ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ














ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ  (2009)



ΠΡΟΣ ΕΥΡΥΔΙΚΗΝ


Ευρυδίκη,
καιρός ν' ανέβεις.
Καιρός να πάρεις θέση μόνη σου τώρα στη γη
όπως τότε που βάδιζες ανυποψίαστη
στην περιοχή του Παραδείσου.

Έλα ξυπόλυτη,
χωρίς να σκέφτεσαι τ' αγκάθια
της συμφέρουσας λέξης.
Γέμισε αλυχτίσματα ο κόσμος και
θέλει το χάδι σου το χώμα.
Τη λέξη τη μοναχική.
Εσένα που τη λάσπη όργωνες
ένα χειμώνα.

Πες κάτι κι εσύ στις Εξουσίες,
πως το φως δεν ιδρύεται
με το χέρι στην τσέπη.

(Έχει πάρει τα επάνω της η αθλιότης
και διακονεί
παραπλανήσεις βαρύθυμες.)

«Άλλες μνήμες ευγενέστερων καιρών»*
έχουν συγχωνευθεί στην ταύτιση ετούτη, Ευρυδίκη.

Φώναξε: ουαφιλί, ουαιλιλί, στον Γαβριήλ,

γιατί πάει καιρός

που ο Ορφέας σου έγινε στάχτη.
Όσο κι αν καρτερείς,
αυτός δεν κατεβαίνει πια στον Άδη
χωρίς λεφτά...



* Ώστε λες δίκαιο θα 'χε ο Υπερίων που μιλούσε «γι' άλλες μνήμες
ευγενέστερων καιρών», Οδ. Ελύτη, «Θεοκτίστη».


ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ


                                             «Κάθε ύπνος έχει τη δύναμη να σε απολύει
                                                                                επάνω στη χλιδή»
                                                 Γιάννης Βαρβέρης, «Πεταμένα λεφτά»


Σκιά, είναι.
Σκιά χαρτιού που τρίζει
σ' άνεμο σκοτεινό.

Έρχεται με κινήσεις χορού,
κινεί τα πέπλα της Σαλώμης,
στήνει τα μάτια της σαγήνης
στα δικά σου,
στρόγγυλα γρόσια, βλοσυρά.

Σκιά που «ενθάδε κείται», στο κορμί σου,
όταν ο κυνηγός του πρωινού
κοιμάται
σφυρίζοντας μπαλάντες,
πάνω σε γλιστερό
κιτρινωπό χρυσάφι...




ΜΕΤΕΩΡΟ


Όπως ανεβαίνεις σκάλα παλιά
κι η παρακμή τρίζει,
σανίδι ετοιμόρροπο,
τα φώτα σβήνουν ξαφνικά.

Βάζεις τα χέρια στο πλάι,
πάνω στις ουσίες των πραγμάτων,
στα κάγκελα που 'χουν σκουριάσει.

Σε λίγο η σκάλα υποχωρεί
κι εσύ, μένεις κρεμασμένος
με το σκοτάδι να σε σημαδεύει
και τα κάγκελα να κορνιζάρουν
το κενό και το σώμα σου.

Μια πέτρα σκληρή είναι η μνήμη,
μετέωρη, και πέφτει
κοιτώντας τα χέρια σου.



ΠΑΝΤΑ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΥΝ.


Δυο φίλοι,
απ' το μπαλκόνι έπεσαν
κι αυτοκτονούμε, είπαν, με κραυγές,
αφού τα φωνήεντα μας
τατουάζ σε δέρμα Φαρισαίων γίνονται.
Μες σε γραμμές και διακοσμητικά
αυτοκτονούμε,
γιατί οι εφιάλτες μας
απέκτησαν αισθητική
και ξεγελούν με ψέματα
ωραία...

Πάντα δυο λέξεις
δραπετεύουν απ' το ποίημα.
Κρατούν αποστάσεις
μήπως και πούνε ψέματα
για όλα τα ανακοινωθέντα μυστικά.

Υπερασπίζονται την αλήθεια... ίσως.


ΕΔΕΣΕ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΡΔΕΛΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ.
 

Έδεσε κόκκινη κορδέλα στο λαιμό.
Να 'ναι σιδερωμένη, είπε.
Αυτή φαίνεται.
Κρέμασε φιόγκους,
κρέμασε κουδουνικά.
Διατυμπάνισε την ιδέα, είπε.

Να 'ναι κόκκινη.
Κορδέλα σατέν.
Για κάθε λέξη να σφίγγει σαν λαιμοδέτης
σε περιπτύξεις.

