ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ














Ο ΟΡΦΕΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ (1995) 



Ι


Την ώρα που κοιμάσαι
σηκώνεις το χέρι
δείχνεις το χαμόγελο στον ουρανό
το φως στον ορίζοντα. 

*

Τα σύννεφα πλησιάζουν στα μάτια σου
που φυλάνε οι εποχές
μόνο που φοβούνται να κοιτάξουν.
Τα δέντρα κοιμούνται στο σώμα σου
που φυλάνε οι άγγελοι.

*

Πολλοί άνθρωποι μέσα μου
Αμέτρητοι απ' έξω
Μεγαλώνει το φεγγάρι
Τα μάτια κοιτάζουν
Το κύμα σβήνει στην άμμο
Απαλά
Αφή που προϋπάρχει
Χάδι που μεταμορφώνεται
Στους αφρούς
Κορμί που νοσταλγεί
Άγγελος που επισκέπτεται
Χάρτινοι άγγελοι
Ένας χορός ήλιοι
Ηλιόσποροι
θαμμένοι στη γη
τα χάδια σου
Ακούς;


*

Ψυχή που ζητάει να αφεθεί στο φως
Φως που αναζητά την ψυχή
Πετώντας το δίχτυ πάνω στο κορμί

Πρωινό φως στις πέτρες
Εσύ φως κάτω απ' τη γη 

*

Ωραία βροχή που ρίχνει
μόνο που τα ματόκλαδά σου
δεν ανοιγοκλείνουν.
Παραμένουν στο χώμα
βαθιά μεσ'το κοκκινόχωμα.
Η σκιά τους γκρίζο σύννεφο
υψώνεται μπροστά απ' το βουνό.
Ασημίζουν, σκουραίνουν
τα ματόκλαδά σου είναι
θλίψη που ταξιδεύει
στην βροχή. 

*

Αναπαύσου.
Σε συνάντησα στο ταξίδι.
Η μακρόστενη είσοδος
του αεροπλάνου έκοβε
το φως στα δύο.
Βαλίτσες.
Απέναντί σου στη σκιά εγώ.
Εσύ με μια ανδρική παρέα στον
Ήσουν νεώτερος.
Δεν σε ήξερα για αδελφό μου.

*

Πλησιάζεις το ανεπιθύμητο
μ' ένα σώμα όπως ο ξεροπόταμος:
κόκκαλα μ' ελάχιστη σάρκα,
πέτρες, χαλίκια κρατημένα στην άμμο.
Εσύ κρατημένος απ' τον πόνο
που όλο και σύρεται στην τροχιά
του ανεπιθύμητου στον πλανήτη του θανάτου.


ΙΙ



ΛΥΠΗ: Το ποτάμι που πλημμυρίζει κάθε Άνοιξη. 

*

Περνάς απ' τον καθρέφτη
σιωπηλός
πέτρα που δεν κουνιέται απ' τη θέση της. 

*
  
Το πορτραίτο ομολογούσε:
λαιμός τεντωμένος σαν κορμός δέντρου,
προφίλ που κάλυπτε την αλλαγή της ώρας,
γύμνια που συναντούσε την υγρασία του λιμανιού.
Είναι το χέρι που προβάλλει
σ' όλη τη διάρκεια της μέρας.

*

Το πρόσωπο του
καλοκαιρινός κάμπος του Van Gogh
με κορμό ελιάς για λαιμό.

Αγνοούσε τα ένστικτα
που χτυπούσαν δυνατά
και φούσκωναν στο λαιμό του.

*

Ψηλό κορμί
Δέντρο της πόλης
Πρόσωπο που δύει και ανατέλλει
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς. 

