ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ










ΑΙΩΡΕΙΤΑΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ   (2015)

 

ΔΩΔΕΚΑ ΛΟΞΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ



1

Αιωρείται το βλέμμα αιώνια αναζητά

και τα χρώματα

- δεν αρκούν οι καμπυλωτές γραμμές –

η ταχύτητα των καταβροχθισμένων σκέψεων
λάμψη μες τη σκότη

κατάμαυρη ενός κόσμου παλιού
και πριν ακόμη 



3

Βέργα κυματιστή
φάνηκες όπως κάθε πρωί

Οπισθοχωρούσες με ελαφριά κίνηση
προσπαθούσες μακριά τα φύλλα να σαρώσεις
με το βλέμμα μακριά το τελευταίο τρεμουλιαστό φως

- ξαφνικά, φάνηκε το διαγώνιο σου άλμα ανάμεσα στις σκιές –

και γελούσες, γελούσες, ψήλωνες τα χέρια κροτάλιζες τα δάχτυλα,
και οι καρποί, ο αυχένας, τα μπράτσα ανοικτά καλούσαν

Στα στεγνά μάτια κάρφωνες απομονωμένη την ανοιξιάτικη ανάμνηση
- ασταθής φωτεινή ανάμνηση ξέγνοιαστων κίτρινων [σπάρτων –




7

Ήταν ακόμα βράδυ

το κεφάλι άπλωνε σε χαρμάνι ονείρων
το στόμα - πέρα απ' το πέπλο -
ποθούσε

τ' αβέβαια έγκατα
τη τσακισμένη καρέκλα που ανάμενε
ρωτούσε

για τα κόκκινα σιροπάτα κεράσια
κρεμασμένα χωρίς ουρανό
σειρά στα ράφια

ενώ τα χέρια
ψηλάφιζαν το σκοτάδι
σε αργό και αβέβαιο ρυθμό



9
Στο φεγγάρι τις είδα
νομίζω –

να τριγυρνούν καθώς απομακρύνονταν
να πληγώνουν καθώς γελούσαν
- νομίζω -
έτρεχαν σε σειρά αχαλίνωτες και
στο απειλητικό διάβα τους έμεναν τα δέντρα

μόνα περιγράμματα με τρεμουλιαστά φύλλα
και τρυφερό σάλεμα ταξίδευαν
- ξαναφέρνοντας -
στα νεανικά μάτια της άνοιξης
αυτό που για πάντα κυλά εν αγνοία

Ήταν, νομίζω, αυτές ήταν
- ή μόνο φύλλα -
πολυσήμαντου πιστού φλοιού; 




11

Άκου
μείνε στους παλμούς μου
- μελωδίες αρρυθμίες αναμνήσεις -
ραμμένες στο λευκό και απαλό δέρμα
των ρευστών μου ονείρων
χαμένων στις λίγες στιγμές της ζωής
μη δικής σου δικής μου...



Ο ΧΑΜΟΣ



1.

Δεν σ' έδιωξα       

είχες όμως τις αμφιβολίες σου    
κρυμμένες ανάμεσα στα χείλη     
κλεισμένες στο κρυφό χαμόγελο  
των ξανθιών σου μπούκλων
         
Εκείνη την ατέρμονη βραδιά       
με το κεφάλι χαμηλωμένο να μετράς βήματα   
το νεανικό σου δέρμα ούρλιαζε στη ζωή 

- η επίσκεψη δεν ήταν για σένα -
το παιχνίδι δεν είχε ακόμη τελειώσει...



3.

Πάντα η ίδια σάλπιγγα
από γη σε ουρανό σέρνεται παράπονο

και το κυματιστό βήμα νεανικών γοφών
και η ποδιά κρεμασμένη έξω
με Απρίλη και Μάη μαζί

κυματίζουν με τα σύννεφα
υψωμένα στον πάσαλο



4.
        
Με κοίταξες στα μάτια
έκρυψα βιαστικά τα χέρια κόκκινα από ντροπή
και κάτω τα μαλλιά πετούσαν





5.
... η ώρα έτρεχε χωρίς περιθώρια         

η θάλασσα στο βάθος ψιθύριζε   
τα αφρικάνικα πανιά έφευγαν σε μακρινά ταξίδια

Εμείς, μαζεμένοι στο θωράκιο    
μπροστά σ' ατέλειωτο ουρανό τονίζαμε τη ζωή
και η γη άκουγε κρυμμένη στην άκρη του κόσμου
         
Εκκρεμείς κοιτούσαμε αργά        
και κύματα τα ανακατεμένα μαλλιά      
ρύθμιζαν ελαφρά λυτά φτερουγίσματα
         
Τα κορμιά τεντώνονταν στο διάχυτο αδύναμο φως    
τα βλέμματα τότε γλυστρώντας ξάπλωναν
και ήταν Σάββατο...



8.

