ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ










ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2015)



Τα πιό πικρά δάκρυα


Τα πιό πικρά δάκρυα είναι εκείνα
που δεν κυλάνε ποτέ από τα μάτια μας.
Οι πιο δυνατοί οργασμοί είναι αυτοί
που δεν ακούγονται.
Η μεγαλύτερη απελπισία είναι αυτή
που κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο.
Την πιο μεγάλη δύναμη
τη βρίσκει ο άνθρωπος
όταν έχει παραλύσει από τον φόβο.
Το πιο έντονο φως
το βλέπεις μέσα απ' το σκοτάδι του θανάτου.
Και για τη ζωή σου
μπορείς να μιλήσεις
μόνο με ό,τι έχεις αφήσει πίσω σου
πεθαίνοντας.


 

Δυο μέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο


Μικρή, γλυκιά, υπέροχη φίλη, Ζωή
που ούτε μια στιγμή
δεν μου αρνήθηκες
το δάκρυ και τον πόνο,
το γέλιο και την ευτυχία.
Ζωή, που με συντρόφεψες
ως τα τώρα, ακούραστα,
σε κάθε βήμα μου.
Που ποτέ δε τσιγκουνεύτηκες
να μου στέλνεις
λύπες και χαρές.
Άσε με πια να φύγω!
Κουράστηκα να σε κρατώ
από το χέρι.
Βαριά είναι τώρα, τα βήματά μου
καθώς σ' ακολουθούν
στο δρόμο που μου χαράζεις...
Δεν θέλω πια να «παίξω».
Σ' αυτή την ήσυχη γωνιά
του πάρκου,
α' αυτό το παγκάκι.
Να γείρω και να κοιμηθώ θέλω.
Και το πρωί,
σαν θα με βρουν οι φύλακες,
να μην ξυπνήσω άλλο πια...


 

Το κρίμα της


Παιδί της παράκλησης,
Παιδί,
μιας ικεσίας στην Παναγία.
Παιδί,
του ενός γονιού.
Παιδί,
που η μάνα σου θυμάται
τον οργασμό που σε γέννησε.
Παιδί,
ενός πατέρα που δεν σε θέλησε.
Παιδί,
που τώρα θα 'σουν 16 χρόνων.
Παιδί,
που αν είχες γεννηθεί
θα σε λέγαν Ρόζα-Ελένη ή Ορφέα.
Παιδί,
που πετάχτηκες στ' απόβλητα νοσοκομείου,
μαζί με τόσα άλλα.
Παιδί,
που δεν έγινες ποτέ.
Παιδί και Κρίμα μου.
Παιδί δικό μου.
Παιδί μου!


 

Η φλόγα που καίει


Μια φλόγα όλη η ζωή μου
ενός μικρού κεριού
που καίγεται δίπλα στο εικονοστάσι.
Ισχνό κεράκι, λυγερό,
η φλόγα του να λιώνει
τον κορμό, λίγο λίγο.
Σιγανά και ταπεινά,
δίπλα στ' άλλα.
Ευχή, προσευχή και ελπίδα
καίγονται μαζί με την απόγνωση
και την πίκρα.
Μια άμορφη μάζα από κερί
μένει στο τέλος.
Ανακατωμένη με την άμμο
και το καμένο φυτίλι.
Σβήνει η φλόγα,
σαν λιώνει το κερί
Μα η ζωή,
δεν τελειώνει.
Ούτε η κούραση
βρίσκει ανάπαυση...
Σέρνεται η ψυχή
από το ένα κερί στο άλλο.
Για να μένει η φλόγα
πάντα ζωντανή.



