ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ









Σώμα Δρομολόγιο (2016)



ΒΡΑΔΙΝΟ


Με κρύο νερό
ξεπλένω χλόη για βραδινό
Σ’ ένα μεγάλο μπολ
κόβω καρδιά, μαρούλι, δυόσμο
Στην άκρη του δωματίου
σε βλέπω να με τρως
Εγώ
μικρές μπουκιές 
αμάσητα φιλιά 
να κατεβαίνω στο λαιμό
Στις σκοτεινές γωνιές σου
Να κρύβομαι
Με καταπίνεις
Σε κατοικώ -

Ποιήματα ανθολογούνται τώρα 
πάνω στο σώμα σου



ΣΤΙΓΜΗ


Το σώμα γλιστράει
στον υγρό δρόμο
Τα γκάζια πατημένα τέρμα

Στη στροφή
οι κορυφές των δέντρων
αδυνατούν να ρυμουλκήσουν
το φαιό

Τοξικές εκκενώσεις
Παιδικά δάχτυλα
Διαμπερή τραύματα

Στο τραπέζι χορεύουν φράσεις
κάτω απ’ τα μάτια
κάτω απ’ το βάρος

απειλούν, ικετεύουν, σκοτώνουν

Η στιγμή είναι κάθετη και περιεκτική
χωράει μια αιωνιότητα
κορεσμού

Αύριο θα χρησιμοποιώ και πάλι λέξεις
φθόγγους
Θα λέω
Βγάλτε μου τις χειροπέδες
Εξημερώθηκα


 ΣΥΜΠΑΝ


Κάθε που το μάτι στρέφεται στο πλάι
μη και χαθεί το στίγμα το αυθαίρετο της ύπαρξης
ίσαμε να πιεις μια γουλιά και να αφουγκραστείς
από πού αυτές οι αχτίνες φωτός...
Το Σύμπαν καταγράφεται

Το συναίσθημα της πρόωρης διεκπεραίωσης
καταγράφεται
με κάτι σκούρα πέταλα τριαντάφυλλου
εκφυόμενα τώρα στο τραπέζι, σκληρό υλικό
με ρίζες στο υπέδαφος



ΚΥΛΙΟΜΕΝΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ


Λάνσελοτ σου φωνάζω
ρίχνοντας σκάλες τα μαλλιά
Σε άλλη εποχή
θα έπρεπε να ζούμε –

Οι κυλιόμενες εμπορικού
δεν βοηθάνε στην απαγγελία
των προϊόντων ομορφιάς

Σήμερα φοράω όλη μέρα
νεότητα κατάσαρκα
Κοιτάζω στον καθρέφτη
όλα τα σημάδια είναι ακόμη εκεί:
ένα πόδι χήνας,
μια σκιά στα κάτω βλέφαρα,
χρόνια αϋπνίας
και ήλιου

Κι η αγάπη μαζεμένη
σε ένα χαμόγελο
–Mάζεψες αρκετή ζέστη τα καλοκαίρια,
μου ψιθυρίζω στο ταμείο

(δικαιούστε δώρο μια κρέμα νυκτός)



ΙΕΡΗ ΝΟΣΟΣ


Ανοίγεις την σελίδα –
ένα ποίημα
Δεν θα το διαβάσεις
η απόσταση θα το σβήσει
 ο χρόνος θα θέσει τα όρια

Ένα ποίημα
δεν διαβάζεται
σε καταβροχθίζει
σαν ιερή νόσος
σου τρώει τα σωθικά
σε κάνει δικό του

Όπως το σκοτάδι ακουμπάει
στη στέγη του σπιτιού
και οι τοίχοι σε συνθλίβουν
με αγάπη λευκή και ακατέργαστη –

κλείνεις τη σελίδα έξω
από το μυαλό σου




ΔΕΙΠΝΟ


 Ένα τραπέζι στρωμένο
Δυο στόματα καθηλωμένα
στο ερώτημα της τροφής:
και τώρα που τελείωσε η επιθυμία;
τι προς βρώση; τα οστά μήπως;

Και τα μέλη αυτά που τόσο εξαίσια μαζί,
επί ξύλου κρεμάμενα
Και το μαρτύριο εις σάρκα μία
εσαεί και εις τους αιώνας ανυπόστατο –

Τι και αν τον χυμό με ζήλο ρούφηξαν
Τώρα η ερώτηση καθηλωτική:
Πόσο το μαχαίρι εις βάθος
θα λάμψει την αλήθεια των σπλάχνων;




ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ  (ΜΠΛΕ)


                                    Στον Πάνο Σταθόγιαννη

 
Αν μπορείς να καταπιείς τόσο μπλε
που να κυματίζει η ανάσα μεσίστια
εν είδει προφητείας
Να βάφει μπλε το ήδη μπλε
τόσων χρόνων

Ωκεανός Αιθέρας Ουρανός

Τότε η χρωστική του λόγου σου
θα γεννήσει τον τόπο
τον ύστατο της θαλπωρής
εναέριο και επίγειο
ώστε
τα πέλματα μέσα του
να κυοφορούν άλματα θεσπέσια
και εγώ να χρειαστώ κι άλλο μπλε
για να βάψω τα τείχη μου



ΣΩΜΑ


Σε υφαίνω
με λέξεις
σε φοράω

Ανίσχυρο
έτσι σε θέλω
απ’ τα μαλλιά να κρέμεσαι

Σε εκείνο το δωμάτιο
επί πληρωμή
Δεσμό γόρδιο
να σε λύνω

να σε κόβω




ΕΡΩΤΩΝ ΑΡΧΗ


Ερώτων αρχή, ερώτων τέλος
Μεσούσης της επιθυμίας
Αναρωτιούνται και οι δύο:

ουκ εκ του ασφαλούς το ευ
και ύδωρ αρκετό για να αποσβέσει
τις πληγές ημών
και ευθύτητα αρκετή
όση χρειάζεται
για να μπεις ολόκληρος στο φως

και θάρρος
για να απωλέσεις το προσωπείο αυτό
γιατί το κρυφό
ουδέν φανερότερον του φανερού
και η σφαγή παρούσα και αμετάκλητη



ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ


Κάποτε ξύπνησα μετά από χρόνια
δίχως πόδια και χέρια
Ανάλαφρη σαν παιδική υδατογραφία
με κόκκινα χείλη από τα βυσσινάδα

Είχα μια σιδηροδρομική γραμμή
για σπονδυλική στήλη
Είχα ρυάκια πάνω μου
ήχους κελαριστούς

Όταν λέω «στάση»
θα ανταμώνουμε
εγώ θα αλλάζω χρώματα
στο ουράνιο τόξο
την ώρα που θα περνάει
το τρένο από πάνω μας