ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ





ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ





ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ



Παράξενο το παιχνίδι των συνειρμών.
Μου το' μαθαν σ' ένα σπίτι εσπερινό
χτυπημένο από σεισμό
έκτοτε βάλθηκα ν' ανακαλύπτω
πίσω απ' τις ρωγμές
την κρυμμένη κρήνη που στάζει
την υγρή ματιά που κοιτάζει
τη σχισμένη ταπετσαρία
κυριευμένη από το ρολό του μαρασμού
να σβήνει τις κηλίδες του χρόνου.

Το κουβαλάω πάντα μαζί μου
το παράξενο αυτό
παιχνίδι των συλλογισμών.
Κρυμμένη σε κασετίνα
η πολύτιμη αλληλουχία.
Τα πιόνια της
στήνω με επιμέλεια
στις άκρες των ερημικών
δρόμων που τραβώ
αφήνω ίχνη για τον χαμένο αδελφό.





ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ



Αραιώνουν οι άνθρωποι

στη μεγάλη πόλη των λέξεων.
Ό,τι συνέθετε τη χάρη αυτού του τοπίου
ό,τι παλλόμενο στα μάρμαρα του πεζού δρόμου
σεργιάνησε, μέχρι που έγινε σκιά
μαύρα κουρέλια βήματα
αποσύρονται βαριά, όπως οι σκέψεις
μετά από περισυλλογή
διαλύονται στην αναπόληση.

Κι ο μέσα αιών της καρδιάς
αργά καλύπτει τα φύλλα
των άρρωστων δέντρων παράγωγα
σε μια λευκή σελίδα.
Με αποφατική εκφορά
λένε «Χαίρετε», ανασηκώνοντας
για λίγο τα καπέλα
ώσπου να πέσει το βέλο στα μάτια
και μετά ερημιά.

Αποσύρονται οι άνθρωποι
όταν περάσει η ώρα, αναίτια, ξαφνικά.



ΤΙ ΝΑ ΠΩ…


Τι να πω
τώρα που γύρισε η γλώσσα
σερπαντίνα κομμάτια μετά από γιορτή
κι έμειναν στα ξέφτια της
ρήματα απορημένα
τι να προφέρω
τώρα που ο λαιμός μου
αδυνατεί και δεν αρθρώνει
καμώνεται πως βγάζει ήχους με νόημα
κι είναι όλα άναρθρα ουσιαστικά
στεγνός και άφυλος λαιμός
κατάπιε μαύρη μελάσα
που ανακατεύτηκε με όξινα υγρά φωνήεντα
και έρημα βοά.
Μέχρι να πάψει ολότελα
της νύχτας τρωκτικό πουλί
η δική μου λαλιά
επαναλαμβάνει μόνοτονα: «Τιναπω, τιναπωπια;»




ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΜΑΙ ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΣΤΕΓΝΟ…



Όταν γίνομαι ένα σώμα στεγνό
που αναζητάει το σύννεφο
ψάχνει στις λέξεις να το βρει
σχηματίζοντας μοναχά
έναν κύκλο ελλειπτικό.

Παρακαλά το στόμα
σε γλώσσα τροπική
κολλούν ανάμεσα στα δάκτυλα τ' άστρα
ένα μεγάλο στον δείκτη, ακτινωτό
που μ' εμποδίζει να δω τα άλλα
τα πιο μικρά
τα μαλλιά μου μεταμορφώνονται
σε έκκληση
μαυρίζουν οι ουρανοί
ένα κύμα με παραδέρνει, του αίματος κύμα
που χτυπά με φόρα
πάνω στου νου τα στεγανά
και τα ποτίζει ανεξίτηλα
πιτσιλάει τα λευκά χαρτιά
με ακατάληπτα νοήματα.

Τα χέρια κινούνται σε παραφορά
με τον άνεμο παρέα
που φέρνει από τα χάη στάχτη πυκνή
θολώνει την επιφάνεια
μένουνε μόνο κάτι στίγματα που μοιάζουν
μ' επιφωνήματα.




ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ…


Περιστασιακά
όπως όταν κάνουμε διάλειμμα
από μια συνήθεια
πριν αποκτήσουμε άλλη
για λίγο καιρό -ελάχιστο θαρρώ-
αλλάζουμε ρυθμούς
γινόμαστε έκκεντροι
αρκετά απροσδιόριστοι
δημιουργούμε τριγμούς
που συνοδεύονται από απορίες
βρισκόμαστε μόνο στις γωνίες
όρθιοι, με τα υπάρχοντα σε οχήματα
και μια ταμπέλα στον λαιμό: Ενθάδε το Ανέφικτο.

Περιπτωσιακά
συνήθως τραυματίες
που άφησαν ορούς να τρέχουν
ακούμε των άστρων τα κατευόδια
στου χρόνου την τροχιοδρομία
κίτρινοι με στόμα καρχαρία
που αφήνει πίσω του λέπια κόκκινα.

Κατά την περίσταση
σαν σβούρα που ξέφυγε απ’ το χέρι
κρατάει το μαχαίρι
και πίσω δεν κοιτά
με την καρδιά σε εκκρεμότητα.



ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 


Στις σπηλιές που τις έγδερνε εξωτερικά ο ήλιος
στις εσοχές των χαδιών από χέρια ψημένα
ήρθαν και κάθησαν δύο περιστέρια.

Κρατούσαν στα ράμφη ένα γράμμα κι ένα πετράδι.
Η πέτρα ήταν μαγνήτης, ο φάκελος είχε περιθώρια ωχρά
Τα μάτια μας έλαμψαν αναζητώντας τις λέξεις στο χώρο
Ύστερα ξαπλώσαμε
στης θάλασσας την επιφάνεια, απαλό κι υγρό το σώμα
άρχισε να υπαγορεύει το περιστέρι
έχοντας τους δυο πόλους στο στόμα
λόγια μεταδοτικά
η γλώσσα του έβγαινε κάθε λίγο προκλητικά
γέμιζε τα περιθώρια, τα μάτια γύριζαν προς τον ουρανό
και χάνονταν μαζί με κάθε προσανατολισμό.
Κι όσο γράφονταν οι σελίδες
κι όσο έπεφτε η ένταση του ήλιου
και τα κοχύλια άνοιγαν πετώντας φλόγες
σχηματίστηκε ατμός
έβγαινε από σιφόνι πήλινο ξεχασμένο στα πλαϊνά πρανή
άρχισε η κατολίσθηση.

Εκείνες τις μέρες στις σπηλιές που τις κύκλωνε εμφατικά ο ήλιος
μέσα στα μεταλλικά νερά γράφτηκε η ιστορία.
Πέρασε ανάμεσα από τοιχία
μέσα απ’ τις σπείρες του κοχλία.
Κι αν όλα έγιναν λάσπη αργίλου και το τοπίο μοιάζει αγνώριστο
η διήγηση των επαναλαμβανόμενων ήχων
μας θυμίζει το μακρινό εκείνο τραγούδι
των χειρονομιών.



Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ


Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.




ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ


Το γυάλινο σπίτι είχε από καιρό φυσηθεί.
Είχε ψηθεί σε χιλιάδες βαθμούς Κελσίου
η αποστείρωση επετεύχθη
κάτι μικροοργανισμοί εξαφανίσθησαν
και στήθηκε σε θέα κοινή.
Η άφιξή μας στην κορυφή του λόφου
έγινε αισθητή, τα κλειδιά πετάχτηκαν
από την πέτρα
μαζί με την καμπάνα ακούστηκαν
σε συγχορδία αρμονική
Δεν τα είχαμε ανάγκη.

Στο σπίτι τούτο εξάλλου, οι νέοι κάτοικοι
θα ήταν αποκαλυπτικοί
ολόκληρη η ζωή τους περίοπτη
Η μοναξιά του κρεβατιού τους η τόσο απόλυτη
τώρα θα ίδρωνε σε οργανικές στιγμές
κι οι γυάλινοι επισκέπτες
με ζώων χνώτα θα θόλωναν το τζάμι
αράχνη δε θα εισέβαλλε καμία
γνωρίζοντας πως δε θα ‘βρισκε ταβάνι
για να κρεμαστεί.

