ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ












Η ΤΡΑΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ  (2012)

(εκδ. Ars Poetica)


Ι  ΘΑΣΟΣ



Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΗΤΗΣ ΕΙΣ ΘΑΣΟΝ


Η Τρυπητή οφείλει πιθανώς το όνομα αυτής
εις μίαν τεραστίαν οπήν έσωθεν των βράχων1
δεξιόθεν της παρακειμένης παραλίας.
Πρόκειται δια μίαν λοξήν σήραγγα
εκ της οποίας η θάλασσα εισχωρεί εντός της ξηράς
σχηματίζουσα κολπίσκον τινά.
Το μήκος δε αυτής άγνωστόν μοι εστί,2 το ύψος αυτής ποικίλον,
το δε πλάτος είναι αρκετόν δια την εκ της θαλάσσης είσοδον
                                                                                           μίας λέμβου.3
Δια ταύτα εις την εκ της στεριάς είσοδον της σήραγγος
εδημιουργήθη μικρός τις λιμήν,
ος εστί ικανός δια την φιλοξενίαν έως οκτώ λεμβών.4
Εις δε το έτερον άκρον του σπηλαίου ευδιάκριτα εισίν:
το ανοικτόν πέλαγος, τα ασύλληπτα όνειρα εμού του ιδίου,5
όπως επίσης και οι γέλωτες των κυμάτων
δια την μωράν οδόν καθ’ ήν και δια ταύτης γάρ επέρασα
                                                                                           τον βίον μου.



Σημειώσεις:
1. Οία ομοιάζει διαμπερές εκ της Ποσειδωνίας τριαίνης τραύμα
2. Πλήν όμως ουχί άνω των τριάκοντα μέτρων
3. Δέον εστί το πλήρωμα αυτής έχον κλίνουσα την κεφαλήν είς
τινα σημεία
4. Βαρβαριστί: marina
5. Καλούντα ματαίως εις βοήθειαν λόγω του επικειμένου
πνιγμού των






...και ΤΡΕΙΣ ΚΡΥΦΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ



β΄ ΜΑΚΡΥΑΜΜΟΣ ΚΟΙΝΥΡΩΝ

 

Ω! πόσο καμαρώνω που είμαστε μαζί αυτό το καλοκαίρι
φοβισμένη μου αυτοκράτειρα
Τα μαλλιά σου κοπάδι άγριες ζέβρες
Βόσκουν στην ξανθή σαβάνα
διώχνοντας με τις ουρές μύγες απ’ τα καπούλια
Η αφή του μεστωμένου στήθους σου
υπόσχεση ότι τέλειωσαν οι δακρυγόνες μέρες
Όταν έλυσες τον ξέχειλο στηθόδεσμό σου
ξεχύθηκαν μπροστά μου
σαν παιδιά που σχόλασαν
τα στήθια σου
όλες οι μυρωδιές του Αυγούστου
φαγητά που θα χόρταιναν μια λεγεώνα
πιοτά δυνατά κάθε λογής
κι όλα τα φρούτα της Μεσογείου
Τα τρεμάμενα χείλη σου φεγγάρια στη χάση
που εφαρμόζουν τέλεια στα δικά μου φεγγάρια
Η περπατησιά σου λαφίνας
που βγήκε για ζευγάρωμα

Και πού να βολέψει ο νους κίνδυνο ή πείνα
όταν ο πόθος καίει τα μεριά;
Να, δες τα, τρανοί κισσοί
με σκαρφαλώνουν

Να ‘ξερες πόσο σε καμαρώνω
όταν θρονιάζεσαι πάνω μου βυζαντινή Αυγούστα
κρατώντας σκήπτρο
παραμερίζοντας
πορφυρά ενδύματα και πολύπτυχους μανδύες

Κοντά μου έμαθες να εκπορνεύεις
τις φοβίες και τις επιθυμίες σου
Ω! να ‘ξερες πόσο σε καμαρώνω…
Κοίτα!
Η θάλασσα για χάρη σου...




ΙΙ  ΤΟ ΚΑΡΕ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ



ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ


Διαβάζοντας ποίηση κι ακούγοντας τη λειτουργία
του γειτονικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
ο χρόνος χάνει τη σημασία του
Το καράβι μας αναπαύεται στο λιμάνι. Κι εμείς
μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας χρειαζόμαστε ξεκούραση
στις ακλόνητα ιωνικές Κυκλάδες του μέλλοντος
Προχθές άλλωστε αποχαιρετούσαμε στη Ρήνεια
τον τελευταίο βαριά λαβωμένο σύντροφο
στο στερνό του ταξίδι

                         ΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ ΚΕΡΔΩΝΙ
                         ΚΕΡΔΩΝ
                         ΧΡΗΣΤΕ ΧΑΙΡΕ

Σε λίγες μέρες θα φορτώσουμε παριανό μάρμαρο
που εναγωνίως ο Πραξιτέλης κι ο Σκόπας περιμένουν
Κι αφού το παραδώσουμε, γυρνώντας στον χρόνο
θα ξαναλύσουμε κάβους
και θα γνωρίσουμε τον Αρχίλοχο σ’ όλον τον κόσμο




ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΝΙΠΠΟΥ                  (ΙΕΡΗ ΠΛΕΥΣΗ)


Ξεγέλασα τον Χάροντα με δυο πλαστά τζιχάντια
και πήρα από τον Πλούτωνα στα ζάρια αληθινά.
Τρεις μέρες στ’ Αρχιπέλαγος έζησα στην κατάντια
και μία στην ανηφοριά, που λεν, του σατανά.

