ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ










FAST FOOD & ΚΕΡΜΑΤΑ  (2015)



FAST FOOD


IV


Ας ταξιδέψω.
Γι' αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται... Φεύγουν...
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος χι εσύ.

VI

Ηλιόλουστη
μέρα. Η μοναξιά μου
κρύβει το φως.

VIII

Λίγα τα χαρτιά
στο συρτάρι. Μα πόσο
πολλά θυμίζουν.

XIV

Σε βρήκα, είπε.
Δεν είχε προσέξει πως
διάβαζα στίχους. 

ΧVIII

Ήχος μπουζουκιού...
Στροφές ζεϊμπέκικου
κι η νύχτα περνά.

XIX

Μικρό ποίημα...
Διαβάζοντάς το νιώθω
να μεγαλώνει.


XXIV

Σπονδές κρασιού
για νεκρούς. Για ζωντανούς
Κάποτε κι αίμα.
 
XXXI

Όμορφη φύση
αλληλοσπαράσσεται.
Κορνίζα κενή.

XXXVIII

Άνοιξης τόποι
με καλούν. Μα η πόλη
μ' έχει δεμένο.


XXXIX

Άνοιξη χλωμή.
Της καρδιάς μου ο πόνος
της ρίχνει σκιά.


XLIII

Την ομορφιά της
τη βλέπει. Αόρατα
χα σχέδια της.



XLVΙ

Σε δεκαεπτά
συλλαβές έχω κλειστεί.
Άνετα νιώθω.


XLVΙΙ
 
Κι αν με σκορπάνε
στους στίχους συγκεντρώνω
τα κομμάτια μου.



ΚΕΡΜΑΤΑ


Καλοκαιράκι:
εποχή να ξεχαστείς
και να ξεχάσεις.

*

Επικοινωνεί
μέσω κουμπιών, μένοντας
στη ζωή μόνος.

*

Άλλοι στο μέλλον
Κι άλλοι ζουν στο παρελθόν.
Στο παρόν χάνεις.

*

Σύντομη ζωή.
Διαρκούν μόνο στιγμές
Κι αυτές στη μνήμη.

 *
 
Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

*

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.

*

Θλίψη το δείλι
κι ας βάφεται κόκκινος
ο ορίζοντας.

*

Όμορφη φύση.
Κοιτά κι αποκοιμιέται.
Ντροπή ποιητή.

 *

Ζούμε... δεν ζούμε...
Ποιος τάχα να νοιάζεται;
Κι ο χρόνος περνά.

*

Ο χρόνος μιλά
μα οι καρδιές δεν ξέρουν
αυτή τη γλώσσα.

*

Φθινόπωρο μου
μάρανε φύλλα μόνο
ποτέ ελπίδες.

*

Μαύρα σύννεφα...
Ψηλά δεν με φοβίζουν.
Μόνο στο βλέμμα.

 *

Άλλοι τριγυρνούν
άσκοπα εδώ κι εκεί.
Κι αυτός μέσα του.





ΚΑΛΗ ΚΡΥΨΩΝΑ  (2007)



ΚΑΛΗ ΚΡΥΨΩΝΑ


Μέσα στο θόρυβο δύσκολα να μ9 ακούσεις.
Κι ούτε που το προσπάθησα.
Βιάστηκα ν' απομακρυνθώ
μήπως και μάντευες στο βλέμμα μου τη θλίφη.
Ό, τι θα ήθελα να πω
πάλι με στίχους θα το πω,
γιατί το ξέρω πως δεν θα τους διαβάσεις.

Είναι καλή κρυφών α οι στίχοι για τ ανείπωτα. 



ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Άργησε κάπως για να 'ρθει.
Λαχανιασμένη στάθηκε μπροστά του,
ίδιο λουλούδι, που το λίκνισε ο άνεμος.
Κράτησε το λουλούδι αυτός
και έδιωξε τον άνεμο.
Δεν τον πειράζει, που άργησε να ‘ρθει.
Κι αν δεν προλάβουνε να δουν
το ηλιοβασίλεμα
τους μένουν το φεγγάρι και τ’ αστέρια. 


ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ


Το κοχύλι που μου χάρισες
ακόμα το κρατώ.
«Θυμάται τη θάλασσα.
Τόσα χρόνια θυμάται τη θάλασσα
κι αναστενάζει.» Ψιθύριζες κάποτε
καθώς τ ακουμπούσες στ’ αφτί.

Εσύ τώρα μια θάλασσα
εγώ ίνα κοχύλι που θυμάται
μα πώς ν’ ακούσεις τον αναστεναγμό.



ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΑΠΛΟ


Σούρουπο μπήκε και πάλι στο σταθμό,
σκυφτός απ’ των αποσκευών το βάρος.
Έβγαλε εισιτήριο απλό
κι ασκομαχώντας ήρθε στην πλατφόρμα.
Όσα μαζί του κουβαλά - κι είναι πολλά -
κανένας δε θα (ρθει να τα ελέγξει.
Μαζί του θα περάσουνε κι αυτά,
θα τον ακολουθήσουν και σε τούτο το ταξίδι,
χωρίς να χρειαστούν φορτωτική.
Ετούτοι 'δω οι ελεγκτές, έτσι κι αλλιώς,
μετρούν κεφάλια και εισιτήρια
κι αυτός το εισιτήριο του το έχει βγάλει.


 

ΣΤΟ ΚΑΤΑΡΤΙ


Το ταξίδι έχει τελειώσει
Κι οι σύντροφοι πάνε κι αυτοί.
Άδειασε το καράβι.
Φουρτούνα πια καμιά δε σ9 απειλεί.
Πόσο μακριά τα μέρη των Σειρήνων!
Ν' ακούσεις το τραγούδι δε μπορείς.
Μ’ ακόμα στο κατάρτι εσύ δεμένος. 




ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ


Πόσο ατρόφησαν τα χέρια και τα πόδια.
Ψηλά στις ταράτσες
σπαρταράνε τα κορμιά
κρεμασμένα από τις τηλεοπτικές κεραίες
κι εσύ ζαλισμένος με τα φώτα της πόλης
πώς να μιλήσεις για το φως των αστεριών;


 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ


Οι σταγόνες κυλούν όλες μαζί.
Μπαίνουν η μια μέσα στην άλλη.
Λιώνει η μια μέσα στην άλλη.
Το νερό κυλάει κελαρύζοντας.
Οι σταγόνες κυλάνε τραγουδώντας.

Οι άνθρωποι περνούν όλοι μαζί.
Ο ένας δίπλα στον άλλον.
Χωριστά ο ένας με τον άλλον.
Κρύος αέρας περνά ανάμεσά τους.
Οι άνθρωποι περνούν αναστενάζοντας.



ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ


Το νερό κυλά κελαρύζοντας
τραγούδι γλυκό στ9 αυτί το πέρασμα του.
Κι ο χρόνος κυλά,
μα δεν ακούγεται.
Κανένας ήχος στα σημάδια του.
Πάντα βουβό το πέρασμά του.
Μόνο στο τέλος κάτι θ’ ακουστεί:
Κλάμα και μοιρολόι.




ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΜΠΟΔΙΑ  (1997)



ΔΥΣΚΟΛΗ ΒΑΡΔΙΑ


Εύκολο είναι να το πει.
Τους αγαπάει κι ας μην τους γνώρισε καλά.
Του αρέσει να τους βλέπει
να πίνουν αμέριμνοι καφέ,
να γελάνε εύκολα κλείνοντας πονηρά το μάτι
και να ερωτεύονται.
Κάποτε πάλι τον θυμώνουν, για λίγο όμως,
κι ας ξέρει πως τούτοι ονειρεύονται
μόνο τη νύχτα στο κρεββάτι,
όταν αυτός, χωρίς να κοιμηθεί,
τολμά να δει τους άλλους εφιάλτες. 



