ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ








ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟ ΧΩΜΑ (2015)




Ατελεύτητη μητρότητα


Ονειρεύτηκα την κόρη μου
γριούλα,
κάτω από άγριες ρυτίδες
αναίτια να πληγώνεται
το ευλογημένο σώμα
του ποιητή Θεού εντός της,
ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι
το παντοτινά αφημένο στη μητέρα, χέρι,
να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη
μες στην άδεια κοιλιά μου.
Όσο λιγόστευαν οι αξύπνητοι φόβοι,
τεντώθηκε πάλι,
παιδί,
χαϊδεμένο απ την καθάρια αφή
της ψυχής μου,
μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό
της αγκάλης.

Την κράτησα
μικρό θεμέλιο του στήθους μου,
της εξιστόρησα με ανακούφιση
τον ανύπαρκτο χρόνο
την ατελεύτητη μητρότητα.




Μητέρα των νεφών

 
Στων θόλων τη φαντασμένη πληρότητα,
με προσωπεία
των ασχημάτιστων πόθων της
αιωρούνταν πάντα
αβέβαιο σώμα
μέχρι που της ζητήθηκε να πέσει
στις στιβαρές πιθανότητες του αέρα,
στο γδάρσιμο των πήλινων άστρων.

Θυμήθηκε κάτι φτερά,
καραδοκούν πισώπλατα
ορμούν σαν ένστικτα στις φτέρνες
θυμήθηκε τους εύτολμους
που γίναν φεγγαρόσχημα σημάδια
στα ανέγνωρα περάσματα,
μα όταν αφέθηκε
για να πληγώσει τη βαρύτητα
κατέληξε στο έσχατο κράτημα,
στην οροφή του διαβόλου
με τα γλυπτά εντόσθια του νου της
τσακισμένα
και δίπλα της χορταριασμένα πούπουλα
από θαλασσινά πουλιά
που ξέβρασαν περίσσεμα
οι τρύπες του ουρανού.

Έζησε εκεί
μια χωμάτινη μητέρα των νεφών
πλανημένη
από τον δίποδο άνεμο
απόγινε συμβολισμός,
μια ζωντανή τοιχογραφία της αβύσσου.
Μια επιπόλαιη σχισμή το σώμα της
διανοίγει
το ατράνταχτο κενό
της ελευθερίας.



Ο γιός μου δεν είναι πολεμιστής


0 γιός μου δεν είναι πολεμιστής,
τα δάχτυλα του δεν είναι σπαθιά
τα νύχια του δεν είναι μαχαίρια,
στους μικρούς ώμους του
δεν εξογκώνεται ο όλεθρος.
Ο γιός μου μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού
ασκέπαστος
ξυπόλυτος συντάσσεται με το γυμνό καλοκαίρι
απλωτός στρατεύεται με την πυκνή βροχή
κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές.
Στη θάλασσα αποπλέει με αθώες αναζητήσεις,
σε βουνά στην κάθοδο αντιστέκεται,
κορφές των βράχων κυριεύει.
0 γιός μου δεν είναι κυνηγός
δεν σφίγγει ξένους χτύπους
δεν καταπατά υψωμένα σώματα,
η ανέμελη προώθηση του βέλους του
στοχεύει το απρόσβατο χώμα.
Με μιαν απόχη μεταφέρει ωραίες εντυπώσεις,
τις αποθέτει πλούσιες
επάνω σε φιλέριδες εκφράσεις,
και τις χαλά.



Παιδικός ύπνος


Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
εγγίζω άπνοα
το λιόγερμα των βλεφάρων,
τις άφατες στιγμές,
τη δροσερή αδράνεια των κορμιών.
Ασπάζομαι μισάνοιχτες γροθιές,
ενόσω αποκαλύπτουν στο σεντόνι
ατόφιες τις αισθήσεις.
Τις συγκεντρώνω αυτούσιες
για την ενθύμηση των αισθημάτων.

Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
νιόβγαλτα των αναμνήσεων,
αναπαύουν ξαφνιάσματα
στη μητρική γη,
στα μέτωπα της περιπλάνησης
χαϊδεύω ένα παλιό ταξίδι μου,
στραμμένο στους ωραίους μύθους,
και στη διαύγεια των μορφών.

Πάντα θα περιγελά την ωμή ξαγρύπνια μου
ο ευλογημένος ύπνος των παιδιών μου.



Τρελός του δρόμου


Είδα έναν άνθρωπο
να αντηχεί αδηφάγα γέλια,
εγκλωβισμένος στον λαβύρινθο του δρόμου,
τσίριζε υποσυνείδητες κενότητες
σε λαμαρίνες και ψυχές,
ακίνητος,
στη δίνη της ρέουσας ύπαρξης,
αφουγκραζόταν
τους βίους των δέντρων,
τον καθαρό ψίθυρο των βουνών,
τη νεκρή άσφαλτο του μυαλού.

