ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΛΙΑΣ






35   ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2014)

 

ΠΡΟΣΩΠΑ


Τα πρόσωπα που κάποτε
Τα κοίταζες στα μάτια
Θάρθει καιρός
Που τη μορφή θ' αλλάξουν παντελώς

Και τ' όνειρο σου απρόσμενα
Σε ραγισμένους καθρέφτες
Θα θωρείς.

Κι αν υστέρα την εξιλέωση
Στη μοναξιά σου τη ζητήσεις
Αδύνατο θα είναι πάλι

Μοιραία θ' ανακαλύψεις
Τις πρώτες σου
Αγνές μορφές
Τις πρώτες σου αγάπες
Και πίσω θα γυρίσεις

Στην πλάνη ενός ονείρου
Για να ζήσεις.





ΤΟ ΣΦΥΡΙ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ


Έπεφτε το σφυρί
στο αμόνι
και στις πλαγιές
ροβόλαγαν
μύριοι άνθρωποι
και μύρια πλάσματα
χρωματιστά.

Απ' το γιαλό άνοιγε
ο κόσμος το πρωί
πορφυρογέννητος
κι έκλεινε το βράδυ
ξανά πορφυρογέννητος.

Ημέρα και Νύχτα
φωνές και κουδουνίσματα.
Ο κόσμος
φωνές και κουδουνίσματα.

Εκινείτο
το πλάι του κόσμου
έωλο
μέσα στη χάρη του φωτός
μέρα-νύχτα
με φωνές και κουδουνίσματα.



ΕΙΣ ΤΑ ΜΕΓΙΣΤΑ ΟΜΟΝΟΟΥΝ


Τι είναι αυτό
το πήγαινε-έλα σήμερα;
Ποια γιορτή,
ποιο αλισβερίσι;

Κι όλοι με καλές πραμάτειες
κι όλα ανοιχτά και λαμπερά
και φωταγωγημένα,

Ιδοΰ,
από τις πόρτες μπαίνουν
άγιοι
κι από τα παραθύριαοι δαίμονες,
ποιος θα πρωτοπεράσει.

Κι όλοι
στο ίδιο τραπέζι
κάθονται-πίνουν
και γλυκομιλοΰν

Απροσδοκήτως εις τα Μέγιστα
ομονοούν.



ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ


Ψυχή της οδύνης
Στον κόσμο που σ' έταξε να ζήσεις
Οι ταπεινοί λησμονημένοι
Το λευκό χέρι ακολουθούν

Νύχτα με αστροφεγγιά
Πέτρα λαμπερή
Με τ' ασημένια πρόσωπα του ελαφιού
Άχραντα ζούμε

Το πρωί μια ηλιαχτίδα
Τη στενή μπάρα ζεσταίνει
Στο κατώφλι ένας πετεινός αυλός
Μας ξυπνάει.



ΑΘΕΑΤΗ ΜΟΡΦΗ


Συχνά με ταχύτητα θεού
Τρέχει στη γραμμή
Θεσσαλονίκης - Ουρανού

Κατεβαίνει στον Επιβατικό
Πιάνει Βαρδάρη-Κορδελιό

Γυρίζει πίσω Τσιμισκή
Παντού αθέατη μορφή

Καθώς και στην πλατεία του Αριστοτέλους
Δοκιμάζεται από αισθήματα του τέλους
Ανεβαίνει και βραδυάζεται στα Κάστρα

Και πριν τα ξημερώματα
Θεός που ξαναγίνεται
χάνεται μέσα στ' άστρα.




ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ


Πίσω από τα μάτια ο νους
Μια πόρτα κλειστή
-Μιλώ για σένα

Στον απέραντο ουρανό
Όταν ο ήλιος λάμπει
-Μιλώ για σένα

Κι όταν το φως των ματιών θαμπώνει
Κι ο νους ξυπνάει
-Μιλώ για σένα

Τα σπίτια
Ο νους τα παράθυρα
Ηχούν

Το φεγγάρι
Η σκιά των βράχων
-Μιλώ για σένα

Ένα μάτι στον τοίχο
Αναπνέει

-Μιλώ για σένα 




ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 


Ο Αντόνιο Γκράμσι
ποτέ του δεν πήρε εξιτήριο.
Ακόμα γυρίζει από κελί, σε κελί,
από χώρα σε χώρα γιατί κάποτε
ξεστόμισε την φράση:
Σε χρυσαφένιο ρόδι
είναι σφηνωμένες κόκκινες μικρές φωτιές

Όταν εσύ διάολε χάνεις τα ίχνη σου
όταν ανάγκη, ανάγκη έχουμε

μια λέξη οδηγό να μας καλεί
όταν κινδυνεύεις ραγισμένο υλικό
να σκορπίσεις.

