ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ










Σημάδια για το δρόμο  (2015)


Ομολογία



Τα βράδια που μονάχα
το λευκό του γιασεμιού
μας τραγουδούσε
με μύησες στις σιωπές σου...

Και τις λάτρεψα.



Αίσθηση παρουσίας


Η ζεστή φωνή σου
καθώς κλείνει η πόρτα
χάδι που παλεύω να κρατήσω.

Τα ζεστά σου μάτια
χιλιάδες ήλιοι
φώτα που τυφλώνουν.

Τα δικά σου όνειρα
μακρινό γαλάζιο
και νησιά ατέλειωτα
έρχονται και σμίγουνε
γίνονται αγκάλιασμα
φως πυρακτωμένο...


Τα ζεστά σου μάτια
χιλιάδες ήλιοι...
προβολείς και καίνε.





Η μελωδία της σιωπής


Είναι γαλάζια
των ονείρων μου τ' ακρότατα
και είναι οι λέξεις μου
αρώματα της άνοιξης
που σμίγουν σε γιορτή
της μελωδίας.


Με τη σιωπή μου τραγουδώ
για την αγάπη μου
και οι γλάροι συντροφεύουνε
τους ύμνους...





Επιτέλους...


Τώρα, σταγόνες ιερότητας
αναδύονται μέσα από το ανείπωτο
γαλάζιο σου
κι η αγιοσύνη αγκαλιάζει
την κατάργηση του χρόνου.




Διείσδυση


Αφήνω το βλέμμα σου
να διεισδύει
στο τελευταίο μόριο
του είναι μου.


Ξέρω...
θα σε πλανέψουν Κίρκες.

Αφήνομαι ωστόσο
και αρκούμαι...






Με σιγουριά


Θα την θυμάμαι
των ματιών σου την αλήθεια
ακόμα κι όταν θα 'χεις προσπεράσει.
Την αίσθηση απ' το χάδι σου
θα την κρατήσω
ακόμα κι όταν όλα
θα 'ναι παρελθόν.



Αντιθέσεις


Συγκεχυμένα πλάνα
εκπνέουν ασθμαίνοντας...
Παγώνει ο χρόνος
και στο βωμό της ανάγκης
καθηλώνονται
δειλά σκιρτήματα.

Όμως εκείνη,
παλεύοντας πεισματικά

να νοηματίζει

το άπιαστο

τη μακρινή ελπίδα

ιχνηλάτησε

και τη σιωπή της ιερότητας
αξιώθηκε.



Αγρύπνια


Μονάχα το φεγγάρι
συντροφεύει

την ατέλειωτη αγρύπνια μου.
Ο Ιούνης ξεσπάθωσε,
το παλιό αμνημόνευτο αίμα
αχνίζει ξανά
κι όλα στροβιλίζονται
στη δίνη του μυαλού μου.

Τώρα,
εν μέσω επερχόμενου τυφώνα
αναζητώ το φως που απόδιωξα

έναντι οποιουδήποτε αντιτίμου.





Ανάμεσα σε δυο φεγγάρια


Αόρατοι φόβοι
μικροσκοπικές βελόνες
εισχωρούν αργά
και με τρυπάνε...
Ανάμεσα σε δυο φεγγάρια
παρεμβάλλονται οι σιωπές
του νεκρού χρόνου
και η προσμονή του ανέλπιστου...




Η σιωπή



Τώρα τα δύσκολα έπονται
του αύριο η σιωπή ανατέλλει...



Κάποτε ο Ιούλης..


Άκρως αποθαρρυντικά τα δεδομένα
πολλαπλών ματαιώσεων συνέχεια...

ο ήλιος του Ιούλη

κόντρα στο αξεδιάλυτο του ονείρου.

Κυμάτισμα ελπίδας
με την πρώτη άχνα της ανατολής.
Κατάθεση ψυχής
ανάμεσα στα φτερουγίσματα
των γλάρων
και των φιλιών το ατέλειωτο προσμένοντας.

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης

και της χαράς που λαχτάρησα

η συνύπαρξη

σ' ένα πανηγύρι των ανατροπών...

Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.





Οι παγωμένες μέρες του Γενάρη


Οι παγωμένες μέρες του Γενάρη
περπατούν τα απογεύματα στην παραλία
με κατακόκκινους επιδέσμους στο σώμα τους.
Περπατούν χωρίς πρόσωπα
κι έχουν δυο μάτια
που καθρεφτίζουν τη θλίψη
ατέλειωτων αιώνων ερημιάς...




Ανησυχώ...


Εκείνες τις μικρές λεξούλες
που σου χάρισα
τις θέλω πίσω.
Τώρα που αλλάζει ο καιρός
ανησυχώ μήπως παγώνουν...



Ανάμνηση


Μέτρησα τις μέρες, λίγες μόνο.
Μάζεψα τις νύχτες με φεγγάρι

να 'χω να σου στείλω κάτι

με τ' αστέρια που μου χάρισες.


Τώρα, το όνειρο μπερδεύτηκε
με την αλήθεια των ματιών σου.

Το πολύ του ελάχιστου

χάθηκε μέσα στο απέραντο τίποτα.


Και η ανάμνηση
λύπη που αιμορραγεί...




Φθίνουν οι χαρές


Να ξεθωριάζουν άραγε τα όνειρα;
Κάποτε, είχαν τη γεύση της ελπίδας
κι ήταν οι σιωπές γλυκές,
ένα κομμάτι φως που λαχταρούσα.
Τώρα, παγιδεύτηκα
σε σιωπές επώδυνες...
Αναρωτιέμαι...

Για πότε σκλήρυναν τα όμορφα φεγγάρια;
Πως να δεχτώ τ' άλλο τους πρόσωπο;

Πότε αρχίσανε να φθίνουν οι χαρές;


Το τίμημα παράταιρης πορείας.
Φοριέται μόνιμα ανάποδα η ζωή

κι εσύ το ξέρεις...




Ενόραση


Αιώνες περπάτησα γυμνή
ανάμεσα στις φυλλωσιές του Αυγούστου
και τις πηγές που δεν στέρεψαν.

Αιώνες ξεδιάλυνα των μαντείων τα ανερμήνευτα,
ξέροντας πως οι ανακατωμένοι αέρηδες

ήταν η ίδια η ζωή.


Τα καμώματα των καιρών πληθαίνουν
- μοίρα του ανήσυχου Ιθακήσιου-


Αιώνες αγρύπνησα
να ανιχνεύω τα σημάδια

από ήχους άλλων ουρανών...


Αιώνες χαράχτηκα
με το λευκό των γιασεμιών
σε αυλές με το αγιόκλημα της λύπης.

Ανήσυχοι
              θα καταθέτουν
                    πανσελήνους.
                              Οι αιώνες μου.






Στη μάνα μου


Αν ήμουνα ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.

Πότε θα ξανάρθεις, θα ρωτάς.
Και θ' αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες...

Θα ξανάρθω μάνα.
σίγουρα θα ξανάρθω.

Και θα 'μαι ίδια φως


σαν το φεγγάρι.