Θεατές


Μιλούν οι σιωπές μας στα άδεια δωμάτια
Μας βαραίνουν οι παρουσίες.
Απόντες εμείς, θεατές λες,
βλέπουμε να φεύγουν ένας ένας
οι δικοί μας άνθρωποι
και μένουμε ολοένα και
πιο μόνοι.
Μας τσακίζει η ζωή σιγά σιγά
σαν θλίψη απογεύματος
μιας Κυριακής
που η Δευτέρα της
δεν θα ξημερώσει.
Τα αδέσποτα ποιήματα


 

Στους αγαπημένους μου νεκρούς


Αδερφέ μου,
θέλω να μιλήσουμε,
θέλω ν' ακούσω τη φωνή σου,
να σε ρωτήσω και να με συμβουλέψεις...
Μα, είσαι πεθαμένος,
πάνε χρόνια τώρα...
Κι όμως, σαν χτες είναι,
που τα λέγαμε... που με άκουγες
να σου λέω τα παράπονά μου,
τις πίκρες μου, τις αγωνίες μου...
Μάνα,
Πώς πέρασαν τόσα χρόνια κιόλας,
από την τελευταία φορά που
χώθηκα στην αγκαλιά σου κι έκλαψα;
Και μου χάιδευες το κεφάλι,
και «σώπα κορίτσι μου, σώπα...» έλεγες
κι όλα πέρναγαν.. Όλα.
Πατέρα,
Δεκαπέντε χρόνια μετράω πια
στην πλάτη μου,
τ α χρόνια που μου λείπεις...
£αν τον Σίσυφο τα κουβαλάω,
τΐάνω κάτω, πάνω, κάτω...
και τίποτα δεν αλλάζει.
Όσα μού 'μαθές, μπούσουλας στη ζωή μου...
Δεν με γλιτώνουν από τα λάθη
και τις κακοτοπιές,
αλλά, είναι εκεί, πάντα,
να δηλώνουν την παρουσία σου
όταν τα έλεγες,
και την απουσία σου
τώρα που τα σκέφτομαι ένα ένα...
Αχ! Πώς μεγαλώνουμε με κάθε θάνατο,
δικό μας...
Μεγαλώνουμε με τον πρώτο,
κι αρχίζουμε σιγά σιγά,
να γερνάμε από το δεύτερο και μετά...
Κι όταν μείνουμε μόνοι πια,
έχουμε γεράσει τόσο, που,
έρχεται και η δική μας η στιγμή...
Αφήνοντας κάποιον άλλον
να μεγαλώνει στη θέση μας,
ή και κανέναν.

 

 

Θρήνος


Κι εγώ,
που κοίταζα
την ομορφιά του κόσμου
και για τους δυο μας,
και ας μην σε είχα...
Τώρα,
τυφλώνομαι κάθε φορά
που την αντικρίζω.
Σαν μαχαιριά κοφτερή
μου ξεσκίζει τα μάτια
ο ήλιος, το καινούργιο φεγγάρι,
ο κοκκινολαίμης στο κλαδί...
Τίποτα πια, να μην βλέπουν!
Αφού μαζί σου δεν μπορώ
τώρα να τα μοιραστώ.
Τυφλώστε με καλύτερα,
αν πρέπει να συνεχίσω να ζω.
Μέσ' στο σκοτάδι να 'μαι,
αγάπη μου.
Στο ίδιο σκοτάδι να 'μαστέ μαζί
και ν' αναπνέω εγώ μονάχα πια,
και για τους δυο μας.


 

Σκληρό κομμάτι γκρίζου ουρανού


Σκληρό κομμάτι γκρίζου ουρανού
σκεπάζει τη φωνή μου.
Ανελέητα πιέζει το στήθος μου
και την ανάσα μου κόβει.
Σκληρό κομμάτι γκρίζου ουρανού
πατάει πάνω μου
σε μια προσπάθεια να με ισοπεδώσει.
Σφίγγω τα χείλια,
σφίγγω τα δόντια,
σφίγγω τις γροθιές,
αντιστέκομαι.
θυμώνω,
βουρκώνω,
πεισμώνω.
Σκληρό κομμάτι γκρίζου ουρανού
χειμωνιάτικο και υγρό
εγώ θα σε νικήσω
με τη φωτιά που καίει
στην ψυχή μου.