*

Το κορμί δεν σου ανήκει πια.
Μιλάει διαφορετική γλώσσα
και σε προδίδει.
Μικραίνει και προειδοποιεί
αλλά αρνείται να εκφραστεί.
Ένα μικρό βήμα συμπίπτει με
μια συλλαβή μόνο, με μια ανάσα,
με το φρρ του περιστεριού
και την κίνηση των ματιών σου
που δεν αντιστέκονται στην προδοσία
του κορμιού — σε ξεπέρασε
όπως έναν έρωτα χωρίς εξήγηση
για να καταλάβεις την έννοια
της αυστηρής απουσίας. 

*

Πλοκάμια τα μαλλιά σου
δάσος πυκνό χωρίς πουλιά.
Παλάμη γεμάτη όστρακα
Λιγοστή αγκαλιά.
Στα σκέλια μου κοιμάσαι
θεέ της θάλασσας
με δέρμα λείο και
κεφάλι κούρου.
Αγγίζεις το γόνατο μου
το κρατάς σφιχτά
μαθημένος να γραπώνεσαι
απ'τα βράχια της θάλασσας.
Κρατήσου σφιχτά.
Η ιστορία του νερού
και του αέρα δεν είναι μύθος.
Αρκεί το τραγούδι της γλώσσας
από βυθό σε βυθό
από φιλί σε φιλί
για μας
εναντίον μας.

*

θλιμμένη τίγρη που περπατάει ώρες και μέρες
η προπέλα του έρωτα διαμελίζει το κορμί μου
στον κόσμο των αφρών.

Ξημερώνει, βραδιάζει και ο Ορφέας ταξιδεύει.




 *


Το κορμί σου ουράνιος θόλος
και ο έρωτάς σου τόξο της Άρτεμης.

*


Μυρωδάτα χείλια
μια έκταση χιόνι
κι ένα ψάθινο καπέλλο.
Μάτια που απορούν
κι ένας στοχασμός
για τ' άλογα του χειμώνα
τυλιγμένος στην μέση σου. 

*

Το φιλί σου πέταγμα γλάρου
που γραπώνεται στα μαλλιά μου. 

*

Η νύχτα σε φέρνει μέσα απ' τα σκοτάδια
και παύει να 'ναι νύχτα.

Η μέλισσα σου μιλάει με το μισό κορμί
στο μέλι και το άλλο μισό στον ουρανό.

Εσύ γέρνεις μια κατά την μέλισσα
και μια κατά τη νύχτα.

Πού είναι η γραμμή
εκείνη πάνω απ' τα χείλια σου; 

*


Το απόγευμα
παρουσιάζεται η χρυσόμαυρη πεταλούδα.

Φτερουγίζει σε κύκλους μπροστά
στ' αφοσιωμένο βλέμμα
της κοιλάδας των ματιών του.

Ζαλισμένη απομακρύνεται για τη θάλασσα.

Οδηγεί την κοιλάδα των ματιών του μαζί
μέσα απ' το χρυσό μονοπάτι.



III



Ταχυδρομώ εξπρές τη ζωή ενός μήνα
στο χτήμα με τα λιόδεντρα.
Το γραμματόσημο δηλώνει επίσημη πραγματικότητα:
πύραυλος που σπρώχνει τη μελαγχολία στο διάστημα.
Στην κορνίζα του καθρέφτη είναι χωμένο το γράμμα.
Γέρνουν τα δυο πρόσωπα να το διαβάσουν.
Τα χείλια ανοιγοκλείνουν:
«Σας φιλώ με αγάπη.»

*
Την ημέρα οι γόνδολες κοιτάζουν τον ουρανό.
Το βράδυ φιλοξενούν τις μυρωδάτες κοιλιές κοριτσιών
που μοιράζουν ρόδα στους αγγέλους των μπαλκονιών.