Ανάμεσα σε δυο πελώρια βράχια
σαν βόλος που παίζαμε παιδιά κύλησε η μπίλια
χωρίς θεμέλια, μόνο ένας θόλος μας αγκαλιάζει
καμιά πλεκτάνη στην κάψουλά μας δεν περνάει
κρεμάστηκε και η ταμπέλα: «ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ».

Το όραμα του δάσους που μας ακολουθεί
ανακλάται πάνω μας σαν αρχαία προβολή.
Δεν επιδιώκουμε την εξαφάνιση
κι η πρόθεσή μας αυτή
είναι, αν μη τι άλλο, έντιμη.




ΕΚΛΕΙΨΗ


Ίσως είμαστε διάττοντες είπες
κι έσταξε η οροφή
φωσφορικά και απλανή
αστράκια από εκείνα που αχτίδες συσσωρεύουν
τα είχαμε κολλημένα γερά
να μη φοβόμαστε τις κρύες νύχτες
το ταβάνι τώρα μελανό
μας μούσκεψε ασήμια η βροχή
έγιν’ ένα με το κατάστικτό μας δέρμα

Μικρές αναλαμπές είπα είμαστε
Κι άστραψε ο γυάλινος θόλος
Έλιωσε ο σκελετός
Σίδηρος κάλυψε τα σκεύη τα ιερά
τα έργα πώς να προστατέψεις
Σήμαναν συναγερμοί, εκκενώθηκε η αγορά
Πως είμαστε φαινόμενα έκτακτα
να λεχθεί δεν έπρεπε
Αρχίζουν βλέπεις οι προγνώσεις
βγαίνουν ανακοινωθέντα
ανέτοιμοι οι πληθυσμοί
Αλλάζουν άξαφνα οι ουρανοί
καλύπτονται από σύννεφο πυκνό
τρέμουν οι βέβαιες λιακάδες:
ο ήλιος αυτός δεν μας αρέσει, θα φέρει καιρό

Η νηνεμία αιτούμενο αλλά
η έκλειψη αστράφτει σαν γυαλί




ΛΕΥΚΕΣ


Για μια στιγμή το φως στάθηκε πάνω στις λεύκες
Τις αναζωπύρωσε
Πέντε κόρες ευθυτενείς
παρουσιάστηκαν έκπαγλες
με χέρια μετέωρα γαλανά
φωσφόριζαν κάτω απ’ τη χλωμή σελήνη
κι εκείνη η λεπτότερη
κινήθηκε θαρρείς
σαν να την έσπρωξε ενθαρρυντικά
η πρεσβυτέρα με τα ροζιασμένα δάκτυλα
Απαλά
Κι ήταν το χάδι μιας ριπής του αγέρα
που λύγισε το δέντρο μπροστά μας
σε στάση προσφοράς
ψιθύρισε η βοή του κάτι
σε γλώσσα απόκοσμη
κατανοητή από το ρίγος
στη βάση του αυχένα
σάλεψε δροσιά στα κουρασμένα βλέφαρα
τα βρήκε σύμφωνα
σε μαύρο φόντο άστραψε η στιγμή
μας έκανε όλους διακριτούς
ακούσαμε θρήνους βουβούς.

Οι άλλες τρεις χόρεψαν στο πάλκο
τους καημούς
Στη σύγχυση των όγκων
είχαν κάτι από το εύπλαστο παρόν
Ας έρχονταν από όνειρο μακρινό
των λευκών
στα δάση του Βορρά
ατέλειωτων νυχτών.



ΑΛΟΓΟ


Ασάλευτο άλογο
έξω απ’ το παράθυρο
κλειστά τα μάτια
σώμα σε κατάσταση αγαλματώδη
κι η περηφάνια κόμη ξανθή
αγκαθωτή κάτω από φως αλλόκοτο
που ρίχνει πάνω της ο στύλος.

Ονειρεύεται καλπασμό φρενήρη
με καρφωμένες τις οπλές
σε στάση που εκλαμβάνεται ως υποταγή
κι ο οίστρος του τρυγάει την πλάτη.
Να το τρομάξουν
προσπαθούν περαστικοί
διαβλέποντας στα ματόκλαδα
την προϊούσα ορμή
ντελάληδες ντόπιοι φωνάζουν: «ντε και μη”
ματαίως
ίσως φταίει η ράτσα η παράξενη.

