ΜΕΡΗ ΛΙΟΝΤΗ








ΘΕΡΟΣ  το ΧΕΙΜΑΖΩΜΕΝΟ  (2014)


                                                               (Εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ)



ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ



πυρωμένο χώμα
άνεμος καυτός
νερό λειψό και
εκκρίσεις


σαλπάρουν οι μέρες
πανιά σκισμένα
θρηνώντας  τη ζωή 
γερνούν οι επίγονοι


τι παραλλάσσει;

και πάλι
στον ορίζοντα του πουθενά
με μια ληγμένη αγάπη
ο οδοιπόρος

κουβαλά και φέτος
ένα έκθετο καλοκαίρι





(αποσπασματικά και ασθμαίνοντας
στα σκαλιά)





ΔΥΣΚΟΛΟ



κάποτε βυθίζουμε τη θλίψη σε χωριστά
σταμνιά
και τα φυλάμε σαν θησαυρό προγονικό

άλλοτε
δέρμα παλιό και στέρεο το μίσος γδέρνουμε
ανάμεσά μας και  το στρώνουμε


και καμιά φορά μας συγχωρούμε
και ξαναγνωρίζουμε την ψυχή μας



(νυχτωδίες μυστικές του άλλου –μας-κόσμου)





ΑΔΙΚΙΑ


ποιος έφταιξε στ' αλήθεια πιο πολύ
και ποιος με της αδικίας το χρώμα
έβαφε το νήμα
δεν έχω για ν' αποκριθώ
τη γνώση ή την  ετοιμότητα

ίσως   και οι δυο
ίσως κανείς
ίσως μια θάλασσα φουρτούνιασε
και πνίγηκεν ο λόγος αύτανδρος
σαν όλες τις  εγωκεντρικές  γραφές
σε τόπο ξέβαθο

κι ύστερα μείναμε δυο ναυαγοί λειψοί
αφού πετάξαμε τα δώρα με το που
δίπλωσε η ανάσα

τι έμεινε τώρα που κι ο συχωρεμός
δεν είναι εδώ ίαμα των πληγών μας;




(ω, θλίψη… καρπέ στυφέ ….
πώς με ξεγέλασε το θέρος..)




ΛΕΞΗ ΑΚΡΙΒΗ ΧΑΡΙΖΩ ΣΟΥ…

 

εμπιστεύομαι πάει να πει
πολλά πράγματα

επιτρέπω
να κρυφοκοιτάξεις
απ' τη μια ή
τις πολλές μου χαραμάδες

σου ανοίγω
παράθυρο
δες με σου λέω

άλλοτε
σε μπάζω απ' την κρυφή μου
πόρτα
γίνεσαι ο ακριβός μου μάρτυρας

και καμιά φορά
αφήνω την ψυχή μου
στα χέρια σου απάνω








(κρυφή πληγή η ψυχή μου
και συ της στάλαξες αλάτι)





ΑΓΚΥΛΩΣΗ


άκαμπτα μέλη περιφέρονται απόψε

κλαδιά στους ξεχασμένους δρόμους
και πληγώνουνε τα σώματα

που γέρασαν  παράκαιρα




(θέρος και αλυχτά η νύχτα πλανταμένη)







ΓΕΝΕΘΛΙΑ



φυσάει ο Ιούλιος χνώτο καυτό
πάνω στα χρόνια μου που στέκονται
καταμεσής του θέρους

τα χνάρια ακόμα ψάχνει
απ' όσα (ανα)ζητήθηκαν

τότε που όλα ήταν εύκολα
και τα όνειρα τρεχάλα
μες στα πόδια μου

σκέψου να δεις τι μέλλεται!



(φορτίο που δε μοιράζονται οι μέρες)




ΦΑΡΣΑ



ψηλαφίζω
μια λέξη άγνωστη
σε ρυθμό θλίψης
φορώντας κατάσαρκα
ένα κρατημένο
χθεσινό αστείο

κι όλο αυτό μετά
από ανεπιτυχή
προσπάθεια
σχοινοβασίας

τι το θελα;

καλύτερα
να χα γίνει πυροβάτης
τουλάχιστον η φωτιά έχει μιαν αγιότητα
............




(μια λέξη που δε μ’ αγάπησε λαχτάρησα σε καιρό άδικο)





ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



οι δικοί μου ποιητές είναι μια κάστα
όλο χέρια

φυτρώνουνε την ώρα που πλάθουνε
τα όνειρα
για τους φτωχούς που ανεμίζουνε
παντιέρα τους

έρημες λέξεις





(φτωχούλης ο θεός της γραφής
λιγνός κι αδύναμος
την ψυχή μου κλέβει
κι αντρειώνεται)


  


ΠΕΝΘΟΣ



γέρνουν οι μέρες κι η ωραία λύπη πού;
ποιος να γνέψει για την έναρξη
ενός ευγενικού πένθους
μιας τελετουργίας αποχώρησης

δεν μάθαμε να θρηνούμε
με τον τρόπο των γενναίων

ως κι εδώ άγαρμποι
ως κι εδώ αστείοι



(κλείνω  την πόρτα πίσω μου κι ο κήπος αχνίζει
απ' την προσμονή εκείνου που λαχτάρησε)




ΕΛΛΕΙΨΗ


μου λείπει ο Αύγουστος
χρόνια τώρα με στοιχειώνει
η έλειψή του

ο αέρας κι οι ανάσες του
μ' εγκατέλειψαν απροειδοποίητα

προσπαθώ να μη θυμάμαι πως σε φίλησα
όταν οι μέρες
ήταν τόσο γενναιόδωρες




(χούφτα ανοιχτή η ζωή μου και κύλησαν τα έχει
μου) 





ΤΙΠΟΤΑ




τίποτα τίποτα δεν έμεινε

τόσα λόγια ασύνταχτο στράτευμα
μιαν εστία δεν πόρθησαν

Να κρύψουν
τους ανέμους που χρόνια κουβαλούσαν
τα μαλλιά της νιότης πεισματικά

χαθήκανε κι αυτά

όχι σε δίνη ανάμεσα
ούτε σε τρικυμία, σε σεισμό, σε χάλασμα της γης

Σβηστήκανε

αχνή δροσιά του πρωινού
και στέγνωσε



(το τίποτα μας έντυσε με ρούχα χάρτινα πώς να
μξν παγώσουμε στ’ αγιάζι…)



ΜΟΙΡΟΛΟΙ



πού να κρεμάσεις τη λύπη ξένε μου
που να κονέψεις τη λύπη

το κλαδί μπερδεύει στα μάτια σου
πεταρίζει το πουλί στην καρδιά σου

 αδειάζουν οι μέρες σου στο χωράφι
σε μια στέρνα λιμνάζει η ψυχή σου







(Μάρτυρας είμαι του άδειου σου σώματος
Του σαρκίου που κρεμάς εαυτούς πεθαμένους)








ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ



η νύχτα πέρασε μες στη βροχή

ξαγρύπνησα ακούγοντας
τον ήχο του νερού
με την ευχαρίστηση
που δίνει η αμαρτία

(τελευταία
ό,τι φυτεύω
σιωπή το λένε)





(νερό για ξαγορά ζητήσαμε
και κείνο μας αρνήθηκε)






ΑΓΓΕΛΤΗΡΙΟ ΘΑΝΑΤΟΥ




ποίημα

αγνώστου χειμαζομένου

με ενδείξεις
καρκινικού  αντικρίσματος

διεγράφη την πρωίαν
της σήμερον






(Το μόνο που στέργουν οι ουρανοί -ωστόσο-
λέξεις να Ερανίζομαι)