 

Άγρια σιωπή


Άγρια Σιωπή
Σκληρή.
Να σου τρυπάει
τα τύμπανα
και την καρδιά.
Σκληρή σιωπή
Αδυσώπητη
Τίποτα δεν την διαπερνά
Ακόμη και ο πόνος
της ψυχής
μόνο να κάθεται
πάνω της μπορεί
και να την κάνει
ακόμα πιο βαριά.
Φτάνει ο εφιάλτης
στο τέλος
Και δεν ξέρεις
πώς να ξυπνήσεις πια.
Σαν να μην μπορείς
ν' αντέξεις
πως ξημερώνει.
Ξυπνάς, για να
διαπιστώσεις
πως το φως είναι
τόσο σκληρό
που σου πονάει τα μάτια.
Και η μέρα, τελικά,
σε φέρνει αντιμέτωπη
με μιαν αλήθεια
πιο σκληρή
κι από της νύχτας
Τα όνειρα.










Τα 24 γράμματα του αλφαβήτου  (2015)



Β


Βγες,
δεν αντέχω πια να "τα φυλάω"
Κουράστηκα
να μου κρύβεσαι.
Το παιχνίδι τελείωσε.
Βγες, εαυτέ μου,
φανερώσου!
Σκοτείνιασε πια,
κι η μάνα μου
με φωνάζει.
Πρέπει να γυρίσω σπίτι.
1,2,3, "Φτου και Βγήκα"...


Ε


Έφυγα.
Πάντα φεύγω
γιατί,
η Ελευθερία μου,
είναι πιό πολύτιμη
από την
Ευτυχία...
Έφυγες.
Εγώ σ έδιωξα,
γιατί,
η Ευτυχία μας,
σκότωνε την
Ελευθερία μου...



Θ


Η Θύμηση!
όλων αυτών που νιώσαμε,
όλων αυτών που ζήσαμε.
Θυμάμαι,
σημαίνει έχω ζήσει,
έχω γελάσει,
έχω πονέσει,
έχω κλάψει.
Θυμάμαι
σημαίνει πως
ακόμα είμαι ζωντανή...



Μ


Μη!
Μην πλησιάζεις πιο κοντά...
Μην αφήσεις τον εαυτό σου να μ' εμπιστευθεί,
Μη μ' αγαπήσεις!
Μείνε κλεισμένος στη σιωπή σου,
τυλιγμένος στην απόσταση
που μας χωρίζει.
Βάλε μπροστά σου
ένα τοίχο
και χτύπα τις γροθιές σου επάνω,
ώσπου να Ματώσεις.
Μπορεί έτσι
να σ' ακούσω
και να 'ρθω.
Μα, είναι δύσκολο...
Μάλλον, ακατόρθωτο.





Ξ


Ξανά!
Ακόμα μια φορά.
Κι άλλη μια.
Κι ύστερα,
κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη.
Όσες φορές
κι αν φύγουμε,
τόσες θα ξαναβρεθούμε.
Ξανά και ξανά και ξανά...


Ο


Όνειρα
σύννεφα
άλλοτε κάτασπρα
κι άλλοτε σκούρα και μουντά...
Όνειρα,
που χορεύουν στον ουρανό
ή μήπως
στο μυαλό μου;
Όνειρα άπιαστα
σαν τα σύννεφα.
Που κάποιες φορές
μαυρίζουν
και φέρνουν καταιγίδα.
Όνειρα πούπουλα
λευκά
σαν τις νιφάδες του χιονιού...
που σβήνουν
με το ξύπνημα
μιας ακόμα
ατέλειωτης μέρας...




Ω


Ωχ!
Που καταπίνω τη χαρά
και φτύνω
φαρμάκι!




ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΑ  (2014)


Κόκκινο φανάρι


Σταματημένη στο φανάρι
στην κίνηση της Κηφισίας.
Άλλη μια μέρα χωρίς αποτέλεσμα,
ακόμα μια μέρα
σαν τη χτεσινή
ή μήπως χειρότερη;
Ανάβει το πράσινο, μα κανείς δεν κουνιέται,
όλα έχουν μείνει παγωμένα
στην ίδια θέση.
Πλησιάζεις το παράθυρο μου
με το χέρι σου
δειλά προτεταμένο.
Μη μου ζητάς ελεημοσύνη, ρε φίλε,
μόνο απελπισία έχω πια
να σου δώσω.