Να διαστέλλονται τα μάτια
όταν τραβάς.
Γοερή να 'ναι η ανάσα
όταν τα χείλη τους θα κλείνεις...

Αυτό φαίνεται, είπε. 


ΕΛΕΥΘ…


Ακούω, ακούω,
είπε το μικρό πουλί.
Ελεύθ... ελεύθ...
αλλά γιατί δεν λέτε
αυτήν τη λέξη ολόκληρη;
Πώς θα 'ρθουν τα άλλα τα πουλιά
να τραγουδήσουν;

Όταν εσείς δεν λέτε τίποτα
γι' αυτήν τη μακρινή φωνή,
δεν θα μας ευνουχίσουν;

Πώς θα τραβήξουν με το ράμφος
τα σκοινιά
από το ε, από το ρο, από το ι
κι από το άλφα,
αυτό το αμίλητο ναυάγιο;



ΑΥΤΑ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ


Αυτά τα ταξίδια,
μετράνε στιγμές του Μαγγελάνου.
Ορίζοντες αδιαφανείς
που ρίχνεις μια πέτρα
κι ακούγεται το πιο πέρα
με πάταγο νύχτας.


 

ΤΩΡΑ ΣΚΟΥΡΙΑΖΕΙ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


Τώρα σκουριάζει κι ο ουρανός.
Οξειδωμένα είναι τα σύννεφα.
Τρίζουν οι μεντεσέδες τους
για τα καλά.

Βάλε τα δυνατά σου να συναντηθούμε
για τελευταία φορά
να μου εξηγήσεις
τη μετάλλαξη που αιωρείται...

Άντε κουνήσου,
πριν γίνει πανικός
και τα μεγάφωνα
χρειαστούν λεξικά
γι' αυτήν την ερμηνεία. 


          

ΤΩΡΑ ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ


Τώρα σπάζοντας
το τετελεσμένο τίποτα
πολλά γυαλιά αόρατα
θα συγκρουσθούν στον αέρα.

Το γεγονός, μια μουσική κρυστάλλων
που παίζεται,
όταν η δημοπρασία της λύπης
κοιτάζει να κλείσει τις αγορές
όσο-όσο,
και να κυβερνήσει,
όποιο δεν κατακτήθηκε κενό.

Των ανθρώπων η έκλειψη,
στην Αρχή κάνει θραύση...



ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΑΞΙΔΕΨΑ


Για ένα ποίημα ταξίδεψα,
στα μεγάλα ενυδρεία της λέξης.
Αλλά κι αυτή, πάντα
τελείωνε σ' ένα σίγμα τελικό.

Σαν το κλειδί ενός σώματος,
που φράκαρε στην είσοδο
για το ποτάμι...



ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΤΕ


Ενορχηστρώστε τώρα,
Καίσαρες,
αυτήν τη μελαγχολία που αιωρείται
στα οξειδωμένα οστά των νεογνών.

Ενορχηστρώστε τους ήχους της αγωνίας
και τον παλμό του αθώου βλέμματος τους,
που φοβάται τους ορίζοντες
αυτής της ενύπνιας μέρας.

Ενορχηστρώστε με ακρίβεια
την ταχύτητα του φωτός,
που σταματά, ξαφνικά
και με στάχτη,
στη μικρή
ανερμήνευτη απορία
του πρώτου τους
ρω...



ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ


Διανυκτερεύουμε πάλι.
Φώτα ανοιχτά.
Αν τύχει και περάσουνε
αθόρυβα οι σκιές
έξω από τα παράθυρα,
καρφώνοντας τα μάτια τους στα τζάμια,
ποιος θα τρομάξει άραγε;

Αυτές που αιωρούνται αβέβαια,
ψάχνοντας να εκδικηθούνε τη διανυκτέρευση,
ή τα δικά μας πρόσωπα
που δεν αντέχουν την ολονυκτία;



ΞΑΝΑ


Σε λίγο, όλα θα τελειώσουν,
όταν η κεφαλή από το σώμα
αποκοπεί
και τα φωτόνια του μυαλού
ανάψουνε φλας μακρινά
όπως μία Πανσέληνος.

Σε λίγο, ο κόσμος θα πει,
ήτανε δώδεκα κι έγινε μία.

Κι όλα τα σώματα, που τίποτε δεν είχαν,
σφαδάζουν προς την κεφαλή του αλόγου,
ξανά τη μοίρα τους
στη χαίτη του υφαίνοντας,
χωρίς το φόβο πια της γκιλοτίνας... 



ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΟΥ ΛΕΞΗ


Και μια σου λέξη,
μπορεί να ξυπνήσει
το χείμαρρο
που εγκλωβίζεται
στο ύπουλο πολικό ψύχος
της αδράνειας.