Εφτά από πάνω μου θεοί και ένα τάγμα Αγγέλων
–δεν απομένει τίποτα για να το φοβηθώ.
Σάλτα δελφίνι να μου πεις τι έρχεται απ’ το μέλλον
στα Κουφονήσια ανάμεσα να ξομολογηθώ.

Δεν πα να έχει εννιά μποφόρ, εγώ θα πάω στη Δήλο
να προσκυνήσω στου Φωτός τον θεϊκό οικισμό
κι αν θέλει η Τύχη η Αγαθή θα έβγω και στην Πύλο,
για τις επόμενες χρονιές να πάρω τον Χρησμό.

Μπρατσέρα μου κουρσάρικη βιάσου για να σαλπάρεις
–η πιο σοφή απ’ τις συντροφιές είναι η μοναξιά.
Σάλτα δελφίνι μου πιστό στη ράχη να με πάρεις
κι εγώ γι’ αντάλλαγμα καλό, θα φέρω απανεμιά.

Με τέρπουνε των καραβιών τα βου σαν χαιρετιούνται,
λες κι ο Νηρέας σ’ όστρακο φυσά και χαιρετά.
Γαλέρες βενετσιάνικες κρύβονται και φοβούνται,
φανήκαν πάλι δρόμωνες στης Νάξου τ’ ανοιχτά.




ΙΙΙ ΝΑΞΟΣ - ΘΑΛΑΤΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ



ΒΕΡΟΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ


                                                  στον Ιγνάτη Χουβαρδά

Διαβάζοντας ποίηση και ακούγοντας τη λειτουργία
του γειτονικού ναού της Υπαπαντής του Χριστού
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
ο χώρος μου χάνει τη γεωστρατηγική του σημασία

Το δωμάτιό μου αυτή τη στιγμή θα μπορούσε
να είναι στην Πίνδο ή στο Μόλυβο
στο Διδυμότειχο ή στη Λέρο
Προσθέτοντας λίγες ακόμα πινελιές
στη Σμύρνη ή στο Μιστρά

Ή να είναι καμπίνα ενός ιστιοφόρου
στο λιμάνι της Νάξου




ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ


Τα ποιήματα
και οι έρωτες όπως τους ξέραμε παλιά
δε φαίνονται πια στις παραλίες
κι όμως είναι εκεί
ζουν σε λαγούμια και κατακόμβες
κάτω απ’ την άμμο
σαν τους τυφλοπόντικες
και μόλις φύγει ο κόσμος
βγαίνουν και λατρεύουν τη θάλασσα

τα ποιήματα
και οι έρωτες όπως τους ξέραμε παλιά




IV  ΤΟ ΚΑΡΕ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑΣ



ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ


Το Λενιώ δεν έχει πια σκονισμένα γόνατα
τα μαλλάκια της δεν είναι αχτένιστα
στα χειλάκια της δεν υπάρχουν λεκέδες σοκολάτας
δεν μπλέκει ανεπιτήδευτα τα χεράκια της
δε χορεύει σα νεράιδα
δεν κλέβει πια το γλυκό της γιαγιάς
ούτε βλέπουμε τα λειψά της δοντάκια όπως τότε
που έκοβε και μας μοίραζε το θεϊκό χαμόγελο της

Το Λενιώ πήγε πανεπιστήμιο
έμαθε πολεμικές τέχνες και πάει γυμναστήριο
έχει σημαντικό πόστο σε μια σπουδαία επιχείρηση
οδηγεί κι αισχρολογεί
κι όποτε ανέβει στο χωριό
όλοι σταυροκοπιούνται και θαυμάζουν:
«Βρε, το Λενιώ είναι αυτό; πώς μεγάλωσε έτσι;
Σωστός άντρας έγινε»



ΦΟΥΛ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑΣ


Τα κορίτσια στην Πάρο πηγαίνουν τρία-τρία
Σε μιαν απ’ αυτές τις τριάδες είδα τις Ώρες
σε μιαν άλλη τις Χάριτες
σε μια τρίτη τριάδα τις Μοίρες κ.ο.κ.
Τις Ερινύες μου δεν τις απάντησα ακόμη
από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα
θα γίνει κι αυτό
Όχι ότι τις φοβάμαι
αλλά για την περίσταση αυτή
είμαι παράξενα ντυμένος
Όταν τις συναντήσω, θα πετάξω
τα άμφια του ιερέα για την καστανή
την πανοπλία του πολεμιστή για την ξανθιά
και τον λινό χιτώνα του ποιητή για τη μελαχρινή
κι ολόγυμνος θα αλαλάξω:
«Σας εξόρκισα
σας πολέμησα
σας ύμνησα
Απόμεινε να σας λατρέψω
Ιδού λοιπόν το σώμα του Ορφέα. Είναι δικό σας
κάντε το ό,τι θέλετε»
Πού ξέρει κανείς;
μπορεί να έχουν ερωτικές διαθέσεις
και να μη μου κάνουνε κακό
μα τ’ άκρο αντίθετο
Άλλωστε, όλες οι γυναίκες του κόσμου
–ω! να ‘ξεραν–
κουβαλάνε τόσο έρωτα μέσα τους
που δεν τον σηκώνουν όλα τα πλεούμενα του κόσμου
Κι εγώ, είμαι τόσο γεμάτος έρωτα
που και να φταρνιστώ φοβάμαι ακόμα
Φουλ του έρωτα.


ΜΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΡΙΑ


Ω! Θε μου πόσο όμορφη ήταν εκείνη η ξένη
Άλλαζε παραστάσεις ήσυχη
σεργιανώντας ένα μικρό έρωτα
Το φιλί της άνεργο
Η αγκαλιά της μια απέραντη παραλία
Η όψη της ατραγούδιστη…

Κι εγώ
φειδωλός και παγερός σα ρακένδυτος Χειμώνας
τριγυρνούσα στο κατώφλι του Αυγούστου
μ’ έναν μπαλωμένο σάκο γεμάτο όνειρα
να μου βαραίνει τις πλάτες

Κρίμα
Ούτε ένα ανάγλυφο χαμόγελο δεν έβγαλα να δώσω




ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑήΔΙΠΛΟ ΚΑΡΕ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ




ΙΑΓΟΥΑΡΟΣ


Πριν νιώσεις τον φόβο και τη δύναμή μου
πριν αντικρύσεις την στιλπνότητα του ιδρωμένου μου κορμιού
άκου τον βρυχηθμό μου να ‘ρχεται από κάθε γωνιά γύρω σου:

“Στα μάτια σου βλέπω τον Ήλιο
ν’ ανατέλλει από τις Άνδεις
και στην ψυχή σου τον Αμαζόνιο
Είμαι ένας διψασμένος ιαγουάρος και με ξεδιψάει
Είμαι ένα άγονο χωράφι και με ποτίζει
Είμαι ένα νευρικό πιράνχα και με περιβάλλει
Είμαι ένα μικρό χορταράκι ή ένα τεράστιο δέντρο και μου δίνει νόημα

Σε βλέπω στη μορφή κάθε μελαχρινής καλλονής
κι όταν, μια στις χίλιες, συμβεί να είναι η δική σου
το άρωμα του κορμιού σου με μεθάει
Αναδύεται μέσα από τα ανοίγματα
και τις ίνες των ρούχων σου
και με ψεκάζει λυτρώνοντάς με
όπως η θεία δίκη έναν κατατρεγμένο
όπως η έμπνευση έναν ποιητή καταραμένο
όπως η θάλασσα ένα δελφίνι που ‘ξόκειλε
όπως ο Αμαζόνιος έναν ιαγουάρο διψασμένο…”




Ο ΑΝΤΑΙΟΣ


–Do you like a chair?
–No, I prefer lying on the sand
and taking power from earth.
Είπε ο Ανταίος
(στη γυναίκα που νοίκιαζε ξαπλώστρες)
και γύρισε πλευρό.




VI  ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΣΟΝΕΤΑ



ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ


Ο ποιητής δε γεννιέται ούτε γίνεται
Σε μια στράτα απερίγραπτης ομορφιάς
αναζητά την έμπνευση και τη βελτίωσή του
Μια στράτα που δεν είναι παντού πλατιά:
Σε κάποιο σημείο στενεύει
απ’ την οροσειρά της αλαζονείας
και το πέλαγο της ματαιοδοξίας...
Και νάτος μες στο πλήθος
Ανάμεσα σ’ έναν πολιτικάντη, έναν εργάτη
ένα ληστή, έναν έμπορο, ένα δάσκαλο,
δεν ξεχωρίζει. Ή ξεχωρίζει όταν σε κοιτάξει

Γίνεται τότε παραμυθάς υπέροχος
αλλού πτυσσόμενος αλλού συμπυκνωμένος
μοιράζοντας τα ποιήματα του αντίδωρα




ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ


Χαλκιδική
σε κάποια παραλία, μεσημέρι.
«Να παίξουμε θείο;»
Γυρνώ και τι να δω:

Ένα ηλιοκαμένο τζιτζίκι
κι ένα χαμίνι τριζόνι
με τα κλαπατσίμπανά τους.
«Λαλάτε το ρε μάγκες.»

Και δως του γλέντια
και δως του νταλκάδες.
Η θάλασσα μες στο χορό.

«Τι έχουμε; μεράκια;
φουσκοθαλασσιές;
Αχ, μόνο εσύ μεθάς από το ίδιο σώμα.»




VII ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ



ΤΑ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ


Αυτά
που όλοι
τα νομίζουν πεφταστέρια
είναι άγγελοι
που τα φτερά τους
τα έκαψε ο έρωτας




ΣΜΙΛΗ


Η ματιά σου σμίλη πάνω στο κορμί μου
Κρίμα που άφησε το δημιούργημά της ημιτελές και άσχημο






FUROR SCRIBENDI    (2013)


(εκδ. Ars Poetica)



A’ ΕΝΑ ΣΜΗΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΕΠΙΚΛΗΣΗ


Οι λέξεις
οι λέξεις
πότε θα ξαναρθούνε;
να πάρουνε τις θέσεις τους επάνω στο χαρτί
σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα ενθουσιώδεις
στα κουπιά του καραβιού για το νόστο.

