ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΙΤΟΥ





ΕΦΗΜΕΡΗ ΣΤΗ ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ  (2014)



ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ


                                  Τώρα σε τούτο τ ακρογιάλι περιμένω ν αράξει ένας άνθρωπος
                          ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.
                                                Γιώργος Σεφέρης


Πάτησα τα γυμνά άκροδάχτυλα πάνω στην πέτρα
φορώντας μόνο το διάφανο πέπλο της σιωπής
και της απελπισίας.

Ήθελα να γεμίσω από θάλασσα κι ουρανό
και από νιο φεγγάρι.
Να μετουσιωθώ σε γαλάζιο ένα φως.

Εγώ
ή θνητή,
ή κόρη του ανθρώπου.

Τώρα είμαι προέκταση της πέτρας.


Της έδωσα τό αλλόκοτο του έρωτα σχήμα
τό σχήμα τής φθοράς.
Κι αύτή μ' εκανε αθάνατη.
Και παγερή.
Κι άδάκρυτη.

Μια πέτρα.



ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ


Ή ποίηση - είπε - αρχίζει πάντοτε
πριν απ’ τις λέξεις η μετά τις λέξεις.
Γιάννης Ρίτσος


'Ονόματα και ρήματα
στου θάνατου
το απεχθές
καρφώνω.
Της λήθης τους ναούς
υβριστικά
λεηλατώ.
Και τή φθορά του εφήμερου
με αλαλαγμό χαράς
και
ποίηση
συνθλίβω. 

  


ΙΔΕΩΔΟΥΣ ΡΑΨΩΔΟΥ
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΤΑΞΙΔΙ


Σβήνω τον ίσκιο ολόκληρο με τούτο τό χρυσό μολύβι.
Γιάννης Ρίτσος


Μες στης ζωής μου τό μικρό ταξίδι
έμαθα ν' αφουγκράζομαι τον ψίθυρο του ανθρώπου
και μ' άστερόσκονη χρυσή να τον στολίζω
να τον τραγουδώ.
Του λυγμού τον ιερό χρησμό έμαθα να διαβάζω
και στων ματιών το διάφανο βυθό
όστρακα φύκια να μαζεύω.

Την προαισθάνομαι την καταιγίδα της ψυχής
προτού αύτη ξεσπάσει.
Οσμίζομαι τη νοτισμένη γη κι αναρριγώ.
Και τον καιρό παλεύω να δαμάσω
και άπ' τον καιρό να δαμαστώ.

Έτσι μιλώ με τ αναπόφευκτο και τή γραφή αλλοιώνω.
Όσο μπορώ κι αντέχω
τυφλός τραγουδιστής τις μοίρες θα γητεύω.

Ταγμένος φύλακας
η μουσική μου αιωρείται
πάνω από τα κεφάλια των απανταχού πασχόντων.
Τρυπώνει εντός τους από ουρανόσταλτη ρωγμή και τους ορίζει 
σταυρώνοντας τις ένοχες σιωπές και τις άπατες.
Σαρώνει ο γλυκόηχος λύχνος μου τη νύχτα
και ευθύς γεννοβολα το απέραντο λευκό
και το γαλάζιο.

Με ένοικο πια τη σπίθα του ονείρου
και την ορμή του κύματος
πώς να μη τον πλανέψουνε τον πόνο;
Την πέτρα του κενού πώς να μην κομματιάσουν;

Αυτοί οι φλογεροί, υδάτινοι εραστές
του σύμπαντος νέοι ποιητές
της ύπαρξης και της ανυπαρξίας.






ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


Απόψε θέλω να μιλήσω άπλα.
Για τους φίλους. Τα γέλια. Τη χαρά.
Για τα βλέμματα στο τραπέζι.
Για τα γυάλινα ποτήρια
που φιλήθηκαν ξανά και ξανά.
Με κόκκινο και λευκό στην κοίτη τους κρασί.
Με μπλε της θάλασσας μες στα χαμογελά τους.

Κλειδώνω μάτια τους στα μάτια μου.
Τους ήχους και τις λέξεις
στους λαβυρίνθους του μυαλού μου φυλακίζω.
Μα πρώτα
τα φεγγαρίσια πρόσωπα σφαλίζω
με του καλόηχου χρόνου
το χρυσοσκάλιστο κλειδί.

'Ισόβια κάθειρξη
στο ολόφωτο κελί της μνήμης.

(Ή απόφαση ομόφωνη και τα στοιχεία επαρκή) 




ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ


Κοφτερές λεπίδες οι κραυγές του ανέμου.
Λυσσομανάει η φύση.
Νιώθω τη θάλασσα όντος.
Γη κι ουρανός εντός.
Και

ό Θεός εντός μου.