Δεν γέλασα.
Δεν γελώ πια με τους τρελούς.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
θα περιφέρομαι
χάρτινη σημαιοφόρος των ονείρων,
με ανυπάκουα στην ευταξία φωνάγματα
θα με χλευάσουν για το ανάσκητο κεφάλι
και για αδόκιμους ήχους της αφροσύνης
που ξεφεύγουν σαν εκπνοές θανάτου.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
λιθοβολήσουν το στόμα μου,
από φόβο
μήπως και καταλάβουν τι θέλω να τους πω.



  

Το σπίτι


Το σπίτι, γιαγιά,
σου έδωσε το τελευταίο φιλί μου
τώρα αγωνιά στην απουσία σου,
ελπίζει στο οικείο πέρασμα.
Πρέπει να συνηθίσει καινούργια χνώτα,
μια σταθερή φωνή να το συντροφεύσει
στην προδοτική λήθη,
ψάχνει ακόμα τα τυχαία αγγίγματα
που το αγαπούσανε κρυφά
και φανερά το υπηρετούσανε,
τον ουρανό από το χαραγμένο τζάμι
που ακολουθούσε μέσα από τη ματιά σου.
Είναι θλιμμένο το σπίτι σου,
σε περιμένει ακόμη,
γιατί από θάνατο δεν ξέρει.
Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους
οι άνθρωποι που λείπουν.



Η αλήθεια


Όταν ακούμπησε την αλήθεια,
μια σπίθα από την κόλαση του Ρεμπώ
την ηλέκτρισε
ως τα βάθη της παραλυμένης σκέψη της.
Η αλήθεια
την βρήκε πεταμένη
να μάχεται το σκληρό μαξιλάρι,
να διακινδυνεύει
στο φόβο μιας μαύρης τρύπας,
την κεκτημένη αρχή,
να συρρικνώνεται
τηρώντας νόμους της εξαφάνισης
σε ένα τσιμεντένιο κουτί,
με αργούς σφυγμούς της ζωικής θέλησης
να προετοιμάζεται για την σαρωτική αυτοσυνείδηση
και να αλλάζει εκφραστικά τις σημασίες.
Η αλήθεια
την κρέμασε,
με σχοινιά από το ταβάνι
για να μπορεί να στέκεται ολόρθη σα ζωντανή.
Τώρα πια ολόρθη σα ζωντανή,
συνηθίζει στο ψέμα.



Οι φίλοι μου


Οι δικοί μου φίλοι
ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
χειρονομούν τους φόβους τους
με αγκαλιές ασπόνδυλες
που καταρρέουν
πάνω μου τη στοργή,
ας ξέρουν
πως δεν κρατώ τίποτα γερό
να τους στεριώσω

Οι δικοί μου φίλοι
με σηκώνουν από το παρεξηγημένο σώμα,
επιδένουν την παραμέλησή του με τα οστά τούς
όση ώρα τρέχουμε στα σκαλιά
των φροντισμένων δέντρων

Οι δικοί μου φίλοι
διαβαίνουν με την απείθεια μου
άκριτα
από την πορώδη διάβαση της εποχής,
πάντα τοξοβολούν ελεύθερα τραγούδια
στοχεύοντας σε ενύπνιους αριθμούς
που λοιδωρούν το στέρνο μου

Οι δικοί μου φίλοι δεν υπάρχουν
δεν υπήρξαν ποτέ,
είναι πήγασοι και λευκά αηδόνια



Αλυχτούν οι σιωπές των κρυμμένων


Για να με δείχνω στο έδαφος
δανείστηκα μια χαλασμένη χορδή.
Με αυτή βήχω γέλια
σχεδιάζω δειλές καταφάσεις,
με λέξεις που αυτοκτονούν
από κατάχρηση.
Για να ανήκω στη στοιχειώδη φύτρα των λάλων,
μασώ το βρώσιμο αλφάβητο τους
κοινωνώ με δεκάδες χειλικούς εαυτούς
διασκεδάζω με κρίκους τερπνούς
που ανάμεσα τους περνώ
υπογλώσσιος ακροβάτης.

Σε ένα πνιγμένο ενυδρείο
επιπλέει η φωνή μου στη σκουριά
κάτω από τη νοητή τρίχα του ανθρώπου,
οι εγκόσμιοι
περιφέρουν πάνω μου τα δόντια τους
δαγκώνουν το τελευταίο κομμάτι
της σιωπής μου
για να μην αλυχτά
τις πολύτιμες μου υποχωρήσεις.



Μικρό ερωτικό της αβύσσου


Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήμερα τοπία,
είναι το ανάποδο

της αβύσσου.



ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



 

Μνήμες  ασωμάτων στιγμών

   
Μνήμη αθώα
των αφίλητων λόγων του,
σε παραδίδω
στο άτρητο κελί  της σκέψης του,
στο αδάκρυτο «ύστερα» των δακρύων μου,
στην αγίνωτη ώρα του πόθου.
Μνήμη μυθική της εικόνας ,
ας μπορώ να σε σέρνω
σε μια εναλλακτική αφή
των χεριών που με ψάχνουν,
στην ευθεία τροπή του εμπράγματου έρωτα,
στον λυμένο του λαβύρινθο
που στρώνεται πλάτωμα εμπρός μας,
στο ελεύθερο  άπειρο
με ρόδα για πλανήτες,
να γεμίζουν
την κώμη της καρδιάς μας
με ελπίδα,
με  ισχύ μιας υπόσχεσης
που δεν εδόθη ποτέ,
κι είναι αυτή από μόνη της
τώρα ζωή.
Μνήμη ασώματη εκείνου,
σε αποθέτω 
στο αναγνώσιμο μέλλον του
κι έχω ήδη αναβάλει τον θάνατο
μιας αγάπης απτής ,
του ιδρώτα.



Περί αγάπης


Λένε
πως στον αληθινό τόπο της αγάπης
πλάσματα με ασύνορα χαμόγελα
πλαταίνουν
τα  χείλη του Θεού
ως τις αλαργινές πλευρές
ακμαίων οραμάτων,
κι εξασθενίζουν τον σαρκοβόρο διάκοσμο
στο διάφανο περίγραμμα της τελειότητας τους.
Εδώ,
αραιά ατενίζουμε
το άβατο νόημα
όπου η αγάπη ευδοκιμεί,
μόνο εκκινώντας
από ειρηνικές εστίες
κι από αγκαλιές παιδιών
-το σιωπηλό αιωρούμενο
της ομορφιάς που μας απόμεινε-
προσώρας ξηλωνόμαστε
από τον γλίσχρο μας κήπο,
ανάποδα δέντρα 
προστρέχουμε
σε εύφορες σχισμές των ουρανών,
έρμαια στην κόψη των σφοδρών μας ετών
ολοκληρώνουμε τις αίσιες δυνατότητες
των αισθημάτων
μες στα τυχαία σώματα,
όπου η αγάπη
καθεύδει ατελής.


Τώρα που κατάφερα να κλάψω


Επιτέλους,
ξεσπώ τη βάναυση ύλη
που υπενδύει ο κόσμος
στα ανοιχτά σώματα.
Είναι μια διάλυση
ετούτη η ώρα,
η ώρα που αλλάζει 
ο κρατημένος  πόνος,
κι από  ξεκρέμαστος λυγμός
αρθρώνεται
σε διακριτό συναίσθημα.

Τώρα που ρήμαξα
το θλιμμένο σύνορο
και πλήγωσα
το στημένο μου στρατιώτη,
πρέπει να ορμήσω  μόνη
στη μάχη,
να λειτουργήσω  πάλι
την κραυγή και
τους σπασμένους αισθητήρες της,
 με δάκρυ της συναίσθησης
να μου επιστραφεί
η ζωή
από την άφεση της,
να την επωμιστώ
αδιάλλακτη,
έτσι
όπως είναι.



Ώρες που ο Θεός αναπαύεται


Ο Θεός αναπαύεται στην αχανή θάλασσα,
σαν ανυποψίαστο ψάρι αυτάρεσκα
εποπτεύει τους πολύτοκους υφάλους,
σαν οστρακόδερμο κολλάει την αφή Του στον απόκεντρο βυθό,
σαν σπόγγος καλοδέχεται στους πόρους Του την ενάλια εντέλεια.

Αναπαύεται περήφανος και καλοκαρδισμένος,
κάτω από σώματα ταξιδιωτών
που επιπλέουν με την ασχήμια του θανάτου,
κάτω από εξολοθρευτές καρχαρίες
που αφανίζουν ζωντανούς σχεδιασμούς.

Ο Θεός αναπαύει την υπομονή Του στη μεγάλη γη,
σα μακρόβιο πλατάνι καμαρώνει τη γενναιόδωρη φύση,
σα μοναστικό βουνό μακρόθεν φιλοσοφεί την ευταξία,
την καλοπιστία και τη μακροημέρευση στο χώμα κατεργάζεται,
πάνω από άπνοα  παιδιά που δικαιώνουν αιτίες για την ανυπαρξία,
πάνω από αδηφάγους λέοντες που διακόπτουν αθώους σφυγμούς.

Ο Θεός αναπαύεται στον επίζηλο κόσμο Του,
σίγουρος για την επιτυχή δημιουργία,
μεταθέτοντας όλα τα λάθη
στα τέλεια  πλάσματα Του.



Άφοβες ημέρες της ευτυχίας


Άσπιλος και ζωηρός, καλέ μου
τη θαλερότητα ξεζεύεις
από το κάκιωμα του ενήλικου χρόνου,
την ποθητή αυτοτέλεια της ύπαρξης
επιστρέφεις αλώβητη,
από την άχρηστη ώρα πληγωμένη.
Χωρομετρούν τη γη επαρκή και γόνιμη
οι διασταλμένες κόρες της ευχαρίστησης,
θεϊκά βουνά χαμηλώνουν
την υψηλή προσδοκία της ευτυχίας,
το ζωογόνο αυγό ενός αετού σπάει,
 άφοβες ημέρες γεννιούνται.