ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ















ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ  (2013)



κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι


κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
σε τόπους μέσα στην ομίχλη
όλες οι λέξεις του είν ’  αποσκευές
μέσα τους ακονισμένες καλά οι σκέψεις
οι κραυγές και οι σιωπές τους

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
ένα παλιό ξεχαρβαλωμένο λεωφορείο
που ξέμεινε στην εξοχή
ή καραβάνι στη μέση της ερήμου
τρένο που μόλις βγαίνει από τούνελ
ή έγκλημα ανεξιχνίαστο σε ποταμόπλοιο

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
με συναντήσεις αναπάντεχες
και δεν έχει μονοπάτι να ξεφύγεις
όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
προορισμός
η αμφίσημη ενδοχώρα του




φυσικό αντίδοτο



Ακολούθησα κατά γράμμα τη συνταγή
Πώς γράφει κανείς ένα ποίημα
Πώς ξανοίγεται με απλωτές στ' άπατα
Σε ποιους βυθούς ξεχνιέται
Και τι ανάσες παίρνει ν' αναδυθεί

Πώς βαδίζει με γυμνά πόδια σία χαμόκλαδα
Πώς αφαιρεί τ αγκάθια ύστερα
Από τις λέξεις που αντιδρούν -ρέουσες πάντα-
Να γίνουν αίμα πηχτό

Πώς το φαρμάκι γίνεται φάρμακο
Πώς η ζωή μας καθαρίζει
Πώς το δηλητήριο
Εξουδετερώνεται

Με ποιο φυσικό αντίδοτο;





θα γράφω τις νύχτες


θα γράφω τις νύχτες
δίχως μελάνι
μες στις κραυγές αυτού του κόσμου
όταν στο δάσος
θ' απλώνεται πηχτό σκοτάδι

θα γράφω τις νύχτες
σ ένα ξέφωτο
κοντά σε μια πηγή
που θ' αναβλύζει δροσερό νερό

και θα μαζεύονται κοντά μου
όλες οι λέξεις
όλα τ αγρίμια
να πιουν να ξεδιψάσουν

εκεί αν θες
μπορείς να με συναντήσεις
με τις αιχμές του γέλιου σου
ν αγγίξεις τους μικρούς ελέφαντες
την ώρα που σκύβουν
στην παλάμη μου

να τους εξημερώσεις

θα γράφω τις νύχτες
για ένα δειλινό στη Ζιμπάμπουε
πάνω από την κρεμαστή γέφυρα
και τις χρωματιστές ομπρέλες

γύρω μου χιλιάδες
ουράνια τόξα θα εκλιπαρούν
την αιωνιότητα



η μητέρα μου


γερτή λαμπάδα
φλόγα που τρέμει
πίσω από σπασμένες γρίλιες
ανάσα που θολώνει
τα τζάμια του αδύνατου
η μητέρα μου

να δίνει πάντα
όσα ποτέ δεν πήρε
να δίνει πάντα
όσα ποτέ μου δε ζητώ

ένα ποίημα κάπου ας βρεθεί
ένα στάχυ άγουρο στο στέρφο χώμα
μια γέφυρα από λέξεις και εικόνες
μικρή αλέα να περπατήσουμε μαζί
ένα παγκάκι μες στις ανεμώνες

για να μιλώ ακατάπαυστα μαζί της
με λόγια που ποτέ δεν είπα
την άγρια δίνη των ματιών της
να νιώθω πίσω στον καιρό

πώς τότε ξαφνικά μεγάλωσα
πώς τώρα πάλι γίνομαι παιδί
μωρό στην αγκαλιά της



 μυστικός δείπνος


καθίσαμε απέναντι όπως παλιά
ανάμεσα μας τα μαχαιροπήρουνα ασημένια
καλά ακονισμένα στη μνήμη
ανάμεσά μας τα κρυστάλλινα ποτήρια
με τα αιλουροειδή
να ξεπηδούν ένα ένα από τα βάθη τους

καθίσαμε απέναντι
με ξαναμμένα χείλη
θηράματα μιας χίμαιρας
που έχει παγιδεύσει ο χρόνος
και είναι πια αδύναμα να εμποδίσουν
τη σαρκοφαγία του τέλους