Κι όποτε ερχόντουσαν οι λέξεις, λαχτάρα
σαν του Οδυσσέα που ξανάβλεπε το τόξο του
ικανοποίηση
σαν του Οδυσσέα που ιδρωμένος του περνούσε τη χορδή
ανακούφιση
όπως του Οδυσσέα, όταν σκότωνε τον πρώτο μνηστήρα. 



ΠΟΘΟΣ


Ήθελε τόσο πολύ να γράφει όμορφα πράγματα
που αν ήταν δυνατόν
-για τις λέξεις που πρόσμενε
να βγουν από μέσα του
όπως το δάκρυ της χιώτικης μαστίχας
ή το σπέρμα του καουτσούκ-

θα χάραζε το σώμα του.



ΜΟΝΑΞΙΑ


Όλοι στο σπίτι είμαστε άρρωστοι.

Οι πατάτες έχουν γλαύκωμα
οι μπανάνες προστατίτιδα
τα μήλα καρκίνους
το λάχανο στηθάγχη

κι εγώ με τη βουκαμβίλια
κατάθλιψη χρόνια.



Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ


Ο άνθρωπος στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Απόθεσε το σάκο της μοναξιάς,
το σακίδιο με τα βάσανα,
πήρε μια βαθιά ανάσα
και ξεφύσησε.

Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός βοριάς.
Χαμογέλασε.
Ξαναφορτώθηκε τα σακίδια
και συνέχισε το δρόμο του.
Δεν του φαίνονταν πια τόσο βαριά.



ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ


Σε όσους νωχελικούς κι ονειροπόλους
αναγκάστηκαν να δουλέψουν μαρτυρικά
αντί πινακίου φακής

σε όσους έμαθαν να δίνουν
ζώντας ανάμεσα σε άρπαγες

σε όσους λάτρεις του Έρωτα
δεν αξιώθηκαν να τους ερωτευτούν

τι να τους πει ο φόβος της κολάσεως;
για κόλαση θα μιλάμε τώρα;



ΕΚΡΗΞΗ


Όλα εντέλει είναι θέμα χειρισμών,
όχι προθέσεων κι ολόθερμων ευχών.
Αλλιώς, πώς θα μπορούσανε να δικαιολογήσουν
τη θέση μου τη δύσκολη οι αγαθές προθέσεις;

Και να τος, βγαίνει απ' την οθόνη της Τ.V.
φαρδύς και διπλοσάγονος ο κύριος υπουργός
απλώνει τη χερούκλα του εν ψυχρώ
τα ποιήματα που έγραφα να κάνει κομματάκια.

Κι εγώ να τον κοιτάζω σαν παλίμψηστο σιωπών
μα εκείνα, απτόητα και προπαντός γενναία,
να σέρνονται στο πάτωμα γυρεύοντας τις λέξεις

καινούργια ποιήματα να γίνουνε: χαϊκού
και θραύσματα, μιας λογοτεχνικής χειροβομβίδας
που εκρήγνυται με κρότο και με λάμψη.



ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ ΔΙΑΡΚΩΣ


Φθινοπωριάζει.
0 ήλιος γραπώνεται, απ' τα σεντόνια,
τα χαλιά, τα ράφια
απ' όπου βρει.
Αβοήθητος
πάνω απ' του χάους την Χάρυβδη,
του Χρόνου τα βαρούλκα,
που τον τραβάει απ' τα μαλλιά
τα πόδια του μαγκώνει.
Του πέφτει το διάδημα, η πλάστιγγα, το σκήπτρο.

Κι εμείς στελέχη του χαμού
στην απονιά εθισμένοι
του κλείνουμε τα δάχτυλα στα πορτοπαραθύρια.
Ίσως γιατί στα χρόνια μας διαρκώς φθινοπωριάζει.


ΑΠΟΓΡΑΦΗ


Ανοίγω το πορτοφόλι να πληρώσω ένα ψωμί.

Απομένουν μέσα, η ταυτότητα μου
η φωτογραφία σου
το κλειδί του σπιτιού μας
ένας συνδετήρας
δυο κέρματα
ένα ποίημα
ένα χαρτονόμισμα
α, κι άλλο ένα ποίημα...

Δόξα τω Θεώ
είμαι και σήμερα
ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο.



Β’ ΕΛΑΦΡΥ ΠΕΖΙΚΟ



ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ


                                                                    ...greasy fingers smearing shabby clothes...
                                                                    ...spitting out pieces of his broken luck...
                                                                   ...Aqualung my friend...
                                                                      Ian & Jennie Anderson «Aqualung»


Κάνοντας μια βόλτα στις βιτρίνες της πόλης, αναρωτήθηκα  
  πώς φαίνομαι στα μάτια των άλλων. Καθρεφτίστηκα λοιπόν   
στη βιτρίνα ενός καταστήματος ένδυσης, τάχα πως βλέπω   
      ρούχα, ενώ παράλληλα προσπαθούσα αυτοσυγκεντρωμένος να
  εκμαιεύσω την ποθητή απάντηση από την τζαμαρία.               
          Είδα τότε τον Οδυσσέα, να κατασκοπεύει τους μνηστήρες              
          μεταμφιεσμένος σε αποκρουστικό γεροζητιάνο. Α! ωραία,               
        σκέφτηκα, κανείς δε βλέπει τον πραγματικό βασιλιά της Ιθάκης    
          που θ' αποκαλυφθεί εν πλήρη δόξα σε λίγες μέρες. Και τότε          
          ένας από δαύτους άρπαξε ένα σκαμνί και το πέταξε με δύναμη     
          στην καμπούρα μου. Ο πόνος ήταν τόσος που κόντεψα να           
λιποθυμήσω.                                                                           
          Όταν συνήλθα, είδα πάλι το είδωλο του ζητιάνου -αλλά                   
        χωρίς την αίγλη της Οδύσσειας-να αλαλάζει σα μισότρελος        
          χωριάτης: «Προυσουχή - προυσουχή. Έρχεται η Μήτσους η        
          Στεργιόπ'λος απ'του Κακοπλεύρ’μι δυο αρκούδες. Μαζωχτείτε     
          σπίτια σας, να μη σας ρουκανήσουν».                                          
   Οι μνηστήρες, αλίμονο, είχαν εξαφανιστεί.    
          Μαζί τους κι η Ιθάκη.                     




