ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ












Τόσα χρόνια στη θάλασσα  (2008)

 

Τόσα χρόνια στη θάλασσα

 

Τόσα χρόνια στη θάλασσα
Στο κατάρτι
στ' αμπάρι
Στον αφρό για μια στιγμή αιωνιότητας

Αρμενίζει
βουλιάζει
το παλιό σκαρί
Βγάζει φτερά
Πετάει



Άλλαζε το σκηνικό


Χωρίς σκοινιά και τροχαλίες
άλλαζε το σκηνικό
Δεν κοιμήθηκα
να πεις πως ονειρεύτηκα
Υποχωρούσαν οι αισθήσεις
και οι παγωμένες εμμονές μιας παρουσίας
Η άτρακτος αιωρούνταν
Μεταφέροντας τους μετασχηματισμούς μου

Αν δεν επιθυμείς την προσγείωση
δεν την ορίζεις



Μια βουτιά στο κενό


Δε μου αρκεί μια σχεδία
να σωθώ
Απαιτώ μια έξυπνη λύση
Ένα ασύρματο όνειρο
Μια βουτιά στο κενό
για μήνες
για χρόνια

Ένα νέο μεταίχμιο
ν' αγωνιστώ να το περάσω



Θα ξαναγυρίσω


στη μάνα μου

Θα ξαναγυρίσω
Θα βρεθεί και για μένα μέσο
Δε θα μείνω για πάντα στη θάλασσα
και πολιτείες θ' ανεβώ
και κήπους θα χαράξω
και σώματα βαριά θ' αγκαλιάσω

Στην αλλαγή της νύχτας προς τη μέρα
θα βρεθώ ανάμεσα σας



Ειρηνικός ωκεανός


Τον μύρισα
Τον είδα
να μου γνέφει
με παλιά φοινικόδεντρα
Τον άκουσα
Σαν εραστή τον γνώρισα
και φεύγοντας
τον πήρα μαζί μου


  

Θα ξαναπετάξω


Θα ξαναπετάξω
εκεί που ο ήλιος ανάβει τροπικά φαινόμενα
χρώματα και φωνές

Ρωτώντας φτάνεις κάπου
Αγαπώντας πηγαίνεις παντού



Το ναυάγιο


Μια εποχή είπες είναι
θα περάσει
θα ξεχειμωνιάσεις
και θα ανασυρθείς

Με τόσα φύκια και όστρακα
βάρυνε το ναυάγιο

Πάλι προσπάθειες και δημοσιοποιήσεις
για ένα αμφίβολο επερχόμενο καλοκαίρι 



Σαν μέσα από ναυτίλο


Σαν μέσα από ναυτίλο
ακούγεται η ζωή μου
μετά το ταξίδι
Ήχος απόηχος σιγή

Όλο θα βρίσκεται
ένα στοιχείο σύμβολο
να επικοινωνεί
με τον κοιμισμένο ποσειδώνα μου 


Τοπίο άθραυστο


Τοπίο άθραυστο
δεν έχει χαρακιές
και χαρακώματα
Ούτε χρώματα
Λευκά αγκομαχούν τα πρόσωπα
Λευκά σπαράζουν
Και όλα παρασύρονται
μέσα στη σκόνη
του αναμενόμενου ανέμου



Ανοιχτά τ' ουρανού


Ανοιχτά τ' ουρανού
δεν είναι μακριά
ένα όνειρο δρόμος
μια σκέψη να καρφωθείς
σε άλλο στήθος
Μια πτήση
στην τροχιά των δορυφόρων
Μια πτώση
σε αναμμένη πληγή

Και ο χρόνος αρχίζει από
τώρα 



Δεν είναι ποταμός


Δεν είναι ποταμός αυτό το ποίημα
δεν έχει νόμο
μήτε βαρύτητα έχει
τρέχουν οι λέξεις από 'δω κι από 'κει
πετάνε σύμφωνα
φωνήεντα
Τα έμφυτα ευρήματα επαναστατούν
σε φράση φιμωμένη

Δεν το ζητώ
δεν το κρατώ
αυτό το ποίημα
το άναρχο
το ανένταχτο
που ελπίζει να φανερωθεί
μια νύχτα στο στερέωμα
σαν άστρο



Μ' ερωτήματα


Μ' ερωτήματα
ανεβαίνει ο πυρετός
και η γη φεύγει
να συναντηθεί
μ' εκείνον
το ρυθμιστή
του ηφαιστείου
στη δική μου πλειόκαινο
των βροχών
ή του βρόγχου
που ηδονή αφήνοντας
μ' άφησε μουσκεμένη
μέσα στη λάβα