Η ώρα της σιωπής  


Σου πήρε τόσα χρόνια      
"ποιητή",     
για να καταλάβεις  
πως υπάρχουν κάποια πράγματα 
που λέγονται μόνο με τις σιωπές...        
Τόσα χρόνια 
πάλευες μάταια με τις λέξεις,    
για να καταφέρεις να σιωπήσεις.
Άκου τώρα!  
Αφουγκράσου.        
Κοίτα μόνο,  
μη μιλάς!      
Τώρα μιλάει επιτέλους     
η Σιωπή.     

  

Σαν κούκλα από πορσελάνη


Θα στέκεις πάντα εκεί,
στο παράθυρο, να κοιτάς έξω
τη ζωή, που περνάει
και ζει και αναπνέει και πονάει.
Θα θέλεις να βγεις
και συ,
να σε φυσήξει ο αέρας.
Αλλά,
ποτέ δεν θα μπορέσεις.
Ποτέ δεν θα σ' αφήσουν.
Από αγάπη.
Για να μην σπάσεις...
Καταδικασμένη είσαι.
Να μείνεις πάντα
ένα αντικείμενο λατρείας
για τους άλλους.

 

Χιόνι


                                Στη μάνα

Σαν ζάχαρη άχνη!
Είχε σκεπάσει τις λεμονιές και τις μανταρινιές,
κι έκανε τα φύλλα τους να μοιάζουν
σαν μπισκοτάκια ίων Χριστουγέννων.
Κι ο αέρας που φυσούσε
το άφηνε να πέφτει μετά μαλακά πάνω στο γρασίδι
που κι αυτό ήταν άσπρο.
Και κρύο.
Παγωμένο.
Όπως το χαμόγελο που είχε μείνει στο πρόσωπο της
σαν άφησε την τελευταία της πνοή.
Γλυκό χαμόγελο, ζαχαρωμένο
με μια στάλα θλίψης
στις άκρες των χειλιών. 


Σαλώμη

         
Κι έρχεσαι τώρα και μου ζητάς συγνώμη!
Να σου συγχωρέσω τι;     
Εγώ, η πιο αμαρτωλή, απ' όλους!
Εγώ, που δεν μπορώ, πρώτα απ' όλα,    
να συγχωρέσω τον εαυτό μου.     
Για όλα μου τα κρίματα...  
Τι άφεση αμαρτιών να δώσω;     
Γιατί σ' αγάπησα;  
Γιατί σε φρόντισα; 
Γιατί σε άφησα;     
Γιατί κοίταξα να σωθώ
απ' τον εαυτό μου  
κι από σένα;
Φύγε...
Άσε με τυλιγμένη στα πέπλα μου.
Να χορεύω τις νύχτες
περιμένοντας να ξημερώσει        
και να μου φέρουν
να φιλήσω τα χείλη σου,
ακόμα ζεστά
από το κομμένο κεφάλι!    



Εκτός...


Το ένατο όγδοο, μιας μουσικής,
που δεν κατάφερα ποτέ,
ν' ακούσω...
Αυτή ήταν πάντα η ζωή μου.
Ένα ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο,
ενός δανείου που είχε λήξει,
πριν καν το πάρω.
Μια ανάσα,
που είχε αφήσει το κορμί μου,
ήδη,
πριν αυτό ξεψυχήσει...
Το περίσσευμα
ενός κύκλου,
που είχε κλείσει,
πριν προλάβω
να μπω μέσα...
Και πάντα θα έμενα εκτός!

 



Με αφορμή ένα στίχο του Τάσου Λειβαδίτη




«Πλανόδιος πωλητής, αλλοτινών ονείρων, αλΛοπώ
πραγμάτων, αλλοτινών ζωών...»



Έζησα μια ζωή,
ξεπουλώντας τη ζωή μου,
χαραμίζοντας τα χρόνια μου,
μαγαρίζοντας τα όνειρά μου,
βρωμίζοντας την ψυχή μου,
μέσα στα σάλια αδιάφορων και αηδιαστικών φιλιών,
από ανέραστους και νάρκισσους εραστές.
Τίποτα δεν κατάφερα να χρωματίσω,
αφού τα δάκρυα μου
πάντα ξέβαφαν τις μπογιές...
Μόνη μου τώρα,
με μουτζουρωμένο το πρόσωπο
και τα χέρια,
περιπλανιέμαι στα σύννεφα
και αγγίζοντάς τα, φτιάχνω αστραπές.
Μια καταιγίδα έφτιαξα τελικά,
που στον κατακλυσμό της,
με έπνιξε.




