ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ








ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  (2015)

 

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ



Για τη μικρή μου Άνοιξη
που δεν πρόλαβε

να γίνει Καλοκαίρι





ΛΗΚΥΘΟΣ

Χτυπάς και φεύγεις
ξαναγυρνάς
θρύψαλα το δοξάρι
θανάτου κοντάρι
σε ύπνο βαθύ
ξεγλιστράς
ανάσα του πάγου
τη μάσκα πετάς
και κλείνεις το μάτι
σε όψη Γοργόνεια
που θλιμμένα καγχάζει
πανοπλία δερμάτινη

Πενθεσίλεια σε είπανε
Περσεφόνη
μια στον Άδη
μια στην αγκαλιά μου 



ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ


Στο Βόσπορο νανούριζα
κιβούρι σκαλισμένο
και στο περβάζι ως αργά
τα σάβανα κεντούσα.

Με το λυχνάρι της σιωπής
στον αργαλειό του πόνου
ύφαινα τα χρυσάφια σου
τα όνειρα τα ξέφτια.

Και με πορφύρα στόλιζα
τα βλέφαρα του Άδη,
με το γλυκό το κουταλιού
τον τράταρα φαρμάκι
να μη σε δει, να μη σταθεί,
μη σ' έβρει και σ' αρπάξει.

Κοιμήσου εσύ κι η τύχη σου
αδράχτι που γυρίζει. 



ΟΡΚΟΣ


Ήρθες κι έγινες
θάλασσα παπαρούνες,
μενεξεδένιες ίριδες
κι ασφόδελοι θλιμμένοι
στις όχθες του Ηριδανού,
κεχριμπαρένιο σπάραγμα
του δακρυσμένου Ήλιου,
μοσχοβολιάς θυμίαμα,
του οψιδιανού χρησμός.
Ήρθες κι έγινες
θάλασσα αταξίδευτη,
μαρμαρωμένη άνοιξη
και χάρτινο ακρογιάλι
στην άκρη του μεσημεριού,
θρυμματισμένη ανάμνηση
κατάγναντα στο κύμα,
της ερημιάς παράπονο,
του στεναγμού λυγμός.

Μαρία, θα πει θαλασσινή
κι η πεθυμιά σου αρμύρα. 

 

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ


Καταδικασμένη να περιπλανιέσαι
στις όχθες του Αχέροντα

Από τότε που ξενύχτησες
σε κατώφλι θανάτου
και τα χείλη προσκύνησαν
την ανάσα του πάγου,
από τότε που χαιρέτησες
τον βαρκάρη του ερέβους,
κρύβοντας τα μάτια
σε φαρμακωμένο μαντήλι,
όπως κι αν διαβαίνεις

αν συναντάς τη μοίρα σου
ή αν την αποφεύγεις

στο τέλος
   πάντα μιλάς
τη γλώσσα των νεκρών. 


ΟΙΚΤΙΡΜΟΣ


Αιωροβατώ
πάνω από ξύλινους φράχτες
ώριμου χωραφιού.
Η όψη σου ωχρή
ματώνει παπαρούνες.
Προσκυνώ
τους αιώνες της προσμονής
Επτά
όσα τα χρόνια της ζωής.
Το κορμί σου σκέπασαν φιλιά,
ρόδα και πικροδάφνες.
Στην αγκαλιά σου τώρα
τα κρίνα λιγοθυμούν
κι οι ασφόδελοι σε οικτίρουν.
Μαρία το όνομά σου
κι ο ευαγγελισμός σου
Ελένη της επιστροφής.
Μα εσύ δεν ήσουν παρά μια Περσεφόνη
στα άδυτα της γης.



ΜΟΝΩΔΙΑ


Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω,
ό,τι και να αφήσω
να κυλήσει από τη γλώσσα μου,
γίνεται κραδασμός ακέραιης σιωπής,
δάκρυα θρυμματισμένου αχάτη
στου δειλινού το κοφτερό δρεπάνι
και στης εσθήτας τις λευκές πτυχές.
Ό,τι και να λησμονήσω
στου λιμανιού την πέτρινη προβλήτα,
θα το κρατώ στις χούφτες
της αμέριμνης ψυχής
και στα χλωμά φιλιά του αποσπερίτη.




ΘΡΗΝΟΣ ΛΕΜΦΟΥ

Θυμάμαι τη θάλασσα
την άμμο να γλείφει ερωτικά
και την Ισμήνη
πέτρινο είδωλο
στη λίμνη των δακρύων
να πλέκει άναρθρες κραυγές
με τους θυμούς ανέμων
στεφάνι από άνθη κέρινα
για κείνους που λησμόνησε
σε ξέμπαρκα λιμάνια.
Μην ξημερώσεις, θάνατε,
οι γλάροι σε γητεύουν
με θρήνο απόκοσμο πετούν
τους κύκλους τους χαράζουν
και ξενυχτούν ανείδωτοι
πάνω σε φάρο σκοτεινό
σε τύμβο ραγισμένο. 




ΚΟΡΗ


Έβρεχες τους αστράγαλους
στης θάλασσας το κύμα
κι ο άνεμος σου χάιδευε
το ολόλευκο φουστάνι.
Στα εβένινα μαλλιά
σκάλωναν αστερίες
κι απ' τη ματιά σου ο ορίζοντας
έπαιρνε το μαβί.
Μα, κύματα σε πλάνεψαν
κι άφησες το ακρογιάλι
με δίχτυα όπου κεντήσανε
όνειρα οι Πλειάδες.
Θαλασσοθρήνητη ομορφιά,
γλυκοφιλούσα κόρη.