Ακίνητο άλογο
στροφή καμία το κεφάλι
μόνο ένα νεύμα
σε βλέμμα αστραπή
ούτε χλιμίντρισμα.




ΑΒΥΣΣΟΣ


Λένε πως η άβυσσος έχει χρώμα ασημί
Μοιάζει θέλουν να πουν πολύ όμορφη
όσοι πρώτη φορά τη συναντούν
Σαν να μπαίνουν σε μια βαθιά πόλη και γύρω
οι στέγες στων φανών το νέον
λαμπυρίζουν
Ή σαν τους ορειβάτες που φτάνοντας στις πηγές των βουνών
ζαλισμένοι από του οξυγόνου την έλλειψη
γοητεύονται απ’ το στραφτάλισμα του νερού
που αναβλύζει ανάμεσα απ’ τις λείες πέτρες
Δεν μας δίνονται άλλες αποχρώσεις -.

Συνήθως όλοι μπαίνουν όρθιοι μέσα στο ασήμι
Γρήγορα όμως λυγίζουν, παίρνουν στάση χυτή
νιώθουν σαν να τους λικνίζουν
Κι αυτό ανάγεται στην εποχή που τους νανούριζαν
στα γόνατα οι βάβες
και τα κρεμαστά κουδούνιζαν στ’ αυτιά τους σκουλαρίκια.

Αποκτούν σιγά σιγά συνείδηση
-εξημερώνει λένε η άβυσσος-
Καμιά φορά μονάχα κοιτάζουν πίσω τους
τα περασμένα, τα χρυσοκαφετιά
εκείνη την ηλιόλουστη μέρα
που έριχνε τις ανταύγειες της
πάνω σε απαλά μαλλιά.

Όμως γρήγορα συνέρχονται
Η μέρα εκείνη έxει πεθάνει για τα καλά
ήρθε η μεγάλη νύχτα, άνοιξε το στήθος
τα χέρια έγιναν φτερούγες
Κάθε βράδυ τις τυλίγουν με φύλλα από δέντρα ξερά
ίδια ασημόχαρτα.



Γέρασε είπαν, ακούστηκε η βολή.



ΠΙΣΩΠΛΑΤΑ 



Από χθες έχω έναν πόνο στην πλάτη.
Καρφί σκουριάζει στο νεύρο απάνω
που το 'φαγε η αλμύρα
του πόντου τα απόβλητα
που το 'γλειψε ο ποντικός σαρκάζοντας
και μάδησε η ράχη
σουβλιά διαπερνά ίσαμε τη χολή
βγαίνει η αιχμή κάτω από το στήθος
το χαϊδεύω να περάσει.

Ζω με έναν πόνο από χθες
και δεν έχω εργαλεία.
Τα πήραν οι γύφτοι
τα 'βγάλαν στο σφυρί
ακουμπώ σε τοίχους, σε εξοχές
να μη με πάρει μάτι
συχνάζει, βλέπετε, στα μέρη μας χαφιές
δίνει αναφορά
όποτε συναντά πληγές
ο νέος νόμος είναι αυστηρός
απέναντι σε δυσμορφίες
ασθένειες, παραλυσίες
τα νοσήλια κοστίζουν ακριβά
κι οι επεμβάσεις γίνονται
χωρίς αναισθητικά
του κράτους οι αποθήκες απαλλοτριώθηκαν
πρώτα έφυγαν οι αντιτετανικοί
μετά της λύσσας οι οροί.

Έτσι κι εγώ με ξένο σώμα
θα μάθω να ζω.
Θα του δώσω όνομα
να πετύχω εξοικειώσεις
ήλο θα το πω
θα ζήσω εκ των ενόντων.
Δεν ήταν καθώς φαίνεται
για πάντα η χαρά
μας εξαπάτησαν και τα φαινόμενα.





ΚΑΤΙ ΠΑΙΔΙΑ


Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα’ ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα-
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.






ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ



Οι μέρες της οργής οι μικρές
εξελίσσονται σε τρόμο ανύποπτο.