Σκέψου τι μπορείς να πράξεις

Ο Πηνειός να πάρει μπρος, ο Δούναβης, ο Νείλος
ν' ανέβουν τα νερά στα ΰψη
να γαληνέψουνε με τα χρώματα του δάσους
οι έρημοι κι οι μαύροι όγκοι
να σπάσουν τα ρολόγια του χαμένου χρόνου
να καταλυθεί η μοναξιά του μοναχικού αλήτη
να βγουν τα Σοβιέτ στο δρόμο
την εκκλησία του Δήμου να στηρίξουν

Σκέψου, διάολε, σκέψου
σκέψου τι μπορείς, ν' αλλάξεις
σκέψου ο Γκράμσι αντιστέκεται




ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ


Αν ήμουν
προσευχή στο βράχο
αειβλαβής
σε ύδωρ αναβλύζων
αχθοφόρος
αγόγγυστος

Αν πρόσχημα υπήρχε
φόρος αγάπης να καταβληθεί
ωσάν υπέρτατο αγαθό

Το λύχνος της αυγής να μιμηθεί
να θέσει μέτρο σύγκρισης
υπερπόντιων ταξιδιών
 
Αν ήμουν υλικό
αδρανές
κι αν δεν ήμουν

ας ήμουν άνεμος τουλάχιστον
κι αν άνεμος δεν ήμουν
ας ήμουν αεράκι
δροσερό
της μιας στιγμής
ζεστό καλοκαίρι





ΑΙΕΝ


Στον φίλο μου Κωστή Παπαγιώργη

I

Ψηλά το κάστρο
Ψηλότερα το φεγγάρι
Θαρρείς ελαφρόπετρα

Σ' ένα μόνον απόγευμα
Το ταξίδι το κέρμα

Ένα κοπάδι σκιές
Μια πύκνωση του χρόνου
Αιέν- Αιέν
Ψιθυριστά προς το νόημα


ΙΙ

Αιέν-Αιέν
Ψηλά η χλόη,
Ψηλότερα οι λέξεις ο άνεμος
Τα πουλιά που αστράφτουν

Μια ηλιαχτίδα στο μέτωπο
Μια μονοκονδυλιά που ανοίγει τα κλειστά βλέφαρα

Η ομίχλη και το αίμα
Που χειμάζουν στη ρεματιά

Αιέν-Αιέν
Ψιθυριστά προς το νόημα
Και νυν και αεί.






ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΝΘΕΩΝ


I

Μικρές βραγιές ανθισμένες
Σε μικρό περιβόλι
Ψυχές που ανεμίζουν
Και σμίγουν με αγάπη

Όνειρα με άλλα όνειρα
Σύννεφα και άλλα σύννεφα
Πέφτουν οι στάλες της βροχής

II

Λυκοστόμια
Άνθη μυρωμένα τριανταφυλλιάς
Πλαγιές που γέρνουν φορτωμένες ηλιανθοΰς

Μουσικές της ρεματιάς
Του νερού και τ' αηδονιού
Τη νύχτα οπτασίες και σιωπή

III

Το πρωί
Η πόρτα διάπλατη
Και η αυλή γεμάτη φως

Περίσκεψη και τόλμη
Των λουλουδιών
Η ψήφος
Για τη μέγιστη γιορτή

IV

Στην οδό ανθέων ένα φάντασμα ελευθερίας
Ομορφιάς εξαίσιας και νοσταλγίας
Σαν ψέμα αιωρούμενο
Μια νοητή αλήθεια

Σπυρί - σφυρί, σφυρί - σπυρί Κι ο κόσμος κρέμεται
Σε μια κλωστή

Σαν όνειρα με άλλα όνειρα
Σύννεφα και άλλα σύννεφα
Πέφτουν οι στάλες της βροχής



ΓΙΝΕ ΣΚΟΤΑΔΙ


Φωνές εντός
Πλησίον οι εκλάμψεις
Σύντριμμα ο χρόνος

Στις στέγες - στις στέγες
Οι ζωηφόροι ηλιάτορες

Ίπποι καλόσχημοι
Στους βαθείς λάκους
Στενάζουν, θεριεύουν

Αιματοβαμμένη η νύχτα
Φυλάξου
Γίνε σκοτάδι

Τα χέρια μου, τα χέρια σου
Τα χέρια μας τα μεγάλα

Το γάλα, το γάλα
Αρμέγουν οι νεκροί.