ΑΤΥΧΙΑ


               Όταν ρωτούσαν τον Στρατή γιατί δεν είχε βρει ακόμη ταίρι,               
          να τακτοποιηθεί επιτέλους σαν τους άλλους, απαντούσε σ' όλους
          ότι ήταν άτυχος. (Έτσι ήταν και μάλιστα γι' αυτό ευθύνονταν         
          κυρίως το αμάρτημα κάποιου προγόνου του). Επειδή όμως          
          έβλεπε ότι κανείς δεν τον πίστευε -σε πολλούς μάλιστα                 
          διέκρινε το χαμόγελο που προκαλεί κάποιος τελείως αφελής -       
          και για να αποδείξει την ισχύ του λόγου του, σκαρφίστηκε κάτι      
          πραγματικά ασύλληπτο:                                                                   
           Πρώτα επινόησε ένα φανταστικό ταίρι -γνωριμία από                     
        τις τελευταίες διακοπές του- Έπειτα διεκπεραίωσε με τη              
          σειρά όλες τις λεπτομέρειες της τυπικής οδού που απαιτείται        
          για την τέλεση ενός γάμου: Έκλεισε ημερομηνία σε ναό και           
          σε κοσμικό κέντρο για το γλέντι, συνεννοήθηκε με κάμεραμαν      
          και φωτογράφο, τύπωσε και μοίρασε προσκλητήρια μέχρι και        
          αναγγελία σε τοπική εφημερίδα έβαλε ο αθεόφοβος.                      
               Άφησε έπειτα να περάσει λίγος καιρός, όπου απόλαυσε                     
          τις ανέξοδες ευχές των καλεσμένων του -φίλων, συγγενών             
          και γειτόνων- και τέλος μπήκε στον κόπο ν' ακολουθήσει                
          θλιμμένος την τυπική διαδικασία της ακύρωσης ενός γάμου, με      
        αιτιολογίες προσεκτικά ειπωμένες.                                                 
               Φυσικά, μετά απ' όλα αυτά ο Στρατής δικαιώθηκε. Ζώντας                  
           για λίγο με τη λογική της ζωής των άλλων, κατάφερε στο τέλος       
          να του μείνει ανενόχλητο το λίγο ή το πολύ της μοναχικής ζωής     
          που του είχε απομείνει (και που τόσο είχε συμφιλιωθεί μαζί της)     
          και μ' ένα ψέμα να αποσπάσει από όλους εκείνο το ειλικρινές         
  και συμπονετικό:                                                                                              
                        «Καλός άνθρωπος. Κρίμα που είναι τόσο άτυχος».      

  




Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ  (2015)


(εκδ. Σαιξπηρικόν)


Ι  ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ



Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Ι. Αναδυομένη;

Πήρε δυο κύματα και τα 'κανε μπλουτζίν
Ένα κομμάτι φουρτούνας το έκανε φουλάρι
Με τα ρετάλια στόλισε τα νύχια
Κρόσσια θυέλλης πάνω της να μοιάζει αμαζόνα

Μόλις τη συνάντησα πώς να μην θαυμάσω:
Απόψε εξοπλίστηκες όλη την ομορφιά


II. Γήινη

Ήλιος δε βγήκε σήμερα
Με την ύπαρξή της ασχολούμαι εγώ:

Φωτίζοντας μονοπάτια της
Ιριδίζοντας τα ρυάκια της
Σιγά σιγά της ζεσταίνω τον κόρφο
Ανοίγω τα λουλούδια της

Έπαθλο μου το χαμόγελο της
Ανάφλεξη 


ΙΙΙ Η βόλτα της φωτιάς

Συνάντηση σε μαυροκόκκινη σκακιέρα
Κινούμαι στα μαύρα κάρβουνα
Και με προσοχή
Στα πυρακτωμένα είμαι αμάθητος
Μαύρα έχει τα μαλλιά
Πύρινα τα χείλη της
Κάποια στιγμή μού λένε:
«Μη φοβάσαι
Δικά μας τα κάρβουνα φλόγα μου
Δικό μας ό,τι καίγεται
Δική μας και η λάμψη»


ΙV Πτήση

Κινείται σαν ερωδιός
Μιλάει με την ευφράδεια αηδονιού
Έχει την ευγένεια του κύκνου
Φλέγεται σα φοίνικας

Μετά τη συνάντησή μας
Κάποιος την είδε να πετάει 



ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελο σου
τέλειωσαν.
Μαζί τους εξατμίστηκαν
νιάτα, λαχτάρες κι άνθρωποι
σαν βρόχινες λιμνούλες.