καθίσαμε απέναντι
και ούτε τη σκανδάλη των ματιών μου
ξέχασα βέβαια ν ασφαλίσω
νεκρές τώρα οι στιγμές
κείτονται γύρω από το βάζο
τα ηλιοτρόπια σκυφτά
και το όνειρο ένας κίτρινος λεκές
ανάμεσά μας
σφραγίδα μιας οριστικής σιωπής

μια πασχαλίτσα μόνο περιφέρει αμήχανα
την κόκκινη υποψία της
επάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο






παγκόσμιος χάρτης


αρπακτικό της στέπας πάνω από τους τροπικούς μου

εισβάλλεις
μαύρος πάνθηρας στο ολόλευκο τοπίο μου
συστρέφεσαι
ηδονικά γύρω από τον ισημερινό μου
μου χαρίζεις
εντελβάις από τις Άλπεις
και ενθύμια μακρινά από τα φιορδ της Νορβηγίας

αν και μιλάς με βρυχηθμούς
σε ερμηνεύω
από τη μυρωδιά της πυρκαγιάς στο δέρμα σου
βυθίζεις τα νύχια σου στη σάρκα μου

μπαίνεις μέσα μου και αλλάζω γλώσσα
  



ποτέ


ποτέ κανένα ποίημα
δεν θα χωρέσει την αγάπη μου για σένα
κανένα ποίημα
δεν θα έχει τα δάχτυλα μου όταν σ' αγγίζω
το ρίγος στη φωνή μου όταν σου μιλώ
τα γόνατα που τρέμουν σα σε συναντώ
κανένα ποίημα δεν θα σε σώσει αν χαθώ...

είμαι για σένα το πιο μεγάλο ποίημα
το πιο ερωτικό
με τη φωνή μου σου μιλώ
κι αν δεν ακούς
μες στης ψυχής σου το θολό βυθό
θα μένω πάντα
και θα σ αγαπώ




ό,τι έμεινε


Είναι φως
Μια στιγμιαία φωτογραφία
Στην κορνίζα της απουσίας

Ότι έμεινε είναι φως
Παγιδευμένο
Στο κεχριμπάρι του χρόνου
Ήχος χαρτιού που σκίζεται
Ποίημα ημιτελές

Ό,τι έμεινε
Είναι μόνο το φως
Που αναθρώσκει

Τα άλλα συνθέτουν το κενό



  

τα τρένα


περνούσα τα καλοκαίρια μου
σε σιδηροδρομικούς σταθμούς
έπαιζα σε σπιτάκια πέτρινα
ή σε βαγόνια ερειπωμένα
κάθε νύχτα τα τρένα περνούσαν
μέσα από τα όνειρά μου
έτριζαν οι γραμμές και τα δάχτυλά μου
μπλέκονταν ακόμη πιο πολύ μες στα μαλλιά μου

με χαιρετούσαν χαμογελαστοί ταξιδιώτες
κρεμασμένοι σε φωτισμένα παράθυρα
κανένα τρένο όμως
ποτέ δε σταματούσε

ένας κλειδούχος-φάντασμα
άνοιγε πάντα όλες τις ράγες
και το σήμα «ελεύθερη έλευσις»
ρύθμιζε τη νυχτερινή κυκλοφορία
φορούσα τότε το καπέλο του σταθμάρχη
την αυγή ερχόταν ασθμαίνοντας το τελευταίο τρένο
ολόφωτο μες στην ομίχλη
έγνεφα απεγνωσμένα «ΣΤΟΠ»
μα αυτό συνέχιζε σφυρίζοντας
ένα πρωινό τραγούδι

τα καλοκαίρια μου όλα
ήταν τρένα
που ποτέ τους δεν σταμάτησαν





the end


κείνη τη νύχτα έπρεπε
να σκεπάσω τους καθρέφτες με λευκά σεντόνια
να σκουπίσω τα ίχνη μου στο πόμολο της πόρτας
να σφαλίσω τα παράθυρα
απ' έξω να μείνει η θαλασσινή αύρα
να εκτρέψω τον καταρράκτη οπυ έβγαινε απ' το κάδρο
να μη σχηματιστεί η λιμνούλα με τα νούφαρα
στο σαλόνι μας
ν' αφήσω τον κύκνο να δραπετεύσει απ΄το φωταγωγό