ΕΥΘΥΝΗ


Όλα μαύρα τα 'βλεπε
κι έγραψε στίχους πεζούς,
που κανείς δε σκεφτόταν να ψάλλει.
Λοιπόν, αρκετά. Άλλο δεν πάει.
Πρέπει ευθύς ν' αλλάξει θέμα και ύφος.
Να γράψει για τον ήλιο που χαμογελά,
για το φως που αστράφτει
στο γυαλί και στις πέτρες.
Άνοιξε το παράθυρο να δει,
μα ο ουρανός βάρυνε πάνω του.

Για τούτη 'δω τη συννεφιά
το φταίξιμο δεν ήταν του καιρού. 



ΤΟ ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ


Ο τύπος ήταν γραφικός.
Κατακαλόκαιρο κι αυτός με το αδιάβροχο
και πάντα να μιλά
για βροχερά απόβραδα
για νωτισμένα μαντήλια
για μουσκεμένα προσκέφαλα
για φουσκωμένα ποτάμια,
που τα παίρνουν όλα μαζί τους,
για χαρακτήρες ρευστούς
που μπορούν πάντα να επιπλέουν,
όταν εσένα βουνό τα κύματα
ταχιά σε ξεβράζουν πνιγμένο.

Κατακαλόκαιρο τον κοιτούσα να φεύγει
μέσα σε φθινοπωρινή βροχή. 



ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΣ ΦΟΒΟΣ


Δέσαμε στο λιμάνι
από το φόβο των αγέρηδων.
Τώρα κλεισμένους στο σπίτι
μας φοβίζουν τ' αερικά.



ΠΡΩΙΜΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ


Είχαν πεθάνει πριν από τη μάχη.
Τώρα γυρεύουν μ' αγωνία ανάμεσά τους
τυχόν επιζήσαντες να πολεμήσουν.
Γιατί και πριν από τη μάχη
οι ζωντανοί είναι πάντα λιγοστοί.



ΝΑΥΑΓΙΟ


Κρύβει το πούσι τη θωριά των πλοίων που ξεμείναν
κι ως μέσα στο ξημέρωμα σούρουπο, λες, απλώνει,
αργά γλυστράνε οι σκιές εκείνων που τα πίναν
στου λιμανιού τα καπηλειά όλη τη νύχτα μόνοι.

Σκιά κι εγώ μες στις σκιές να λαχταρώ ταξίδια
κι ας μοιάζω σάπιο πια σκαρί, δεμένο στο μουράγιο.
Πάντα στα ίδια να γυρνώ, πάντα να ζω τα ίδια
από φουρτούνες μακρυά, μα της στεριάς ναυάγιο. 



ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ


Μπήκε αργά στο δωμάτιο
κλειδώνοντας πίσω του την πόρτα.
Καθισμένος στην πολυθρόνα κάπνιζε
κοιτώντας επίμονα μακρυά
χωρίς τίποτα να βλέπει.
Ύστερα μάζεψε αργά τις στάχτες.
Άπλωσε τα χέρια σπρώχνοντας νοερά.
Τάνυσε τα πόδια τάχα πως περπατούσε βιαστικά.
Ξανάζησε το όνειρο.
Το πρωί οι στάχτες ήταν ξανά
σκορπισμένες γύρω του.




Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ  (1994)



Ο ΤΥΦΛΟΣ


Βολεύτηκε στην αρχή με το μπαστούνι.
Το κρατούσε μπροστά
αποφεύγοντας τα εμπόδια.
Κάποτε αποφάσισε την εγχείριση.
Βρίσκοντας το φως του,
έκανε το μπαστούνι ρόπαλο.



Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Είχε υπολογίσει σωστά.
Την κρέμασε ακριβώς απέναντι,
έτσι που μόλις σηκώνοντας το κεφάλι
να βλέπει μπροστά του το κάδρο,
κρεμασμένος κι αυτός απέναντι, χωρίς καρφιά
κι άλλοτε πάλι μετέωρος στο κενό,
σαν τον καπνό μιας φωτιάς που σιγοκαίει. 



ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ


Μου 'λεγες πως οι τοίχοι έχουν αυτιά
κι εγώ χαιρόμουνα που κάποιος
θα μπορούσε να μ' ακούσει.
Από τότε έμαθα να κλείνομαι σπίτι νωρίς.
Ξεκρέμασα τα κάδρα
για να μην υπάρχουν εμπόδια
κι αφήνω τα λόγια ν' απλωθούν
στις λευκές επιφάνειες
έτσι που όταν παίρνει να νυχτώνει
οι τοίχοι φωταγωγούν την αγρύπνια μου.
Τώρα μπορώ να σας το πω:
Τους πιο καλούς μου στίχους δεν τους έγραψα
Πάνω σ' αυτούς εδώ τους τοίχους
τους έχω ακουμπήσει. 


 ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟΙ


Κάθε πρωί τους βλέπω και με βλέπουν να φεύγουμε.
Μέχρι τ' απόγευμα τους βλέπω και με βλέπουν
ν' ακονίζουμε μαχαίρια.
Τα βράδια πίσω από τοίχους
καθένας μόνος του μετρά τη ζωή
με τις ίντσες της οθόνης,
πριν τον ξυπνήσουν τη νύχτα τα όνειρα,
που κάποτε νανούριζαν γλυκά.

Ίδια προβλήματα.
Ίδια εγκλήματα.
Ίδια τα λάθη κι η σιωπή.
Δυστυχώς όλοι μοιάζουμε
- σχεδόν όλοι.



ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ


Φοβόσουν να βλέπεις το σπίτι ν' αδειάζει.
Άκουγες τη φωνή του παλιατζή
κι έκρυβες τα κλειδιά της αποθήκης
με το μαγκάλι της γιαγιάς και την πινακωτή.
Σ' άρεσε να κλείνεσαι με τις ώρες στα δωμάτια,
μελετώντας τα πράγματα που μοιράστηκαν τη ζωή μας.
Έπιανες το πανί κι εγώ δεν ήξερα
αν ήταν για να τα ξεσκονίσεις
ή για να τα χαϊδέψεις,
προσπαθώντας μάταια κι εσύ να κρατηθείς,
αν και μπορούσες να το βλέπεις καθαρά:
Πριν από τα σπίτια
είμαστε εμείς που αδειάζουμε.



ΣΤΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ


Στο ακρογιάλι πεταγμένα τα κορμιά
γυαλίζουν μ' αλοιφή κι ιδρώτα.
Τα χέρια βουλιάζουν στην άμμο
κι αυτή φουσκώνει κι απλώνεται
όγκοι εδώ, όγκοι εκεί
σκεπάζοντας ένα γύρω τα φυτά,
πνίγοντας το νερό, την ανάσα, το δάκρυ
σα να μην είναι τούτη η άμμο της θάλασσας
μα της ερήμου. 



Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΥΠΝΟΣ


Στροβιλίστηκε ακόμα μια φορά
κι ύστερα στάθηκε σκυφτός
με το καπέλο στο χέρι.
Το χειροκρότημα έπεσε ζωηρό πριν το
Ύστερα ο κλόουν χάθηκε.
Αλλάζοντας όψη, έγειρε να κοιμηθεί,
αγκαλιά με τους ρόλους
που ποτέ δεν έπαιξε.






Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΥΧΤΑ


Μέχρι εδώ ήταν.
Τα σύννεφα πιο κάτω τελειώνουν.
Οι φτερούγες μου λιώνουν στο φως της
πνίγοντας με ακόμα μια φορά
στο δικό μου πέλαγος.
Το ταξίδι Βαραίνει πάνω μου μολύβι,
που με πάει ίσια στο βυθό,
καθώς περιμένω μ' αγωνία
την επόμενη νύχτα. 



ΔΙΟΔΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ


Τα είχε όλα φροντίσει.
Ακόμα και καταπακτή με σήραγγα
για την περίπτωση ανάγκης.
Όμως δεν του χρειάστηκαν,
μια και τις μάχες που 'πρεπε να δώσει
τις απόφυγε
κι ούτε που σκέφτηκε κανείς
λόγους για να τον κυνηγήσει.
Ήταν μόνο γι αυτά που δεν