Έρωτας


Έρωτας,
κόκκινο φανάρι στο δρόμο,
κόκκινο δάκρυ
από μάτια γεμάτα πόνο,
κόκκινο φιλί,
σε ματωμένα χείλη.
Έρωτας!
κόκκινο φεγγάρι,
να χύνεται στη θάλασσα
και να βάφει τα μαλλιά σου,
κόκκινα!



Αντίδωρο


Σαν απομεινάρι
από αντίδωρο στο δίσκο
η ευτυχία
σ' αυτή τη ζωή.



Μ’ ΑΚΟΥΣ;

Γράμματα σ’ ένα φανταστικό εραστή (2011)

 


Ένα μπουκέτο λουλούδια


Ήρθε ξαφνικά, από άγνωστο αποστολέα.
Με μια κάρτα που έλεγε πολλά, χωρίς να λέει κάτι συγκεκριμένο και το πιο σημαντικό, μου έλεγε πως ό,τι ζούσα
μαζί σου, είχε αρχίσει να χαλάει.
Ήταν ένα πανέμορφο πολύχρωμο μπουκέτο τριαντάφυλλα, που δεν έμαθα ποτέ ποιος μου τα 'στείλε.
Νομίζω πως έκανες αρκετό καιρό να τα παρατηρήσεις. Όπως ίσως να συνέβαινε και με την κοινή μας ζωή, που τη ζούσες μαζί μου, αλλά κατά βάθος δεν την έβλεπες, την προσπερνούσες, χωρίς να
δίνεις και πολύ σημασία.
Μετά, κάποια μέρα με ρώτησες ποιος μου τα 'στείλε κι εγώ, χαμογέλασα αμήχανα.
Μπορεί να μην με πίστεψες, αλλά δεν ήξερα τι να σου πω.
Ένα μπουκέτο λουλούδια λοιπόν, από άγνωστο αποστολέα, ήταν αρκετό για να μου θυμίσει ότι εσύ, είχες πάνω από δύο χρόνια να μου φέρεις λουλούδια. Είχες αρχίσει να μη με βλέπεις, όταν βρισκόμουν δίπλα σου κι είχες ήδη αρχίσει να φεύγεις...
Κι όταν τελικά τα τριαντάφυλλα μαράθηκαν, κατάλαβα κι εγώ ότι
κάποια στιγμή έπρεπε να βρω το κουράγιο και να καθαρίσω το βάζο
της ζωής μας, πριν αρχίσει το νερό να μυρίζει σα βάλτος.


Ο ΒΟΣΠΟΡΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ...