Ο καιρός που έβγαινα
για μια χούφτα χαμόγελα
σώθηκε.

Σιγά σιγά
έμαθα ν' αλλάζω
τα ξέθωρα χαμόγελα
με τα λουλούδια που φυτρώνουν
στις λευκές βουνοπλαγιές της νύχτας. 






ΕΙΣ ΜΑΡΤΥΣ... ΟΥΔΕΙΣ ΜΑΡΤΥΣ


με τον τρόπο τον Γ. Β.

Πάει, πέθανε κι ο μπαρμπα-Βασίλης.
Ήταν αυτός που μου 'χε πει:
«τι έγινε με το Λενιώ, ακόμα να τα βρείτε;»
τον καιρό που πίστευα
πως μόνον εγώ σε θυμόμουν.

Κατά μία έννοια, εχθές κηδεύτηκε
το τελευταίο λείψανο του έρωτά μας.

Βέροια, 21-8-2014 



ΙΙ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ



ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΣ


Ι  Σχολικές επιδόσεις

Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
Θα της δείξω το σακούλι
Με τα δόντια του δράκοντα
Να αρχίσει έντρομη ν' αναρωτιέται
Αν έρχομαι απ' τον θερισμό
Ή πάω για να σπείρω



ΙΙ  Τα χρόνια στο χωριό

Το χωριό μου θα γίνει γνωστό
Από μια μελλοντική μου εκστρατεία
Έστω με το πρόσημο πλην



ΙΙΙ  Στρατιωτική θητεία

Σκοπιά φυλάμε ακόμα μες στις ερημιές
Προσμένοντας τον βάτο αντίκρυ να ανάψει
Μα αυτός μες στη σκιά του παίρνει άλλες μορφές
Γυναίκα γίνεται τη μια, αισχρή γυναίκα
Διάβολος μέχρι να μετρήσεις ως το δέκα
Κι άλογο που βροντάει στα βράχια τις οπλές



IV   Μια μάγισσα μούσα

Ούτε δράκοντες
Ούτε χρυσόμαλλο δέρας
Μόνο μια Μήδεια
Για να σκοτώνουμε αργά αργά
Τα παιδιά μας



Τα ώριμα χρόνια

Πρέπει να είμαστε γενναιόδωροι
Με όλους και με όλα
Λέω και λύνω τα πιτ μπουλ
Να βολοδέρνουν νηστικά
Στους κήπους της καρδιάς μου





ΠΕΙΣΜΑΤΑ


Από τότε που έβγαλα το γιασεμί στο μπαλκόνι
Η κληματαριά μού γύρισε την πλάτη
Λες κι αντίκρισε τα σάπια δόντια μιας ανασφάλειας
Ή το απαίσιο κορμί της μοναξιάς
Τώρα ψάχνει αλλού στηρίγματα

Εκείνη
Που μέχρι χθες απέκρουα τα ρεσάλτα της
Στην κουπαστή του μπαλκονιού 



ΙΙΙ  ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΜΕ ΘΕΑ



ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΗΣ


Μ' ένα κορμί να 'χει υποστεί
αγαλματένια απόρριψη
με δύο μάτια που 'χουν δει
παράφορη άρνηση
ο καθένας θα πίστευε
ότι στον επόμενο τόνο
ή στην επόμενη στροφή
καραδοκεί το τέλος του κόσμου

σκουπίζοντας στα χείλη του
ψίχουλα αδιαφορίας

Βέροια, 11-11-2012



ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


Βουλιάξαμε στη φωτιά
Χανόμαστε σα χνώτο σκύλου
Στο καφενείο ολοένα λιγοστεύουμε
Στη μέση η σόμπα καίει τις αναμνήσεις
Σε κάθε σπίτι κι από μια κατάκοιτη λαχτάρα
Τα μάτια αδειάζει απάνω μας - γιόκα μου, την ευχή μου -
Κοιτώντας τη φθορά ξεμάθαμε να πλάθουμε το αύριο
Τα όνειρά μας περπατούν ξυπόλυτα στο χιόνι
Απωθημένο μας ένα γλυκό σαν κέρασμα χαμόγελο
- Βρε πώς το λέγανε να δεις εκείνο το κορίτσι -
Χαρές ανείδωτες σε τοπία μνήμης ρημαγμένα

Τα χείλη μας πιο καφετιά κι από τα πικραμύγδαλα
Κανείς δεν πίνει σήμερα, κανείς δεν παίζει πρέφα
Και η οργή του καθενός στη σόμπα να στεγνώνει




ΠΑΖΛ


Πέντε κομμάτια λάμψη εσύ
πέντε κομμάτια μνήμη εγώ,
αν τα ενώναμε
μπορεί να πλάθαμε
μια πελώρια μορφή.
 
Αλλά όχι,
όχι.
Δεν είναι μέρος για τέτοια πλάσματα
ετούτο το απέραντο
βασίλειο του μίσους.
 
Βέροια, 10-9-2010




IV   ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΔΙ’ ΕΥΧΩΝ



ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ


II. Του πατέρα

Οι γονείς μας
είναι οι πρώτοι
παιδικοί μας φίλοι
πον λησμονάμε

Δ.Π.


Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέσ' τον,
χαμογελούσε εύκολα.
Κρεμούσε τα χαμόγελα στη ντουλάπα
δίπλα στις γραβάτες.
Είχε ένα για κάθε περίσταση.
Όταν ήταν θλιμμένος
φορούσε το πιο γοητευτικό.

