ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ










ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΞΟΟΣ   (2015)



Ανέστιος


Ούτε μία σπιθαμή ρωγμής
κατάφερα να συρράψω
τόσα χρόνια.

Ούτε κατά μία μοίρα
κατάφερα να περιστρέψω
το ανεστραμμένο μου πρόσωπο.

Ακόμη,
ούτε μίαν κλωστή
κατόρθωσα να ξηλώσω
απ' το χοντρό, μάλλινο παλτό,
που μου φόρεσαν κατακαλόκαιρα.

Μοιραία,
περιφέρομαι
εις τας οδούς των άστεων
ως άστεγος επαίτης
και στις ρύμες των χωριών
ως γραφικός μουρλός.

Από τις τρύπιες μου τσέπες
πίπτουν
ήχοι και οσμές.
Από την ξεσχισμένη φόδρα
στάζουν
εικόνες.



Γόρδιος Δεσμός


Πώς καταφέραμε
να δέσουμε
έναν τόσον δυσεπίλυτο κόμπο;
0 Γόρδιος Δεσμός
μοιάζει μπροστά του
με απλό, προσκοπικό παιχνιδάκι.

Τώρα
ποιος Αλέξανδρος
θα τον κόψει,
έστω
με το σπαθί του;
Ποιος Χριστός
θα τον λύσει,
έστω
μ' ένα άγγιγμά του,
αφού
ακρωτηριάζουμε
τους τριαντατριάχρονους;



Οι σάλπιγγες


Ουρανομήκεις και κατ' επανάληψην
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.



Σπονδές


Κούφωσε το χώμα
στα δύο μέτρα.
Λαγούμια γιόμισε στενά,
ίσα που να χωρούν τα χέρια τους.

Τα βράδια, οι μάνες,
σαράντα τόσα χρόνια,
προτού δειπνήσουν
με το κουτάλι του καημού,
το πιρούνι της προσμονής
και της αμφίστομης αγωνίας το μαχαίρι
έσκαβαν
χωρίς ανασασμό.

Να κανακέψουν ήθελαν
τα παλληκάρια τους
με το γλυκό που λαχταρούσαν,
το φαγητό που επιθυμούσαν,
ένα κομμάτι αχνιστό ψωμί
ή έστω
με τα ακροδάχτυλα
την στερνή τους ανάσα να κορφολογήσουν
και τον πόνο τους να γητέψουν.

Πριν ξεψυχήσουν.




Τελευταία γραμμή αμύνης


στον ποιητή Μάριο Αγαθοκλέους

 
Να κρατήσουν έπρεπε
το διάσελο,
πάση θυσία.

Βήμα
δεν έκανε πίσω
για ώρες πολλές.

Άξαφνα,
η ανάσα του αναπέταξε
κι άδραξε απ' τον ώμο
το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο.
Τα μάτια του ανάβλυσαν
κι έβαψαν πράσινο
τον αποτεφρωμένο λόγγο.
Το μπόι του διαστάληκε
κι έσκιασε
τ' απόκρημνα βράχια.

Χρόνια μετά,
το βόλι στο στήθος του
μολύβι καυτό όπως τότε -
τ' απέθεσε
κάτω απ' τη μαύρη μαντήλα της μάνας,
που μεσίστια πλατάγιζε.

Την τρύπια του καρδιά
φλογισμένη όπως τότε -
την άφησε
κάτω απ' την ξώπορτα της αγαπημένης,
την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες
στα εγγόνια της.




Στα βράχια


Άξαφνα,
τα όργανα
πέτρωσαν
στα χέρια των κιθαρωδών.

Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμιακών,
αποτεφρώθηκε
το δείπνο της τυροφάγου.

Μεσίστια κυμάτιζαν
οι χαρταετοί,
ανήμερα των κουλούμων.

Ποια η γύμνια
και ποια η μεταμφίεση;
Ποιο το πρόσωπο
και ποιο το προσωπείο;

Στα βράχια,
μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα,
δεμένα πισθάγκωνα,
αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη.



Περί νήσου πάθη


Αγανακτισμένη
επούλωσε
την λογχισμένη της πλευρά,
ξεκάρφωσε
τις μαντεμένιες πρόκες
και βρόντηξε χάμω
τον ακάνθινον στέφανον.

Μετά,
αφού περιτυλίχθηκε
έξαλλη
την λευκή σινδόνα,
αποκαθηλώθηκε.

Δεν άντεξε
στις προκλήσεις
των δύο εκατέρωθέν της ληστών,
που όχι μόνον
το πνεύμα δεν παρέδωσαν
μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν
με οίνο
σε χρυσά κροντήρια.

Όσο
για την ανάσταση,
περίσκεπτη διείδε,
ότι δεν είναι θέμα
τριών ημερών.