Βόσπορος δεν ησυχάζει ποτέ.
Αυτό είναι που με γοητεύει σ' αυτή τη θάλασσα. Όρθια, μπροστά στο παράθυρο μου, με τον Πύργο του Γαλατά φωτισμένο ακριβώς απέναντι μου, βλέπω τα καράβια, να πηγαίνουν και να 'ρχονται προς όλες τις κατευθύνσεις, το πρωί, μέσα στην καταχνιά της εποχής, και το βράδυ, πολύχρωμα φωτάκια σα αυτά των Χριστουγέννων, με την γέφυρα φωτισμένη, να αλλάζει χρώματα σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Δεν σταματά, σας λέω, δεν ησυχάζει ούτε λεπτό. Κάθε στιγμή, από κάποια γωνιά του, ένα πλοίο θα ξεπροβάλλει με άγνωστη πορεία, προς άγνωστη κατεύθυνση.
Άλλα πηγαίνουν προς τη Μαύρη Θάλασσα, άλλα γυρίζουν από κει.
Κάποια ετοιμάζονται να περάσουν τον Κεράτιο, κι άλλα διασχίζουν το Μαρμαρά, για να δοκιμάσουν τη γλύκα της Μεσογείου.
Όλα κουβαλάνε μέσα στ' αμπάρια τους τα μυστικά τους και στη γι
φυρά τους τη λαχτάρα της ψυχής, που θέλει πάντα να ταξιδεύει.
Λες κι αν αράξει κάπου, θα πνιγεί. Μέσα στο σκοτάδι, φτιάχνω με το μυαλό μου ιστορίες για ταξίδια μακρινά, μοναχικά, μαγικά...
Σε χώρες άγνωστες, που δεν έχω ακόμα πάει, κι έτσι, ο νους μπορεί
και τα φτιάχνει όπως θέλει.
Βλέπω να με περιμένουν άνθρωποι δικοί μου στα λιμάνια και σε
άλλα πάλι, τους αποχαιρετάω εγώ και φεύγω.
Ένα ακούραστο πήγαινε έλα, όπως αυτό που μέχρι τώρα χαρακτηρίζει τη ζωή μου ολόκληρη.
Η βροχή πέφτει πάνω στα τζάμια του παραθύρου μου δυνατή κι
εγώ, μέσα στη ζέστη του δωματίου, ονειρεύομαι την καταιγίδα πάνω
στην κουπαστή, με προορισμό τον Εύξεινο Πόντο.
Την άγνωστη θάλασσα, την αγριεμένη, που με την τρικυμία της καταφέρνει να ημερεύει αυτά που έχω μέσα μου...
Περνάω σιγά τη Γέφυρα, αφήνω πίσω μου τα φώτα της Πόλης, τώρα
τα πλοία λιγοστεύουν, το σκοτάδι της νύχτας, είναι βαθύ και πηχτό,
μόνο το άσπρο των κυμάτων φωτίζει λίγο.
Πού και πού, από το βάθος ένα αχνό φως δείχνει ένα άλλο πλοίο
που γυρίζει προς τα πίσω.
Πλησιάζει ολοένα και πιο πολύ, διασταυρώνεται μαζί μου, χαιρετάμε
το ένα το άλλο κι ύστερα φεύγει και μένω πάλι μόνη, στο δικό μου
το καράβι, με την δική μου πορεία προς το άγνωστο.
Οι καινούριες χώρες, τα άγνωστα λιμάνια με περιμένουν κι εγώ βιάζομαι να φτάσω.
Πότε θα φτάσω, πόσο θα μείνω ούτε που ξέρω.
Όταν μπαίνεις σε ένα λιμάνι, το μόνο που πρέπει να σκέφτεσαι είναι
το επόμενο ταξίδι.


Ύστερα από χρόνια


Πρώτα κοιταχτήκαμε στα μάτια.
Μετά, χαμογελάσαμε κι οι δυο ταυτόχρονα ο ένας στον άλλον.
Σταθήκαμε ένα λεπτό αμήχανοι κι ύστερα αγκαλιαστήκαμε.
Με μια βαθιά, ζεστή αγκαλιά, που είχε μόνο αγάπη και νοσταλγία μέσα της.
Πόσα χρόνια είχαμε να δούμε ο ένας τον άλλον;
Πόσα πράγματα είχαν συμβεί στο μεταξύ στις ζωές μας;
"Δεν έχεις αλλάξει καθόλου" είπαμε κι οι δύο μαζί και σκάσαμε στα γέλια
Είναι αλήθεια! Δεν έχουμε αλλάξει. Μεγαλώσαμε, αλλά δεν έχουμε αλλάξει.
Καθίσαμε να πιούμε έναν καφέ, να τα πούμε.
Τι να πρωτοπούμε; Γάμοι, διαζύγια, παιδιά, δουλειές.
Δρόμοι που μας οδήγησαν αλλού τον καθένα.
Και η στιγμή, που μας έφερε να βρεθούμε ξανά.
Σου 'πιασα το ένα χέρι, μου 'πιασες το άλλο. Τα χέρια μας πλέχτηκαν για λίγο. Μείναμε έτσι, αμίλητοι για μερικά λεπτά.
"Δε θέλω να σε ξαναχάσω, μου είσαι πολύτιμος, πάντα μου ήσουν"
σου είπα φεύγοντας.
Μπήκα στ’ αυτοκίνητο μου και τράβηξα το δρόμο μου...






