ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ









ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο  (2014)

 

προοίμιο για μια εποχή


μη με μαρτυρήσεις ψέλλισε
σταύρωσα φίλησα τα δάχτυλα
το παιδί έτρεξε
το σκυλί συνέχισε να γλείφει
κανείς στο απέναντι παράθυρο
Σταδίου άδεια

κοίταξα μια το μαδημένο πεζοδρόμιο
και μια την πόλη που ψυχορραγούσε

αύριο η θάλασσα θα έμπαινε στα σπίτια




το κόκκινο στόμα και το αύριο


μια μέρα θα γίνουμε όλοι αστοί
ύστερα θα πιάσουμε από ένα προάστιο στον ουρανό
να τραγουδάμε αναπαμένοι
το τραγούδι των καλοκαιρινών τρένων
θα περνάμε γελαστά απογεύματα
και αμήχανα πρωινά
σε λιμάνια εστέτ σκουριασμένα
χωρίς να πεθαίνει χωρίς να γίνεται τίποτα
οι ποιητές θα έχουν χαθεί από καιρό
και θα 'χουμε σκοτώσει όλους τους τρελλούς
όλους που πριν φιλήσουν
τσίχλα μέντα

όμως εσύ θα στέκεις πάντα εκεί
στο απροσδιόριστο βάθος του δρόμου
με άδειο το πρόσωπο για να το ζωγραφίσω
δεν υπάρχουν -θα πεις- πια τα χρώματα
θα πω ησύχασε έλα
το δάχτυλο μου θα βουτήξω μες στα έμμηνα
κι αντί για χείλη θα σου φτιάξω μια ρωγμή
ένα χαμόγελο να ρέει ιστορία




μνημόσυνο Μίλτου Σαχτούρη


πέρα μακριά οίο φεγγάρι
είναι ένα χλωμό καταφύγιο
η είσοδος περιορισμένη
ακριβή
το χαζεύεις τις νύχτες
α! πόσο θα 'θελες

όμως μην ξεχαστείς
όταν αρπάξουν φωτιά τα μαλλιά σου
ή το χέρι σου ή όταν
σε πνίξει ο καπνός
ούρλιαξε
πόνα
υπόφερε
κόψου
πιες χάπια
ή οποιαδήποτε άλλη σκόνη
χάιδεψε αγαπημένες στάχτες
θάψε νεκρά παιδιά
ονειρέψου σκοτάδια και άνθη
όμως μην ξεχαστείς
ένας κόσμος ολόκληρος καίγεται

στις ταράτσες τρελλοί
ρίχνουν στις φλόγες βροχή
κι ύστερα ρίχνονται
κάποιος παίζει σαξόφωνο
ρουφάει καπνό και μπουκώνει
κι εμείς φτιαγμένοι από νερό
διάολε!

ένας κόσμος ολόκληρος
καίγεται

σβήσ τον

και σβήσου 




δέκατο τρίτο υπόγειο


τι φοβερό το πρόσωπο της μοναξιάς
τρεις σειρές δόντια καρφωμένα
πάνω στο πιο κουρασμένο χέρι
τα μάτια της
γράφουν όλο το σκοτάδι του κόσμου
στάζουν οξύ να γεμίζουμε τα ποτήρια
κλείσε τη μύτη και πιες το
πιες θα σου κάνει καλό
τι φοβερό το πρόσωπο της

ζωγραφιζόταν καμιά φορά
στον τοίχο του παιδικού μου δωματίου
το έχω δει και στα μάτια σου
όταν αγριεύουν οι νύχτες
κι ανάμεσα στις ξεχασμένες μολότωφ
που σαν κεράκια για τις ψυχές
αργοσβήνουν στην άσφαλτο
μα πιο συχνά
το βλέπω στον καθρέφτη
τότε ανάβω όσα πιο πολλά φώτα μπορώ
και πλένομαι πλένομαι πλένομαι
ύστερα κάνω ασκήσεις λήθης
να ξεχνώ
να ξεχνώ
να ξεχνώ μόνο

τι φοβερό το πρόσωπο της μοναξιάς
ψάχνω ένα χέρι
να μου σκεπάσει τα μάτια 




ιστορία κομμένη στη μέση


ύστερα ήταν κι εκείνος ο άνθρωπος
το κόκκινο κασκέτο του
η θαμπή κώμη
μια γραβάτα εξείχε απ' την τσέπη
ένα ριγέ μαντήλι
τόσες ζωές περάσαμε μαζί
δεν τον συνάντησα ποτέ
φορούσε μαύρα και γύριζε τον κόσμο
κάθε βράδυ μού έτεινε το χέρι
δεν τον κοίταξα ποτέ
τα μάτια του
τα φοβόμουν τα μάτια του
άκουγα δίνες μέσα τους
φοβόμουν μη με ρουφήξουν
μακριά απ' τις γνώριμες βρισιές
και το ξερό ψωμί μου

τώρα ξέρω
δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ' το να περπατάς
κάθε μέρα δυο φορές
τον ίδιο δρόμο

απόψε ο άνθρωπος με το κασκέτο
τα πίνει μόνος του
σ' ένα παγκάκι στον κόσμο

τώρα το μόνο που φοβάμαι
είναι μη δεν ξανάρθει

να μη συνηθίσουμε ποτέ


από κείνο τον τόπο ήταν περαστική
μα τώρα που το ξανασκέφτομαι
από όλους τους τόπους ήταν περαστική
από όλες τις φωτιές
όλα τα μάτια
από αλλού και για αλλού
συνήθιζε να λέει
και συνήθιζε
να μη συνηθίζει
πράγμα οξύμωρο
όπως ακριβώς η συνήθεια
όπως ακριβώς να αργοπεθαίνεις σε οχτάωρα
σκοτώνοντας τη λίμπιντο
σκουριάζοντας τους μύες
και παραλύοντας
κάθε σημάδι φαντασίας

απ' τη ζωή λέει ήταν περαστική
φορούσε κάθε βράδυ κι ένα άλλο παραμύθι
κι έβγαινε στη βροχή
έτσι σα συνήθεια
σκοτώνοντας τη συνήθεια
πράγμα οξύμωρο
όπως ακριβώς
η συνήθεια
όπως

ακριβώς