Σκαλώνουν αγκάθι στον λαιμό
λεπτό το λεπτό
το κεφάλι σκυφτό
προσπαθούν να πάρουν αέρα
απ' όπου βρουν
κρεμιούνται σε τοίχο χαμηλό
εκεί πιέζεται το στέρνο
δέχονται χτυπήματα στον τράχηλο
μιλούν με γλώσσα λυμφατική
κανείς δεν τις ακούει
αφρίζει διάφορα η φωνή.

Κι έχουν στο βλέμμα μια πληγή
σου ψιθυρίζουν οργισμένα ένα: "Αει".

Ξάφνου φτύνουν το αγκάθι
με σύσπαση νευρική
φυσούν στο άπνοο σώμα αναπνοή βαθιά
στις δύο με τρεις το ξημέρωμα.




ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ


Περιορίστηκαν οι λέξεις
σε παπούτσια στενά
μυτερά στην άκρη σκαρπίνια
κι άρχισαν να κυνηγούν στις γωνίες
έντρομα ρήματα
αφάνταστες πιέσεις ν’ ασκούν
για ομολογίες
συγχωροχάρτια σε τραπέζια
υπογράφονται καθημερινά.
Ανένδοτα κάποια
υπόκεινται σε βασανισμούς
καταπατούνται οι ενεργητικές φωνές
στην απομόνωση ψιθυρίζουν
κουράγιο, δάκρυ, ή σχοινί
ανοίγουν τρύπες στους τοίχους μικρές
φυσούν τον καπνό τους από κει
ανακουφίζονται τις νύχτες στ’ όνειρο μέσα
υπόσχονται.

Και το πρωί, στην αναφορά
κρύβουν όλα τα παθητικά φιλιά
δείχνουν τα νύχια τους, είναι καθαρά
προχωρούν στα συσσίτια.
Κάτω από τη μπότα του μυαλού που εποπτεύει
πίσω απ’ την πλάτη που απωθεί
σε στενά κελιά στοιβάζονται
σαν απορ-ρήματα
τα μεταβατικά χώρια από τ’ αμετάβατα
καθρεφτάκια κρύβουν στις καταπακτές
γράφουν στον ήλιο το νόημα
κρεμούν τα χέρια έξω απ’ τα σίδερα.

Κι όταν τα δάχτυλα συνθλίβονται
θυμούνται όρκους
μια μέρα όλα να τα πουν
ν’ αντέξουν.



ΤΟ ΠΑΝΕΡΙ



Οπώρες κίτρινοι ήλιοι
λάμψατε σπυριά φωτός σαν το χαλάζι
στη λίμνη που έπεσε των λουλουδιών
και λιώσατε μέσα στο χέρι που σας μάζεψε.

Μικρές οργανικές αψάδες κίτρα 
που στη γλώσσα μου πάνω στήσατε χορό
με τα φορέματά σας της φωτιάς
στων στροβίλων σας ξέδωσα
πικρό και γλυκό ξεφάντωμα.

Κι εσείς ρόδια
που σπάσατε το καλούπι της τύχης μου
ο κρότος διαπέρασε τον λαβύρινθο της πάχνης
καταχείμωνο κυλήσατε στους ουρανούς
μαγεία σπείρατε στ’ άστρα.

Σκορπώντας το άρωμά σας
στις κοινές αισθήσεις
μήλα καρποί των ενοχών
κρεμιέστε από τα αιώνια κλαδιά
λεία, στιλπνά, παντοτινά
κι η ιστορία της αφής
μια συνεχής ακολουθία.

Στην ράχη μου σας φόρτωσα
κι απ’ το πανέρι της ανακωχής
κρέμονται στέμφυλοι τσαμπιά
προχωράω αέναα.

Την τέχνη έμαθα: στης μάχης το κέντρο
πώς πρέπει κανείς να κερνά
στα στίφη που καταφθάνουν
την ακριβή και υπολογισμένη ώρα
του Μύθου μια μια την κάθε ρόγα.




Ο ΚΥΒΟΣ ΕΡΡΙΦΘΗ


Ο κύβος ερρίφθη.
Κι έσπασε σε εκατοντάδες τετράγωνα
Άλλα κόκκινα
σωρός στο κέντρο του χώρου
άλλα μπλε
κρύφτηκαν στην άμμο της γάτας
τα κίτρινα κατρακύλησαν σ΄οξείες γωνίες
όσο για τα πράσινα
χάθηκαν στον μακρύ διάδρομο του χλοοτάπητα.