*

Μελαγχολώ γιατί δεν θυμάμαι με λεπτομέρειες
την κόλαση, τους εραστές, την ηδονή, τις σάρκες
και τους άλλους δαίμονες του ονείρου.
Το δωμάτιο γίνεται φωτεινός διάδρομος από τη γύρη
για να διαγράψει μια ολόκληρη τροχιά στη σιωπή
Τί θα λέγατε για ένα μπλούζ; Τί θα λέγατε;
Η κούκλα μου βαφτίστηκε αιωνιότητα
και δεν βλέπει πια το μικρό ή το μεγάλο κόσμο.
Οι φίλοι μου 'δίναν συγχαρητήρια για την κηδεία
και 'γω τους χαιρετούσα αβέβαιη
σαν τυφλή χορεύτρια.
Όταν ο θεός με είδε ναυάγησε με τη βάρκα του.


Ο ήλιος
σπέρμα της μοναξιάς μου.

Οι ζευγαρωτές σειρές των δέντρων
η μοναξιά μου.

*

Βραδινός τ' Απρίλη αγέρας
τρεμοπαίζει το χερούλι της πόρτας
φέρνοντας τη μάννα στο σπίτι ποτισμένη
με το μύρο της Μεγάλης Πέμπτης.

*

Φάλαγγες προσπερνούν και ποιητική διάθεση
ρέει απ' τον χιτώνα που άφησε σε μένα
το σεμνό σου χέρι όταν έφυγες
το παγκάκι μας ψιθύρισε
και μεις το κοιτάξαμε με νοσταλγία.
Τότε τα δέντρα μας μαρτύρησαν
ότι είμαστε χορευτές.
Η βροχή κυλούσε στη γύμνια μας.
Σαν σταλαγμίτης η ομορφιά σου έπεσε,
ξεκρεμάστηκε απ' την πλαστική κιθάρα και
ακούστηκε μπροστά στο θάλαμο της μοντέρνας ανατομίας.
Δεν ήθελες να σου χαρακώσουν το κορμί
γι' αυτό μεταμφιέστηκες σε στίχο
από εύπλαστη λευκόχρυση άμμο.
Φοβήθηκες όμως να μην σ' απορροφήσει.
Ντύθηκες ποίημα.

*

Μουσικά φτερά ανοιγοκλείνουν
πάνω απ' τη γυναικεία κοιλιά
που 'ναι βαφτισμένη
στ' όνομα της μοναξιάς.

*

Είναι ο καιρός θάλασσα
και τα φτερά της νύχτας μοναξιά.
Κλείνω τα παντζούρια με μανία
φέρνοντας την παλάμη δίπλα στην άλλη
για να προσευχηθώ στον ίσκιο της νύχτας. 

*

Έτσι μάθανε να ζούνε:
δίπλα στον τοίχο
στην αποκάλυψη
στο μπλε του εφιάλτη
στο τρεμούλιασμα
κάτω απ' τα σεντόνια.

*

Ύστερα μάθαμε απ' την εμπειρία τους
ότι παρακολουθήσανε μονόπρακτο
παιγμένο στο φόντο
μακρόσυρτων σκιών που
όλοι είχανε καρφιτσώσει στο πέτο.

*

Μίλα με τα πουλιά όχι με τους ανθρώπους
Μίλα με τις καλοκαιρινές φωτιές όχι με τα ποτάμια
Μίλα με τους άφαντους ποιητές όχι με τους ηθοποιούς
Που παίζουνε Σοφοκλή, Αισχύλο, Ευριπίδη.

Μίλα με τον Τειρεσία όχι με την ξέμυαλη γειτόνισσα
Μίλα με τον αγέννητο έρωτα όχι με τον εραστή
Μίλα με την αμαρτωλή στιγμή όχι με τους εραστές
Μίλα με το καράβι όχι με τον πόθο του ταξιδιού
Μίλα με τις τολμηρές γυναίκες όχι με τις γοργόνες
Που λατρεύουνε τα κορμιά τους στην μπλε κόλαση

Μίλα με τις γυναίκες που υφαίνουνε σαν να τις έχουνε
Καταραστεί οι άντρες τους όχι με τις αναμνήσεις.

Μίλα με το στόμα στ' άλλο στόμα.

Σύχασε

Σου μιλάω