εκείνη τη νύχτα έπρεπε
να καθίσω δίπλα σου στον καναπέ
στο ξέφωτο του δάσους μας
με κείνη τη χελώνα να σέρνεται στα πόδια μας
την ώρα που έβλεπες τις ειδήσεις
τ' όνομά μου και τη φωτογραφία μου στους εκλιπόντες
να σου δώσω ένα φιλί στο μάγουλο και να σου πω
«μη φοβάσαι
δεν είμαι νεκρή
απλώς σε προετοιμάζω για το χαμό μου»

δεν πρόλαβα
πάντα έρχεται πιο γρήγορα
πάντα πιο αιφνίδιο

το τέλος





δήγμα γραφής  (2015)

 

αλλαγή εποχής I


φοβάμαι το λευκό
όλοι φοβούνται το λευκό
δεν ξέρεις ποτέ τι ενεδρεύει εντός του

θα σε καταδιώξουν
όλα τα χρώματα που ανακλά
θα τρέχεις πανικόβλητος
κρίνοι μυριστικοί
το γάλα στη ρώγα της
στον ουρανίσκο του φόβου σου 



βροχή I


ρωγμές το πάτωμα
λόφος υψώνεται
φυτρώνει κερασιά
θα στολίσουμε
και φέτος τον Επιτάφιο

βρέχει
στο πατρικό μου σπίτι




ήδη


τα μάτια σου νεκρά πουλιά
κινείσαι αργά
τραυματισμένος κι όλο φως
κατά πάνω μας
τα μάτια σου νεκρά πουλιά

κοίταξε με
το ράμφος σου
σκυλεύει
το κορμί μου

κοίταξε με





πολεμική τέχνη


η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
αυτή που αμύνεσαι
συστρέφεσαι γύρω από το οχυρό σου

καμιά φορά επιτίθεσαι κιόλας

η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
γενναίος πελταστής
ενίοτε ρίψασπις

εσύ πάντα

γυμνός



κάποτε, σ ένα άλλο εδώ


Θα ρθει η στιγμή που η αγάπη
δεν θα μας χρειάζεται
στους γκρεμούς

ενδημική
θα αποξηραίνεται
νοσταλγικό τραγούδι

θ' αναβλασταίνει έπειτα
δεν θα χει ανάγκη
θα ξυλεύεται παράνομα
θα εκπορνεύεται
κοκκινομάγουλη
με λόγια πρόστυχα

κάποτε όλα χάνονται
η αγάπη δεν μας χρειάζεται πια

όμως εγώ σε θέλω εδώ
να σκουπίζεις τα αίματα
να με παρηγορείς
να μ' αγαπάς για όσα
εξ αιτίας της θα μου στερήσεις




όνειρο θερινής ημέρας


θα βγάλω τις πόρτες
θα μπαινοβγαίνει η γάτα
θα κάθεται στο περβάζι
εσύ θα κρεμάς το παλτό σου
θ' ακούς ειδήσεις και σμυρναίικα

εγώ
στους κάκτους της αυλής

μια θερινή μέρα
που ποτέ δεν θα ζήσουμε

διότι πάντα
το τεθωρακισμένο
έξω από το σπίτι

θα σαρώνει



ξεκαθάρισμα λογαριασμών


να βρέχει κι εγώ να γράφω
να με λένε
να κατοικώ
στο φωταγωγό
να αφαιρώ τις μονώσεις
να με βρίσκω ανάσκελα

να βρέχει
να μη βλέπω
στην οθόνη μου

να βρέχει
να μην σώζομαι με τίποτα




δήγμα γραφής


έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο

κανείς δεν ήταν εκεί





πρόβα θανάτου



δεν ξέρω αλήθεια
αν ο ήχος είναι παφλασμός
ή νυστέρια
αν το γαλάζιο είναι τ' ουρανού
αν πουλί φτερουγίζει
ή ψυχή απομακρύνεται
αν όλοι οι κόκκοι άμμου
είναι ύβρις

όμως τα χείλη μου
δεν υπάρχουν πια ερωτευμένα
κάτι ξύλα μόνο

προσποιούμαι λοιπόν την ωραία κοιμωμένη
αφού κανείς δεν βρέθηκε
να με φιλήσει




η ζωή εδώ τελειώνει


η αυτοχειρία δεν είναι πράξη
δεν σου χαρίζεται
στα πόδια σου χαμογελάει
το ωμέγα
των ξεκούρδιστων ωρολογίων

είσαι το απροστάτευτο πιόνι

αφού κάποτε ο χρόνος
λιώνει
αφού κάποτε
η ζωή εδώ τελειώνει