Έμειναν τα χέρια μου άδεια
με τον νόμο σε αδράνεια
ήθελαν ακόμα να βρουν τη συμμετρία
την τάξη στου νου την αναρχία.

Κρατώντας τον νοητό μου κύβο τρυφερά
πρώτα τα δάχτυλα αντιλήφθηκαν
πως άυλο αντικείμενο κρατούν
έδωσαν εντολή στις κλειδώσεις να συστραφούν
η δόνηση μεταφέρθηκε στο σώμα
βγήκε κάτι σαν κραυγή απ’ το στόμα.

Φτωχέ μου Ρούμπικ, είπε
κι ύστερα έκλεισαν τα μάτια
μήπως και φέρουν έτσι τον λυγμό
στην αρχική του θέση.
Ο κύβος βλέπετε ερρίφθη
και κάτι μαζί του εντός μου διελύθη.




ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ…


Περισσεύει η υποκρισία
Τη φυλάμε συνήθως
ως Κόρη μονόφθαλμη
σε υπόγεια πύργων
μαζί με τις άλλες νευρικές μας απολήξεις
προσμένοντας
είτε μια κατεδάφιση
είτε το σίτεμα με τον καιρό.

Εμείς στα ισόγεια μένουμε ασάλευτοι.
Η ειλικρίνεια στάζει από χείλη μελίρρυτα
πάνω σε χαρτιά λεπτά
δημιουργεί ιδέες-γράμματα
πιστεύουμε ότι έχουμε μια χλωμή καρδιά
που μιλάει μέσα απ’ το στήθος μας
όλη της τη σκοτεινιά
αφήνοντας στα χείλη ήχους
σαν κελάρυσμα από πηγές
προφέρει λέξεις πάναγνες.

Περισσεύει κι ο φόβος
Φωλιάζει στις κεραίες των ταρατσών
πιάνει θέση στα παρατηρητήρια
έκπληκτος μπροστά στη θέα των πιθανοτήτων
κραυγάζει πως όλα είναι μοιραία
προς τι τα τρεχάματα, οι αποστάσεις αχανείς
κάθε ανέμελος ταξιδιώτης είναι αφελής
κουρνιάζοντας το βλέμμα που στάζει θειάφι
διαλύει την αυταπάτη
με μια ματιά.

Στον πύργο που στήσαμε
η είσοδός μας της ψυχής
που κάποτε υπήρξε ορθάνοιχτη
μια μέρα αμπαρώθηκε με σιδεριά βαριά
Περίσσεψαν στο κατώφλι, οι μαγεμένοι άνεμοι
οι αποσκευές των ελπίδων, τα δώρα
Τ’ απελπισμένα ρολόγια.


  

ΑΠΟΣΤΑΞΗ



Δάδες καίω για προσάναμμα
καθώς προετοιμάζω τη φωτιά
το πεύκο πολιορκητικός κριός
έχει καταλάβει ολόκληρο το σώμα
πάνω στο φλοιό του βλέπεις
έρπουν οι λιβελούλες
χτυπούνε πόδια και φτερά
βγήκαν να πάρουν ανάσα.

Τα στέμφυλα πριν ρίξω στη χοάνη
στο στόμα σου δίνω ένα-ένα
φρούτα ζαχαρωμένα
να πεις εσύ Δοκιμαστή για την ποιότητα
που έχεις χείλη ευαίσθητα
αναγνωρίζουν τα οξέα
βάφονται ερυθρά
τα περιττά τα φτύνουν
στη γλώσσα φυλάνε τα κουκούτσια.

Ύστερα, όλα ακολουθούν τη γνωστή διαδικασία.

Επτά αιώνων η πορεία, ξεκίνησε απ’ τα Άγια Βουνά
όπως λέει η συνταγή
βγαίνει όλη η γλύκα με το πάτημα
φύλλα μάραθου κορφολογώ
για ιδιαίτερο άρωμα, 
τα καίω όλα διπλά, ανεβαίνουνε τα γράδα.
Στο τέλος γίνεσαι η απόσταξη 
Εκείνη που ποθώ.