Πηγαίνοντας


Πηγαίνοντας εκεί
που άλλοι έχουν ζήσει
με δώρα περιττά
με άχρηστα χέρια
με βάρος άυλο
της χαράς το σαράκι
με πρώτο πρόσωπο
πηγαίνοντας
εγώ

χωρίς επιστροφή




ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ  (2014)



Ανεβαίνοντας


Ανεβαίνοντας
σχίζοντας μέλη
και όνειρα
ρουφώντας λήθη κι αληθινό
ουρανό
με άστρα κοφτερά χωρίς φως.
Ανοίγοντας
με κατάνυξη
την παγωμένη προσευχή
ενός παλιού εσπερινού. 



Ξυπνάς


Ξυπνάς
με την υπερβολή μέσα στη χλιδή της
νά 'σου το παν
το μέτρον άριστον
με αποφασιστικές κινήσεις
συναρμολογώντας άυλα μέλη και
χειροπιαστά μηνύματα
να παραδίδει
το άλυτο λιτό μυστήριο ποίημα.





Ανάπηρη


Ανάπηρη
ανοίγεις την ποίηση
αναποδογυρίζοντας τους στίχους.
Ανασφαλής
στον πόθο σου, μαθαίνεις στους ίσκιους να μιλούν
και στα γνωστά σου τέρατα να γνέφουν φιλικά.
Δυο - δυο οι λέξεις αποτολμούν την έξοδο.
Ορμητικά γελώντας
το άσπρο φωτεινό σε πλησιάζει
ανάλυσέ με, σου φωνάζει,
τώρα που γίνονται όλα πάλι
από την αρχή.



Δε γίνεται


Δε γίνεται, είπες,
να πονάει αυτό το δόντι
μεγαλώνοντας, ωθώντας,
ανοίγοντας το στόμα σα σπηλιά
στεφάνια καταπίνοντας
και σκεύη και νησιά
κι εκείνη τη μπάλα σου την τρύπια
που έφτασε ως εδώ.
Δε γίνεται
να μην πονάει αυτό το δόντι
που χρόνια μεγαλώνοντας
νοσεί. 



Το ανάποδο ποίημα


Πνίγεται
το ανάποδο ποίημα,
μισεί τα πόδια του
που δεν περπατούν
αφορίζει τα ερωτικά
που δεν ορίζει
δεν το ακούνε τα χέρια του
και αγκαλιάζουν
ζώντες και νεκρούς. 



Τίμιο ψέμα


Τίμιο ψέμα στον ορίζοντα
και τέρμα.
Τόσα τρελά ταξίδια
τσακισμένα
κι ο τρόμος ανέπαφος.
Έχει πολλά ταφ
αυτό το ποίημα,
πολλούς μικρούς
ακέφαλους σταυρούς



Κι άλλη μια


Κι άλλη μια κι άλλη μια
βαριές ισορροπούν οι λέξεις.
Στα νύχια κινείται ότι αναπνέει τρυφερά.
Το φως προβάλλοντας ψυχρό, φωτίζοντας
σκασμένους στίχους σάκους
με κάμπιες λαίμαργες.
Τι να περιμένει μονολογώντας το αύριο
μια νότα, μια ομίχλη χλιαρή, λίγο ψωμί
από εκείνο το νόστιμο σκούρο.
Να τραφώ προσπαθώ
και κερδίζοντας χρόνο
να μείνω
με λίγη πείνα ακόμη
γονατίζοντας
σαφώς γηραιότερος
σοφός γεωγράφος
χαράζοντας στο φλοιό της γης
καινούριες παραμέτρους



Ζει αργά


Ρίχνει πέτρες στο κενό
σημαδεύει τη σιωπή
δεμένο κι αδιάβαστο
ενοχλώντας ανέστιο
αγνοώντας τους χτύπους
τους χτύπους.
Μουγγό και γκρίζο
ζει αργά με ρωγμές.

Και λατρεύοντας τη λύπη
συμπληρώνονται τα χρόνια.



Πριν από το τέλος


Μέσα στο σώμα αρκουδίζοντας
το δεύτερο σώμα
ξυπνώντας το αρχικό σχήμα
με τις στροφές και τους χυμούς του, δίνοντας
χώμα και νερό στο κέντρο
της άπραγης ζωής
τεντώνοντας την κορδέλα του τέλους
πριν από το τέλος.