Γι' αυτό,
λέγε τις λέξεις που ξεχνώ.
Ξυπνάς τον ουρανό που βυθίστηκε
στο αποκωδικοποιημένο πρόσωπο.
Στο τεμαχισμένο σώμα.
Ξυπνάς τις πράξεις που αφαιρούνται

στο μάταιο σχήμα.




ΔΩΡΙΕΙΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ   (2014)





ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ


Τέλος σημαίνει
πως κάποτε υπήρξε ένας κόσμος.
Τέλος πως δεν υπάρχει κόσμος.
Τέλος είναι η βία.
Είναι οι άνθρωποι που αρπάζουν απ' τις πλάτες
άλλους ανθρώπους.
Λύνουν τα χέρια τους
για να τραντάξουν τη γη.

Το είδαμε όταν
τα μάτια τους κύλησαν στο χώμα
μαζί με τα λεμόνια που κρατούσαν
κι έγιναν πέτρες ξαφνικά.

Και είδαμε πως, από τότε, μικροί πλανήτες
γύρω τους γυρίζουν
κι εκείνοι μένουν στο κενό.
Τα πόδια τους κρυμμένα είναι στην αφάνεια.
Το σώμα τους κανείς δεν το βλέπει.
Ακίνητο είναι.

Μόνο που και που μια λεπτή κλωστή
στο σκοτάδι φωσφορίζει,
όταν ο άνεμος κινεί τα δάχτυλά τους
για να θυμίζει πως κάποτε
υπήρξε αυτός ο κόσμος.





ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ


Ι

Επειδή τα όνειρα
ραγισμένες πραγματικότητες είναι,
τρόμοι κατοικίδιοι
και καπνισμένα φαντάσματα,
μην τα ξορκίζεις, άσ' τα να 'ρθουν
στους καθρέφτες σου με σήματα μορς
και νυχτικά αιθέρια - επιμένω -

Αυτό το σκοτάδι
μια φιλαρέσκεια ψάχνει.
Σ' έναν καθρέφτη - μια παράθλαση -

Και επειδή κάθε θάνατος
αναιρεί τη αιτία του,
ψάχνει ένα παραμύθι,

άσε την ξεδοντιασμένη μάγισσα να πετά,
τον μικρό Πίτερ Παν να ταξιδεύει
σε σκορπισμένους καιρούς.
Οι θερισμοί επιμένουν, τα σπίτια ερημώνουν,
ο Ντίλαν Τόμας έγραψε από καιρό
«το χέρι που υπέγραψε»,

αλλά εσύ μη συνθηκολογείς ποτέ
μ' αυτά τα πετρώματα.
Είναι ο χρόνος Μύθος μεγάλος κι ανατρέπει.
Ποιος ξέρει από στοιχειωμένα κάστρα
κι από υπνωτισμένα γίγαντα
τι παραμόρφωση θα βγει;

Κι η πλάνη
ένα λουλούδι μες στο παραμύθι είναι
που το φυλάξαμε
για να 'μαστε μαζί



ΙΙ

Αυτό είναι το όνειρο:
μια παράθλαση φόβου.


ΙΙΙ

Κι ο φόβος σου σκορπισμένος
σε παραθλάσεις.



IV

Αλλά τι θέλει ο φόβος που κατοικεί
σαν σκύλος στο σπίτι σου;



ΗΧΟΣ ΠΑΡΑΤΟΝΟΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ


Μέρα ξημέρωσε και σέρνεται
με ξύλινα πόδια.
Ήχος κουτσός και απαθής.
Αναίτια πάλη.

Φοράει
το διάφανο φόρεμα
στο σώμα της που σπάζει.

Ξερό κλαδί.
Σύμπαν απότιστο.

Σκυλί που διψάει θυμό
και πίνει απόβλητα.







ΔΩΡΙΕΙΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ


Το δάσος που περνάμε είναι σιωπηλό.
Αλλόκοτη είναι αυτή η διαδρομή.
Κανείς δε μιλάει.
Τα χέρια μας, αν και ελεύθερα,
κρεμασμένα είναι
σε κορμούς γυμνούς.

Περνάμε ανάμεσα από Αχαιούς νεκρούς
που έχασαν τη γλώσσα δίχως μάχη.
Βουλιάζει δίπλα τους ένα ποτάμι
από λασπόνερα και σαπισμένα προσωπεία.

Αυτό περίμεναν.
Τον σκοτεινό Αχέροντα οι Δωριείς.
Αυτό το κέρμα υποταγής για να νικήσουν.
Και κανένας Μέννιπος πια ν' αντισταθεί.