 ΕΙΛΩΤΕΣ


Απλώνονται στα παγκάκια της παρακείμενης μέρας.
Είλωτες στη δούλεψη της αδράνειας
της πιο σκληρής αφέντρας
κάθιδροι θα ΄λεγε κανείς
κι όμως αυτές είναι οι συνέπειες της λιγοστής βροχής
πάνω στα μέτωπα τα ζαρωμένα
κοιτούν τα σύννεφα αποχαυνωμένα
απολειφάδια ενός ουρανού
που μέχρι το γιόμα
θα έχει πάρει του σάπιου μήλου το χρώμα.
Για την αλλαγή του κλίματος μονολογούν
κι η γόπα καίει τα χείλη
έγιναν σαρκώδη βούκινα της συμφοράς
Έξω απ της συνοικίας τα τείχη
Έξω απ τα όρια της ντροπής
και δεν ξεσηκώνεται ουδείς
καθώς κλειστά τα τελωνεία
με φράγματα σιωπής.

Ολόγυρα
μόνο του πατημένου τριφυλλιού η αποφορά
των ζωτικών υγρών
νυχιά σκίζει το φρέσκο χώμα
ορίζοντας κύκλο νοητά
γύρω από τούτα τ΄ ανέστια όντα
σημάδι του χρόνου που περνά
αφήνοντας στη σήψη ενέχυρα.




ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ


Τα ανθρώπινα κατάλοιπα
περιφέρονται τις νύχτες με φεγγάρι.
Παριστάνουν άλλοτε τον μάρτυρα
με την πληγή ανοιχτή
γυρεύουν κοάζοντας στις λασποπόλεις
χάδι από χέρι απαλό
όπως σ’ εκείνο το πορτρέτο που θυμούνται
όταν αναστρέφονται τα μάτια
πάνω κρεμασμένο από το μεγάλο κρεβάτι
τους το θυμίζει το σαράκι, τσιρίζει
τη σιωπή σχίζει στα δύο εκστατικά
λίγο πριν χαμηλώσουν τ’ ανακουφισμένα βλέφαρα.

Άλλοτε πάλι
στων προσώπων τους βλέπεις το αντιφέγγισμα
λάμψης αστρικής, μη γελαστείς
από τα κοίλα χείλια
είναι υπάρξεις ημισεληνοειδείς.

Μέσα στους βραχώδεις κήπους
τραγουδάει η σπασμένη σιαγών αγωνίας αλαλαγμούς
το τραγούδι τους τις νύχτες ακούς.




ΠΑΡΟΙΚΩ


Παροικώ στου δρόμου το πιο στενό σημείο
Καμιά ενόχληση εκεί
Πάρεξ μια σταλαγματιά στο τάσι
μικρή χρυσή περιουσία
τον κόσμο μου αποκαλύπτει
γίνεται αντιληπτό το κάτοπτρο.
Δείχνει τον πλούτο που κουβαλήθηκε
Εδώ στου δρόμου το σημείο το πιο στενό
έγινα ένα με το τοιχίο
η όψη μου μοιάζει να επιμηκύνεται
μια μορφή προπατορική
γλυκά λαλεί, του αμανέ η φωνή
που εντός μου κατοικεί.
Οσμίζομαι τη βροχή σε τούτη εδώ την εσοχή
Περιπλανώμενη ύπαρξη
χτίζομαι με πλίνθους
ξανά απ΄την αρχή.


.

  ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ





DREAMING




ANAMONH




ΑΝΟΙΞΗ






ΑΝΤΙΟ




ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ




ΑΤΙΤΛΟ




ΑΤΙΤΛΟ





ΑΤΙΤΛΟ





ΑΤΙΤΛΟ





ΑΤΙΤΛΟ





ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ





ΓΥΜΝΟ





ΕΡΗΜΩΣΗ





ΕΦΗΒΙΚΟ





Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ





ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ





Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ





ΟΝΕΙΡΙΚΟ





ΠΛΑΝΗ





ΠΟΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ





ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ





ΤΣΙΓΚΑΝΑ





 ΧΑΡΑΖΕΙ