ΣΑΝ ΑΓΑΛΜΑ


Αλήθεια, είναι μια καταδίκη ν' αγαπάς κάποιον που μισεϊς
γιατί δεν υπάρχει άλλος ν αγαπήσεις
Όδυσσέας Ελύτης


Ήσουν κι εσύ ένας άπ' όλους.
Χωρίς αισθήματα. Νεκρός.
Σαν άγαλμα.

Πέτρα λίγο πιο σμιλευμένη
στην κορυφή άπ' το σωρό.
'Απ' των άνεμων τις ριπές πελεκημένο
το σχήμα είχες πάρει του έρωτα.

Το δάκρυ της βροχής είχες ντυθεί
και τη φωτιά του ήλιου.

Κάτω από τό ένδυμα σου
η όψη του κενού.
Μες στην καρδιά του μάρμαρου
το κρύο του θανάτου.

Ήσουν κι εσύ, λοιπόν, ένας άπ' όλους.
Και άψυχος. Σάν άγαλμα.







ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Αναβάτης για λίγο


Να καλπάζει η ζωή πάνω σε άγριο άλογο
 να τρέχει με ρυθμούς αλλόφρονες
με αλλόφρονες βηματισμούς 
-σχεδόν εκκωφαντικούς -
να αφήνει πίσω της ξέφτια αραχνοΰφαντα μόνο
 χρώματα ξεθωριασμένα
 λευκό κουρνιαχτό
στίλβουσα στάχτη.

Να έρχεται το φθινόπωρο με κίτρινα πεσμένα φύλλα
-πόσο μικρό το καλοκαίρι αλήθεια -
και του Δεκέμβρη ο χιονιάς
αμείλικτα τα ίχνη της να σβήνει.

Μια μακρινή ηχώ ασημένια απομένει
τις παγωμένες νύχτες να φωτίζει
να σου γεμίζει το ποτήρι
με το πιο γλυκόπικρο
 παλιό κρασί.

 



Πρόσωπο στο τζάμι


Kίτρινο φως που τρεμοπαίζει
στο μικρό στρόγγυλο τραπέζι
είδωλο παραμορφωμένο
σε  τζάμι αντικρινό
διπλή όψη θολή
μάτια αγρίμια σκοτεινά
ελάφια τρομαγμένα
μακριά στο μαύρος δάσος τρέχουν
λαβωμένα πουλιά πετούν
κρύβονται στη μαύρη νύχτα
σε σύννεφο μαύρο κρύβονται
πετούν και τρέχουν.

Κι αναρωτιέσαι απόψε
στο ξύλινο μπαλκόνι

ποιος πραγματικά είσαι, ξένε

–εσύ με το βλέμμα στο τζάμι!–

ποιος θα σπάσει το θαμπό γυαλί
ποιος τα χέρια θα ματώσει
ποιος θα συναρμολογήσει ξανά

το ένα και μοναδικό σου
πρόσωπο εκείνο

το από μέσα

το αληθινό.





όμορφη νύχτα


Απόβραδο. Λιμάνι.
Ομίχλη σα χιόνι λευκή.
Μαύρα αμίλητα νερά.
Πρόσωπα σκυφτά. Γκρίζα.
Μέλη σκουριασμένα.
Κι εύθραυστα.
Κυρίως εύθραυστα.

Βαραίνει στη ράχη τους ο χρόνος
αόρατη σκιά από το πρώτο φως
στης μήτρας την εξώπορτα βαραίνει.

Πόθοι εράσμιοι σκοτεινοί
 κοχλάζουνε ακόμη
στη μέση ρημαγμένης θάλασσας
καράβια με φώτα αναμμένα
 στο χείλος του βυθού αγκομαχούν.

Την πλάτη στρέφουν στο ναυάγιο.

Και η σιωπή τους
 μαχαιριά την όμορφη
βαθιά να χαρακώνει  νύχτα.

 


Kάτω από τα ποιήματα



Κάτω από τα ποιήματα
ψάξε να με βρεις.

Tων λέξεων σήκωσε
 το βαρύ χαλί
το με αίμα χειροποίητο
-από το χρώμα θα με αναγνωρίσεις-
μία λέξη ξ ε φ τ ι σ μ έ ν η
απ’ την ανάποδη
να κρέμομαι
να προσπαθώ
να σκαρφαλώσω
απεγνωσμένα.

Να κεντηθεί
ακέραιο
απ’ την καλή
το ποίημα.