Ένα αστέρι για το βράδυ


«Κάθε βράδυ, θα σου ανάβω ένα αστέρι στον ουρανό, για να μην φοβάσαι το σκοτάδι.
Κοίταξε ψηλά να δεις πόσα αστέρια έχει.
Ποτέ πια δεν θα φοβηθείς.
Ποτέ πια δεν θα είσαι μόνη.
Θα σ ακολουθεί παντού, όλη την νύχτα, το αστέρι σου.
Και θα σου κρατάει συντροφιά.»
Έτσι μου 'χες πει.
Κι ύστερα έφυγες!
Έμαθαν τα μάτια μου να βλέπουν στο σκοτάδι πια.
Έκανα τη νύχτα σύντροφο μου.
Κοιτάζω ψηλά και βλέπω τ αστέρια.
Δεν ξέρω ποιό είναι το δικό μου τώρα.
Δεν ξέρω καν αν μου ανάβεις ακόμα ένα κάθε βράδυ.
Όλα λάμπουν.
Όλα τον ίδιο ουρανό φωτίζουν, τελικά. 



Μια φλούδα φεγγαριού με άρωμα καρπούζι


Βγήκε νωρίς, έτσι κάνει πάντα όταν είναι μικρό, νέο, καινούργιο.
Σχεδόν τ’ αστέρια δεν είχαν βγει όλα στον ουρανό την ώρα
εκείνη, και 'κείνο ήταν μια φλουδίτσα τόση δα.
Αχνά, γύρω-γύρω, μπορούσε κανείς να διακρίνει όλο το υπόλοιπο,
ολοστρόγγυλο, σαν κρυμμένο πίσω από την κουρτίνα σώμα, που
πιο πολύ η φαντασία σου το βλέπει, αλλά που ξέρεις πως είναι εκεί,
αληθινό, ζωντανό και πως σε λίγες μέρες, θα μπορείς να το αγγίξεις.
Κι έτσι, αρκείσαι να το προσμένεις, να το ποθείς, να το φαντάζεσαι.
Στην ατμόσφαιρα υπήρχε μια αίσθηση νοτισμένης υγρής προσμονής
κι ο αέρας, που φυσούσε επίμονα, ερχόταν κι αυτός από τον νοτιά
και σου τρύπαγε τα κόκαλα στις παλιές πληγές μ’ ένα γλυκό πόνο.
Τα ξεραμένα από τη δίψα χείλη μου είχαν ακόμα τη γεύση του
μεσημεριάτικου καρπουζιού κι ας ήταν ήδη σούρουπο και η ματιά μου
ήταν κολλημένη πάνω του, ψηλά στον ουρανό.
Και 'κείνο ήταν ακόμα εκεί, σαν την φλούδα του καρπουζιού, που
είχα φάει κι είχα πετάξει κιόλας στα σκουπίδια.
Λίγο, ελάχιστο, αλλά φωτεινό και πεισματάρικο, να μου λέει πως
το καλοκαίρι μόλις άρχιζε και το καρπούζι είχε ακόμα πολύ για να
τελειώσει...



Μέσα από το τζάμι


Μέσα από το τζάμι σε κοίταζα κι αναρωτιόμουν αν έφτανε η φωνή μου στ' αυτιά σου. Τα μάτια σου, που με κοιτούσαν, κάτι μου έλεγαν, αλλά το τζάμι ήταν εκεί, ανάμεσα μας και δεν μπορούσα να σ' ακούσω, ούτε σ' έβλεπα.
Ο ήλιος με τύφλωνε, έτσι όπως έπεφτε πάνω στο τζάμι κι έκανε αδύνατη την επικοινωνία μας. Το "Αττικό φώς"! Μαγικό κι Αδυσώπητο! Να μας κόβει στα δυο. Εσύ απ' έξω κι εγώ από μέσα. Εσύ από την μια μεριά κι εγώ από την άλλη. Και ανάμεσά μας, το Φως. Να μας ξεκουφαίνει... Και τι ήθελε η φωνή σου να μου πει και τι ήθελε η δική μου να σου απαντήσει, να μην γίνεται... Σαν τα χέρια μας, που ακουμπούσαν το ένα το άλλο, αλλά ανάμεσά τους ήταν το τζάμι. Και έτσι τελικά, ποτέ δεν σ' άγγιξα...