Στον άσκοπο χρόνο προχωρείς άγνωστη
δίχως αγάπη μαγνήτη, νευρώδης διαφανής,

κρυμμένη στο δέρμα
εσύ
ατέλειωτη απεριόριστη γή των επιθυμιών
αρπάζεις τα είδωλα και τα ξεγυμνώνεις




10.
 
Αριάδνη,

λαβύρινθος
κλειδί και πόρτα εσύ
τόσον αποφασιστική όσον εύθραυστη
και διαφορούμενη στες κινήσεις
πρόβλημα εσύ
και λύση



ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΑΠΟ ΑΧΤΕΝΙΣΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ



1.

νησί

καθρέφτης ζωής ξελογιασμένης
σε στιλπνό βράχο σπαράζει-πεταγμένο
περιορισμένη γραμμή παλλόμενη
σ' ένα κλειστό άπειρο εγκαταλελειμμένο

νησί



4.

εγκυμονούν
αφηρημένο φως - σε χαραμάδα πλώρης -
αιώνια στιγμή μονάχη και ακίνητη

- βιαστικά εγκαταλελειμμένου καραβιού -
αντανακλάται σε σταχυού σπυρί

εγκυμονούν



7.

μια διαρροή

σιδερένιας κατάβασης
χείλη αναποφάσιστα
ήρεμης
θάλασσας ψίθυρος

επίχρισμα
κεχριμπαρένιας δροσιάς
κεκλιμένη στέγη
και
μια διαρροή



8.

αγάπη

κόκκινη στις φλέβες κρυμμένη
και τσόφλι αυγού
–σε αναμονή πλεούμενου –


χέρια αλευρωμένα
κολλούν τα μάτια

μισοκλείνουν
ευτυχισμένο υγρό βλέμμα
–νύχια ρόδινα –

χλωμή ανάμνηση
μελλοντικής αφήγησης

αγάπη



11.

πιο ψηλά εσύ

εμφανίζεσαι στη τυφλή
αντανάκλαση της είδησης

- ξεχειλισμένο πρωινό εσύ –

κρεμασμένο στο παράθυρο
απλώνεις το χέρι έξω
ακόμα

πιο ψηλά εσύ



ΟΙ ΑΝΑΜΟΝΕΣ


2.

Η φωνή μου αντιλαλεί στους πνεύμονες
κατά μήκος παραστάτων πόνου ρέει

σε φωνάζω, ψυχή μου, πού είσαι;
Μάης είναι πρωινή ομίχλη θαμπώνει και βρέχει
το παράθυρο σου, καρδιά μου, έχει σπασμένο τογυώΙ
μούδιασμα στα δέντρα

η ξύλινη σκάλα σέρνεται στον τοίχο ταλαντεύεται

φτωχικό είν' το λεξικό χωρίς λεπτές αποχρώσεις
χρειάζομαι μια λέξη, ψυχή μου, να διαπερνά την ελληνική

μια από κείνες που κρέμονται από τα δοκάρια και αναμένουν
απ' τον κεντρικό γάντζο, καρδιά μου, λικνιζόμενη αναμένει
τον δικό σου, ψυχή μου, δύσκολο γυρισμό 


5.

Η θάλασσα ήταν Ιόνιο

Οι ουρανοί καλεσμένοι σε συγκέντρωση
άλλαζαν τα γκρίζα τότε σε μπλε,
η θάλασσα ήταν Ιόνιο

'Όλα γύρω ένα κατσάρωμα γλυκού ψωμιού
- άπλωναν τον αέρα οι γλάροι –

Απορροφημένος στη πλώρη εσύ πρόσβλεπες στο νησί
το πρόσωπο σου απλωνόταν όλο στην θάλασσα του τότε
και
τα ονειροπαρμένα μάτια έκλεβαν φωτός παιχνίδισμα
το φως του τότε

 

 8.

Η απουσία

Έρημος επίφοβος η απουσία
ξύνει τον ορίζοντα ψύχρα αστρική
σβήνει στον ουρανό πλήθος σκιές, πόνο

Το αίμα στη σιωπή χύνεται αλμυρό και
φύκι μπλεγμένο η φωνή αντιλαλεί απουσίες
ψιλόλιχνη μένει ακίνητη πιεσμένη σε κλουβί

Ξενιτεμένη στην άκρη του κόσμου η απουσία
θρηνεί άφωνη ακατανόητες κουβέντες

Προχωρεί απομονωμένη λέξη σε γλωσσάριο



13.

Κρασί χαράς

υπάρχουν αισθήματα φίλε μου
που οχυρώνουν το βλέμμα
τρεμουλιάσματα πυγολαμπίδων
χτυπούν από χαρά

Και τα βλέφαρα
πρόσεξες μήπως φίλε μου
πως μισοκλείνουν μεθυσμένα
παραδίδονται στο κρασί της χαράς!



15.

Μεταξύ χωματένιων λέξεων
μια νυχτερινή φωνή
θρηνεί τη ζωή

Επιμένει στα σφραγισμένα τζάμια
Ανοίγω το παράθυρο μου
η αυλή πέφτει πληγωμένη
ψυλαφίζει δίχως απάντηση