Τι Τυρταίος, τι Αρχίλοχος,
δεν είμαστε για Ελεγείες και Θούρια.
Μετά από κάθε παρακμή,
έρχονται οι ξυλοκόποι.
Άξεστα αρπάζουν, άξεστα μιλούν.
Τα δέντρα γίνονται κάρβουνο
και παύει το μυστήριο για κάθε ψυχή.

Δεν ξέρω αν χρειάζεται τώρα μια Αντιγόνη
που να συγχωρεί έναν προδότη αδελφό
ή μια Μαρία Νεφέλη να επαναστατεί.
Δεν ξέρω καν αν μες σε τούτο το κενό
μπορείς με λέξεις να ελπίζεις.




ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ


Μέσα στο γυμνό δάσος,
ένας κορυδαλλός
από άλλο γυμνό δάσος
ψάχνει μέσα στα σάπια φύλλα
ένα σκουλήκι.

Έχασε το λοφίο του,
το αιχμηρό κελάιδισμα,
το πνεύμα το πετούμενο,
τα κύμβαλα, τα τύμπανα
τα Ιακχέ, τα Βακχεέ,
το εκστατικό τραγούδι του
και σκάβει τώρα με το ράμφος του
το χώμα.

Ούτε σπυρί σιτάρι ούτε έντομο.
Έστω μια πεταλούδα μικροσκοπική, παιδιά.

Αν ήξερε πως θα μετανάστευε
για ένα γυμνό σκουλήκι,
πως θ' άλλαζε συνήθειες και τροφές,
πως θ' αδρανούσαν τα φτερά του
σε κόσμο άδεντρο,

θα προτιμούσε να μην είχε γεννηθεί
κορυδαλλός.



ΩΔΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ


Ανάπηροι στην κεντρική πλατεία
πάνω σε καροτσάκια ηλεκτρικά.
Ένα φλιτζάνι κούφια ελευθερία
αχνίζει στον αέρα ειρωνικά.

Περνούν οι μέρες σαν τις νύχτες.
Κλειστά βαγόνια αφήνουν μιαν οσμή.
Πάνω στα τραπεζάκια δόντια από Χειμώνες
μασούν σαν τα μαχαίρια την ορμή.

Έφηβοι γέροι αφηγούνται ιστορίες
πως κάθε τόσο βουλιάζουν οι καιροί
και πάντα στις δικές τους αρτηρίες
ψάχνουν για πρόλογο να κάνουν μιαν αρχή.

Άδικος μύθος τη ζωή τους τη ρημάζει.
Σαθρά τα λόγια που ακούν από παιδιά.
Δεν είν' εδώ η χώρα που καλπάζει
ούτε τα όνειρα που πάνε μακριά. 



ΧΩΡΙΣ ΑΛΗΘΕΙΑ


Χωρίς εσένα, δε θα άντεχα να γράφω,
είπε η πλάνη.
Μ' αρέσει που κάθεσαι απέναντι μου
πίνεις παραισθησιογόνο χάπι
και μου αλλάζεις μορφές.

Άλλοτε ήμουν αλήθεια, ξέρεις,
αλλά δεν έγραφα.
Τώρα που με πιστεύεις
και δεν μπερδεύεσαι
πως εκείνη, είμαι εγώ,
μπορώ να σου λέω
πολυώνυμες λέξεις
και να μεθάς.

Να γράφω
για να μ' αγαπάς
χωρίς αλήθεια.




ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΔΟ


Σήμερα μάζεψε τις μνήμες
σε μια σακούλα πλαστική.
Ρούχα που φόρεσαν χαρούμενες στιγμές
κι έφεγγαν πότε πότε στο συρτάρι.
Αλλά τα μάζεψε,
τι ωφελεί;
Μήπως θα ξαναφορεθούν
χωρίς να τον πονέσουν;

Έτσι, μπροστά στον κάδο απορριμμάτων
είναι δεμένα σε μια σακούλα μαύρη
πλαστική.
Τίποτα δεν εκπέμπουν δίχως φως
τα χρώματα εκεί.
Άχρηστα, στάσιμα, αφού
ποτέ δεν θα εξελιχθούν
(και πώς να εξελιχθούν στιγμές που πέρασαν;)
δέχονται μόνο επιδιορθώσεις τα παλιά.
Αλλά και πάλι,

φαντάσματα του βίου στο μαυλό.
Τεχνάσματα του χρόνου για να υπάρχουν.



Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΙΑ


Το «πάντα» είναι μουσική.
Ήχος που τον κλειδώνεις σε βαθύ συρτάρι
και χτυπάει με ρυθμό και πείσμα
ώσπου να ακουστεί.

Κάτι παλιό που τρίβει με τις νότες του
τ' αγάλματα
κι αρχίζουν να χορεύουνε στη σκόνη.
Ν' αγγίζουν πάλι αυτό που κάποτε υπήρχε
και τα μάτια τους να γίνονται μνήμες.
Στρογγυλά μήλα και σπόροι
που ζουν ανυποψίαστοι
μες στο αμείλικτο παντού.

Σαν μυρωδιά από λεμόνι
και λεβάντα. 



ΤΟ ΧΑΔΙ


Απελπισμένοι στίχοι -μύθοι-
εκτοπισμένοι
σε γραμμές -ράγες-
ψάχνοντας το τραγούδι βρήκαν άβυσσο.

Τα τρένα φέρνουν τον μέσα κόσμο,
σπλάχνα της Περσεφόνης,
επάνω τους.
Τόσα βαγόνια χέρια
και κανένα
—κρέμονται χειμώνες στα παράθυρα—
κανένα
χρόνια
δε χάιδεψε μια λέξη.
Ένα φωνήεν τέλος πάντων
ν' αποτραπεί το τίποτα.
Να υπογραφεί συνθήκη με την απουσία.
Τόσα βαγόνια χέρια
και κανένα σ' αγαπώ
κανένα,
χρόνια.

Απελπισμένοι στίχοι ορθώνουν
το λαιμό.
Τρίβονται σαν γάτες
στα πόδια σου. 



ΧΡΟΝΟΣ ΜΕ ΡΟΠΤΡΟ


Το σήμερα.
Το σχεδόν σήμερα.
Το αύριο.
Το βαθύ αύριο,
το βαθύτερο χθες.
Το χθες,
ένας χτύπος υπόκωφος στην πόρτα.
Η πόρτα.

Η πόρτα με το ρόπτρο
χαλασμένο.



ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΥΝ


Όταν οι άγγελοι δραπετεύουν απ΄ τον Παράδεισο
μοιράζουν τσίπουρο, μαριχουάνα και χασίς.
Κρασί από λευκό σταφύλι,
πέντε μεγάλα βαρέλια λησμονιάς,
επτά ασκιά απόσταγμα καρδιάς,
τρεις μεθυσμένους ουρανούς
και ένα σύννεφο.

Εκεί να χορέψεις.
Όταν η Βιθυνία σου χαμογελά.
Πράσινη φουντουκιά του Πόντου.
Υψώνοντας τα χέρια σαν κλαδιά,
αγγίζοντας φεγγάρια,
φανάρια που γεμίζουν μνήμες
κι ανάβουν στο σκοτάδι ένα φιτίλι.

Εκεί να χορέψεις ζαλισμένος.
Αρχαίος στη γεύση ουρανίσκος
κι εκείνοι θα χτυπήσουν ρυθμικά τις παλάμες τους,
θα ρίξουν τα λευκά φορέματα τους στη γη
και δε θα ξαναφύγουν πια,
γιατί βρήκαν άλλον Παράδεισο.

                           Νικομήδεια, Σεπτέμβριος, 2012



ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑ


Μέσα στο σπίτι η εγκατάλειψη γέρνει.
Ρίχνει τα χέρια της, δυο πέτρες,
κρότους του Πριν, στο πάτωμα.
-Τι ωραία που ακούγεται η θλίψη—
Στον σκοτεινό καθρέφτη της παρατηρεί
μεταμορφώσεις.
Διαβρώσεις στο σώμα και στον καναπέ.
—Ήσυχα που σε ρίχνει ο χρόνος—

Το τώρα σάπιο δόντι που τρίβεται
στο άδειο στόμα.
Κι υστέρα η σκόνη να χαϊδεύει
πρόσωπα της ομίχλης
κουρασμένα
φθαρμένα υπερωκεάνια
στην πολυθρόνα.
Στο σκισμένο ύφασμα που ονειρεύεται
γυρισμούς
αλλά βουλιάζει
στα υγρά πατώματα αργά
και τα γυμνά παράθυρα φέρνουν απ' έξω
κάτι που αλλάζει.

(Δυο τρία αθέατα φτερά από Παναγιά στους τοίχους της
έχει αυτή η Ιστορία.)
Μικρή, παλιά πατρίδα
κι ένα καρφί σαν κάστανο
που χάνεται νύχτα και κυλά
στην ξένη μαύρη θάλασσα του Πόντου.


                                         Πόντος, Σεπτέμβριος 2012