Μα όταν πήγαινα να τον φροντίσω θέριευε.
Τι τσιρότο, τι χάπι να βρεις τότε
για έναν υπέρμετρο γίγαντα.
Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι-πλάι...
τι κρίμα που δε γίναμε ποτέ φίλοι.



ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ


Πωλείται ελπίς
Με το κιλό ή το τεμάχιο
Ή μάλλον ξεπωλείται
Να βάλεις στην προθήκη
Μου φαίνεται πιο δραματικό
Λιγάκι πιο χυδαίο
Και πιο νωρίς θα κλείναμε
Αγαπητέ συνέταιρε
Αυτό το μαγαζάκι
Που ροκάνισε στα ρολά του
Τα καλύτερά μας χρόνια
Μιαν ώρα αρχύτερα ν' ανακαλύπταμε
Έναν καινούργιο βίο επιτέλους
Ένα καινούριο νόημα
Μια νέα χρυσοπηγή



ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Μια σπονδή και μια παρασπονδία
η έναρξη και η πλήξη ενός συμποσίου
απαραίτητου
όσο η γούνα για μια πέστροφα
    αναγκαίου
όσο τα λέπια για μια γάτα.

Σε απευθείας μετάδοση
θηρευτών και θηραμάτων
ο αποχαιρετισμός
στο φουαγιέ της Κιβωτού.



Η Κατερίνα Καριζώνη  έγραψε στο FRACTAL/ 27/4/2016  

για το βιβλίο “Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ”


«Κάποτε ξέρεις και η νεότητα τελειώνει»


Σχολικές επιδόσεις 

Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
Θα της δείξω το σακούλι
Με τα δόντια του δράκοντα
Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται
Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό
Ή πάω για να σπείρω……….

γράφει ο Δημήτρης Παπαστεργίου στο ποίημά του «σχολικές επιδόσεις». Ποιητής μάλλον ασκητικός στον βίο και στην τέχνη, όπως οι περισσότεροι δημιουργοί της περιφέρειας που δεν απολαμβάνουν τις ευκολίες των «εν Αθήναις» ομοτέχνων τους, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο ποιητικής μετουσίωσης και γραφής. Η μέχρι τώρα ποιητική του παραγωγή αριθμεί τρεις ποιητικές συλλογές: την Τράπουλα του Καλοκαιριού, 2012, την συλλογή Furor Scribendi, 2013 και μια ανθολογία του «Ποιητικού Πυρήνα», ενός μπλογκ που διατηρεί ο ίδιος στο διαδίκτυο, 2012.
Το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ», περιλαμβάνει μεταξύ των τελευταίων και κάποια αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής από προηγούμενες ποιητικές σοδειές. Διαβάζοντας λοιπόν, αυτά τα ποιήματα, έχω να παρατηρήσω τα εξής: Ο Δημήτρης Παπαστεργίου συνδυάζει την ποιητική παράδοση με μια εκλεκτική χρήση των στοιχείων της μοντέρνας ποίησης δημιουργώντας μια ιδιαίτερη κι αναγνωρίσιμη ποιητική ταυτότητα. Γράφει χαμηλόφωνα, αλλά αυθεντικά.

2

Αν κάποια στιγμή φαντάζει εγκεφαλικός, είναι γιατί χρησιμοποιεί με αυστηρότητα τη γλώσσα. Οι λέξεις του εμπεριέχουν πολλαπλές σημασίες και συμβολισμούς. Είναι μετρημένες με μαθηματική ακρίβεια. Ούτε μία δεν περισσεύει. Ούτε μία δεν λείπει απ’ το σώμα του ποιήματος. Έχουν πνοή κι έναν δικό τους ρυθμό και καταλήγουν σ’ ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα. Ο ποιητής αντλεί την έμπνευσή του από την λαϊκή παράδοση, χρησιμοποιεί μοτίβα από τα δημοτικά τραγούδια, από την Ιστορία, απ’ την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Χρησιμοποιεί αλληγορίες και παραβολές, μύθους και ονειρικές εικόνες.

Εκείνο το ζευγάρι δεκαοχτούρες
Που βλέπω κάθε χαραυγή
Άραγε να ’ναι οι πεθαμένοι μου γονείς;
Δεν το έχω αποκλείσει ακόμα.
Όποτε τις κοιτάζω
Κάνουν πως τσιμπολογούν.

Ποίηση βιωματική και εικονοποιητική μας αποκαλύπτει μέσα από σπαράγματα παραμυθιών και ονείρων, τον μύθο του ίδιου του ποιητή, τις αθέατες, ίσως και σκοτεινές πλευρές του. Μιλάει για φαντάσματα της εφηβείας που σέρνουν τις αλυσίδες τους τις νύχτες, για όνειρα που περπατούν ξυπόλητα στο χιόνι, για ανεξερεύνητους έρωτες, για παραλείψεις που ακονίζουν τα τσεκούρια τους, για επιγράμματα που τον παιδεύουν, για κληματαριές που κάνουν ρεσάλτα στην κουπαστή του μπαλκονιού και τέλος μας δίνει ραντεβού στο φουαγιέ της Κιβωτού.

