ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ





ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ  (2015)

 

Α' ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ


 ΓΥΡΙΣΜΟΣ


Επιστρέφω μέσα μου ήσυχα
στο λιμάνι της πικρής μου εκδοχής.

Μήτε καπετάνιος μήτε ναυαγός•
ένα θολό φυλλάδιο ναυτικό.

Το ριζικό του ψαριού σπαρταρά
στα δίχτυα λυπημένων ψαράδων.



ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ


Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.

Πέρα απ' το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

Άφαντοι οι φρουροί που φύλαγαν κάποτε
τη λυπημένη εικόνα της μεγάλης πληγής.
Νιώθω το φίδι της σιωπής που γλιστρά
θωπεύοντας τα λόγια που το εκτρέφουν.

Πέρα απ' το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι.

Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής•
μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες.



ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ*


Αστέρια λάμπουν την ουράνια λύπη.
Σεμνών ευωδίες μυροφόρων Μαρτίου.

Χέρι αλμυρό
πώς αγγίζει
νερό που αγάλλεται;

Αιώνων τοπίο αναλλοίωτο πόθων.



*Μυροφόρες: Αρωματικό φυτό με μωβ άνθη [λεβάντα).
Ευδοκιμεί την άνοιξη στα ημιορεινά της Κύπρου.



Β’ ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ



ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ


Έρχεται νύχτα η στιγμή που ξέρεις ότι φταις εσύ.
Χρώμα κόκκινο πνιχτό ταράζεται μες στο σκοτάδι

Ούτ' ένα φύλλο, ένα άγνωστο πράσινο φύλλο,
ούτ' ένα φύλλο δεν ανασαίνει στη μέγιστη σιωπή.

Ποιος θα εκπέμψει χάνομαι
ποιος θ' αρπάξει τη σανίδα στον πνιγμό; 



ΥΓΡΕΣ ΠΡΟΚΥΜΑΙΕΣ


Μουδιάζουν τα μέλη της ζωής•
η θάλασσα ντύθηκε κήτος.

   Νηφάλια εσίγησε το φως
   στις υγρές προκυμαίες.

Από του ήσυχου φόβου το φινιστρίνι,
σεπτό το καραβάκι θωρείς της φωνής
τρυφερά να βουλιάζει στο άλμα εις βάθος σου.

   Γλάρος μαύρος κρατά την ψυχή
   στο πικρό ημισέληνο ράμφος.

Καλησπέρισε ωραίος τη λύπη τ' ουρανού,
καθώς τα λάθη σου θα εγείρονται αναστημένα. 



ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ


Ούτε φεύγεις ούτε μένεις- υπάρχεις
στο δριμύ ακαθόριστο της παραμεθορίου.

Το τραίνο που δεν περιμένεις
γιατί να αναχωρήσει;

Την ασάλευτη λύπη διασχίζοντας
πέρα να σε πάει από τα σύνορα,
εκεί όπου ο κόσμος υπάρχει.

Ανέκδοτο εισιτήριο του πουθενά,
κίτρινος λυγμός ενός φύλλου που πέφτει.



Γ’ ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ



ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ


Κάθισε στο παγκάκι της αυλής,
πολύ προσεχτικά
— μην πέσει.

Ξεδίψασε η δίψα του,
κουράστηκ' η επιθυμία του να θέλει•
άλλο να θαυμάσει δεν μπορεί η ψυχή.

Σκυφτός κοιτάζει χαμηλά
κάτω κοιτά
το χώμα.

Και δεν νιώθει τα δυο παιδιά,
που κλέβουν τριαντάφυλλα
για τα ωραία κορίτσια του Επιταφίου.



ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ


Το παγωμένο όταν δεν υπάρχει αισθάνομαι χέρι του Θεού.

Από τα μυρωμένα των παλαιών μεταξωτά σεντόνια
πασχίζοντας ασάλευτες φωνές χειρονομούν.

Ν' αντικρίσ' η ψυχή ανέτοιμη την πατρίδα που ηυλογήθη. 



Δ’  ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ

  

ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ


Δάσος από τρεμάμενες σκιές, τριξίματα
φτερουγίσματα αθέατα αιφνίδιων σπίνων•
κρυμμένα για να σε ταράζουν αναφιλητά.

Με εικόνες που εφώτισε φεγγαριού πεπρωμένο
εστερεώθη των λαθών η λυπημένη διαύγεια•
έκθετο κόσμημα της κρυφής σου πληγής.

(Τον κόσμο διαβαίνεις με βήμα σκοτεινό
κυρτός αλατοπώλης υφάλμυρων καιρών.)

Στ' άγρια σαν σαλέψουν θηκάρια του χαμού
τα λερωμένα και τυφλά του δίκαιου μαχαίρια,
μες στης ψυχής τη νύχτα στράφτει κείνο το φως.

Πλησίον κάπου πάντοτε ξυπνά παιδί και κλαίει.
Τ' άδολο κάτω χείλος του τρέμει• και ριγεί.



ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΛΥΓΜΟΣ


Με σταγόνες αγωνίας στο στήθος
που σταλάζει η θυμωμένη πληγή,
χύνεις λάδι στις παλιές πυρκαγιές
να καούν οι μαινόμενες μνήμες.

Δεν είναι γιατί βύζαξες από λαβωμένη θηλή
που ακούγεται κόκκινος ο λυγμός της φωνής.
Είναι οι ντροπιασμένες λέξεις που αιμορραγούν
επειδή κηλίδωσες με πράξεις το νόημά τους.


Ε’ ΔΙΚΑΙΗ ΛΥΠΗ



ΒΑΒΕΛ


Το στόμα σου κατάμεστο από λέξεις

λέξεις που λουφάζουν μην τις μιλήσεις
λέξεις που φωνάζουν να τις φωνάξεις
λέξεις που σφάζονται μεταξύ τους
και στάζουσιν αίματα στην αυλή της Βαβέλ.

Είσ' ένα στόμα ρημαγμένο από νοήματα

η φωνή της πληγής π' αναζητάει τον λόγο•
στο μύχιο προσδοκώντας πηγάδι να βρει
το πνιγμένο κουράγιο της μοίρας.

Μα πάντα πνέει κάτι απ' τα βάθη του
όταν το βράδυ η αγρύπνια βουβαίνει•
μοιάζει μ' αεράκι γλυκό που ποθεί
των χειλιών σου τη δίκαιη λύπη.

Στις χορδές της φωνής
θα καθίσουν πουλιά.

Θα κοιτάζουν χωρίς να μιλάνε. 




ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ


Αφού προσκυνήσει του Χριστού
την πρωινή ημίφωτη θλίψη,
αμέριμνη δήθεν, η μητέρα κεντά
τ' ατέλειωτο μαντήλι των ενοχών της.

Το ένα μάτι στο βελόνι,
τ' άλλο στη στροφή του δρόμου•
καίγεται να φανώ για τούρκικο καφέ.

— Η καλή σεβαστή μου μητέρα
που με θήλασε χαλασμένη ζωή. —

Μ' είδε να μπαίνω και στριφογυρίζει
στο δάχτυλο τη βέρα του γάμου της.
Χαμογελά μ' ένα χαμόγελο χρυσό•
που θερμαίνει το αίμα απότομα:
να πεθάνει την πληγή πυρετός.

(Μα στο γυμνό κλαρί το πουλί αχνοτρέμει,
ακούγοντας να επιστρέφει από το μέλλον βουβή
η μονόλεπτη κραυγή που το γέννησε.)