Απόδραση

Δεν είναι
ήχος περιδεραίων
στα στήθη λικνιζομένων γυναικών.
Ούτε
κομπολογιού ήχος
στα χέρια αργόσχολων γερόντων.

Σύρσιμο
αόρατων αλυσίδων
είναι αυτό που ακούμε,
που όλο δυναμώνει,
όλο και σιμώνει.

Πώς να με πιστέψετε;
Πώς να τις δείτε;
Πώς να τις ψηλαφίσετε;
Αφού,
αόρατοι είναι και οι κατάδικοι.
Όπως,
αόρατα ήσαν τα εντάλματα,
αόρατες και οι συλλήψεις.
Αόρατες οι δίκες,
αόρατα και τα κελιά.

Πριονισμένοι καιροί.

Οι λοστοί σκούριασαν.
Φλυαρούν οι βαριοπούλες. 



Μνήμες


Την τρίαινά τους
έσεισαν
οι αποκαρωμένες μου μνήμες.

Η θάλασσα εσχίσθη
το βένθος ανεδύθη.

Τα κογχύλια άρπαξαν τα όργανα
άρχισαν τραγούδι τα ψάρια
έστησαν χορό τα κοράλλια.

Σίγησε το γραμμόφωνο.
Παντού πάλι πέλαγος.
Καταχώνιασα ξανά τις φωτογραφίες
και καταβυθίστηκα στο παρόν.




 Της πόλης μου   I


 Ηδονοβλεψίας
παρελθόντων παραστάσεων.
Με μάτι καρφωμένο σε κλειδαρότρυπα
παλαιού επιστολικού δελταρίου,
σε είδα, Σαλώμη,
λικνιζομένη ν' αποσείεις ένα ένα
και τα επτά σου πέπλα.

Τα πλινθόκτιστα ισόγεια,
τα αστικά δίπατα
και τα αρχοντικά σου τρίπατα.
Τους λιθόκτιστους ναΐσκους
και τα νεοκλασικά σου εκπαιδευτήρια.
Τα ανατολίτικα σαχνισιά
και τις δυτικότροπες αγιογραφίες σου.

Όταν η εκστατική μουσική σταμάτησε,
οι οιστρήλατες κραυγές καταλάγιασαν
και η ηδονική αχλή διαλύθηκε,
δεν είδα
το λάγνο σου κορμί.

Έντρομος αντίκρισα
το σκέλεθρο σου
σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο.

Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων.
Βρυχηθμοί εκσκαφέα, που με καρατόμησαν.

Επί της επίχωσης
σου προσφέρω τις μνήμες μου
επί πινάκι.

 


Ταξίδι στο πουθενά


Ευτυχείς και ευδιάθετοι
επιβιβάστηκαν εγκαίρως στο καράβι
οι ταξιδιώτες.

Με τα ψάθινά τους καπέλα,
τα σκούρα τους ματογυάλια,
τα πολύχρωμά τους φανελάκια.
Με πλήρεις τις αποσκευές.

Όμως,
άδεια ήσαν τ' αμπάρια,
παγωμένοι οι ατμολέβητες.
Στη γέφυρα ερημιά.

0 ήλιος τενεκεδένιος,
ξύλινοι οι γλάροι.
Μολυβένιο το πλήρωμα.

Μήτε βοριάς
που φύσηξε,
μήτε νοτιάς.

Ούτε το βίρα
ακούστηκε,
ούτε το μάινα.

Ονειρικό ήταν το ταξίδι.
Χωρίς όμως ένα θυμητάρι,
δίχως έστω μιαν ανάμνηση. 



Ο εξουθενωμένος άγγελος


Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ' ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ' ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον ώρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.



Λιθοξόος


στον ποιητή Ανδρέα Μακρίδη


Αστείρευτα χέουσες
από μαρμάρινο μαστό.
Με ικμάδα εφηβική
αγκιστρωμένες
από το εκκρεμές του χρόνου.
Αφειδώλευτα δανεισμένες,
αιώνες τώρα,
με μηδενικό επιτόκιο.
Λέξεις
που σας θήλασα,
που με απογειώσατε,
που μία μία
σας άντλησα
από πηγάδια μυστικά.

Ζωσμένος
την αλφαβήτα.
Θωρακισμένος
με τ' αλεξίσφαιρα σύμφωνα.

Εξοπλισμένος
με τα εκρηξιγενή φωνήεντα
κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων
τραβηγμένη,
ακούραστα σας υπερασπίζομαι
εκ του πρηνηδόν,
εκ του γονυπετώς
και εκ του ορθίως.

Άγρυπνος λιθοξόος
περιφρουρώ,
σε βάρδιες εικοσιτετράωρες,
με στίχους πέτρινους
και τα εικοσιτέσσερα γράμματα.