3

Νομίζω πως η Κιβωτός εδώ είναι η ίδια η Ποίηση, ή μάλλον τα υλικά της που θέλει να διασώσει ο Παπαστεργίου: οι λέξεις, τα αισθήματα, οι συμβολισμοί, οι ήχοι και οι σιωπές, τα ορατά και αόρατα της Τέχνης. Το ερωτικό στοιχείο είναι έντονο στην ποίησή του, σχεδόν κυρίαρχο ακόμα κι όταν δεν δηλώνεται σαφώς. Ο τίτλος «άστεγος της οδού των χαμογέλων» παραπέμπει άλλωστε στην περιπέτεια του χαμένου έρωτα, στην μοναξιά και την αναζήτηση του άλλου προσώπου, ενώ συχνά ο ποιητής αφήνει να φανεί καθαρά το βαθύτερο τραύμα κάτω απ’ τις λέξεις.

«Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελό σου
τέλειωσαν.
Μαζί τους εξατμίστηκαν
Νιάτα, λαχτάρες, κι άνθρωποι
Σαν βρόχινες λιμνούλες…

Στα ποιήματά του Δημήτρη Παπαστεργίου κυρίαρχη είναι επίσης και η σχέση με το πατρικό είδωλο, σχέση που φαίνεται να τον σημαδεύει και να τον ακολουθεί μες στα χρόνια. Ο Πατέρας –γίγαντας, όπως τον αποκαλεί, ο πατέρας- Υπερεγώ…. «Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι- πλάι,… κρίμα που δεν γίναμε ποτέ φίλοι, καταλήγει ωστόσο με πικρία σε κάποιο στίχο του, επισημαίνοντας τις δυσκολίες προσέγγισης, ίσως και ταύτισης με το πρόσωπο του πατέρα. Σκωπτική είναι επίσης η διάθεσή του απέναντι στα πρότυπα ζωής της μικροαστικής οικογένειας , τα οποία στηλιτεύει ιδιαίτερα στο ποίημά του για το νησί της Σαντορίνης.

4

Θα έλεγα ότι το βιβλίο του Δημήτρη Παπαστεργίου φέρει μεγάλα αποθέματα ποιητικής ευαισθησίας, διαπνέεται από μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση απέναντι στα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια άσκηση πάνω στις τεχνικές της ποίησης. Υπάρχει μια συνεχής αναμέτρηση του ποιητή με την τέχνη της γραφής. Κρίνοντάς τον ως ποιήτρια μπορώ να τον φανταστώ να επιδίδεται με τις ώρες και τις μέρες στο «σαφάρι» των λέξεων και των ποιητικών εκφράσεων. Τίποτα δεν προκύπτει εύκολα, τίποτα δεν αποτυπώνεται χωρίς τον μόχθο και το άλγος του καλού τεχνίτη. Ο Παπαστεργίου γνωρίζει καλά ότι η ποίηση πέραν του ταλέντου είναι και μαστορική κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Και επειδή η ποίηση μιλάει καλύτερα για τον ποιητή, απ’ ό,τι οι όποιες αναλύσεις, θα παραθέσω ένα ποίημα που αποτυπώνει εύγλωττα αυτές τις αγωνίες του.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ

«Τι έχεις πάθει άραγε εσύ;
Δεν έρχεσαι άλλο στα ολονύχτια συμπόσια
Περιφρονείς τις όμορφες εταίρες
Βδομάδες έχεις να φανείς στην Αγορά
Και στον Ιππόδρομο που όλοι σε γνωρίζουν.

Κάποτε ξέρεις και η νεότητα τελειώνει»,
Μάλωσε τον Ευσέβιο ο φίλος του Ιουστίνος
Κι όπως απ’ το λιμάνι ξεγλιστρούσαν
Έστρεψε το λευκό πανί με τέχνη στο μαϊστράλι.
  
5

«Αλήθεια», είπε τότε κι ο Ευσέβιος,
«μήπως γνωρίζεις καμιά λέξη να ταιριάζει
Με την «Αγάπη» αρμονικά, μα να μη μοιάζει
Με εκείνες τις αλλότριες: «κιτάπι» και «ντουλάπι»
Και τις κακόηχες «αράπης» και «σατράπης».
Αυτό το επίγραμμα, τρεις μήνες με παιδεύει».


Η ποίηση είναι μια ατέλειωτη δοκιμασία, μια ατέλειωτη κούραση, το είπε σ’ ένα ποίημά του κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, η οποία όμως σε κρατάει σε μια αέναη πνευματική εγρήγορση. Ειδικά όταν είναι καλή ποίηση. Κι αυτή είναι η ανταμοιβή της.
Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω ότι ο Δημήτρης Παπαστεργίου πέραν της ποιητικής δημιουργίας διατηρεί και μια δημοφιλή σελίδα στο διαδίκτυο με την επωνυμία «Ποιητικός Πυρήνας», όπου δίνει την ευκαιρία να αναδειχθούν νεώτερες ποιητικές φωνές, αλλά και αξιόλογα πεζογραφικά κείμενα. Έντονη είναι επίσης η πολιτιστική του δραστηριότητα στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Βέροια, όπου και ζει.
Τέλος θα αναφερθώ στην εξαιρετική αισθητική και επιμέλεια του βιβλίου που έγιναν από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, ένα σχετικά νέο εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης που μας έχει ήδη δώσει αξιοπρόσεκτες εκδόσεις.