες πετά
να αστράφτουν τα μάτια,
γεμίζοντας φως του γιαλού η άκρια.

Εκεί που καθρεφτίζονται
με τρελό ρυθμό,
σε κάθε κυματισμό
όλα τα όνειρα που κανα εγώ
αλλά μου τα πήρε το κύμα
κι η πλανεύτρα η θάλασσα
και πριν το πρωινό,
χωρίς ν' αντιληφθώ
απ τα μάτια μου
τα χασα!
    
Τώρα δεν σβήνει της νυχτιάς η φωτιά
ρίχνει μια φλόγα σε κάθε καρδιά
για να αισθάνεται και ν' απαλύνει
αυτά που πέρασε, με πίκρα βαριά
και σιγά σιγά η ζωή να ομορφύνει

Να βγάλουν τα όνειρα και πάλι φτερά
και μ' ένα πέταγμα, να φτάσουν ψηλά
να χορεύουν αμέριμνα σαν να ναι πουλιά
και να απολαμβάνουν τ ουρανού τη χαρά 



Των αστεριών η λάμψη


Τ αστέρια δίνουν τη χαρά
και τη σκορπούν απλόχερα.

Ακόμα και τη μοναξιά
που χτίσε τείχη δυνατά
ξέρουν να την προσπερνούν
με χελιδονόφτερα.

Έτσι, που λάμπουν σιωπηλά,
τ απολαμβάνεις μυστικά
τα χαίρεσαι που ναι απλά
σαν της αλήθειας μάτια...

Ν' ανοίγουν δρόμους μαγικούς
στον κάθε ένα χωριστά
να ‘ν’ η ζωή μας μες στο φως
μέσα σε τόπους λαμπερούς
σε ήλιου μονοπάτια




Μες στο φως τα χρόνια μου


Δεν θέλω να σου πω τίποτα
δεν θέλω να δακρύσω πάλι.
Άσε με εμένα, να ζω σα ρημάδι
μες στης αγρύπνιας το υφάδι
μήπως με συμπαθήσουν κάποια στιγμή
και μ αγκαλιάσουν θαλερά
του χρόνου τα στημόνια.

Εκεί φαίνεται είναι η θέση μου
να μπουσουλάω στης ψυχής μου τα ενδόμυχα
κι όταν τα πόδια μου σκαλώνουνε
σε προδομένα κράσπεδα
που τα χει συγκρατήσει η μνήμη μου
ας κάθομαι πάνω τους κι ας με πληγώνουν
αρκεί να παίρνω λίγο απ το αίμα τους
να τα γεμίζω φως και χρώμα
μαζί με της αγάπης την καυτή μου ανάσα
μήπως τα δω να μαλακώνουν
και γίνει το μίσος λιώμα. 

Γκρίζες έννοιες δεν είχε η προσμονή μου
πάσχιζε πάντα μες στα χρώματα να πνίγεται
ν' ανακαλεί σκέψεις και λέξεις
που δεν λερώνουν,
αλλά κι όμορφες ιδέες που απελευθερώνουν.
Έβαφε πρόσχαρα με ανθοχρώματα
τους υγρούς τοίχους της ψυχής μου
και νωπογραφία ανεξίτηλη έφτιαχνε.

Έτσι, η αγάπη μου παρέμεινε ατόφια
καθαρή κι ανυστερόβουλη
ξεσηκώνει τ άσπρα περιστέρια,
με τα γλυκόηχα τα λόγια μου
και το χαμόγελο μου
μια χαρούμενη ευχή στάζει στην καρδούλα μου
πάντα να την οδηγούν όλο και πιο βαθιά

μέσα στο φως τα χρόνια μου.