ΕΙΡΗΝΗ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ









ΑΝΗΛΙΚΙΩΣΗ  (2014)



ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ



Κι εγώ που νόμιζα πως οι άνθρωποι πεθαίνουν
Άνοιξαν οι ουρανοί, πλημμύρισα από εσένα
Στο μπαλκόνι έπεσαν τ' αρώματα του σώματος σου
Κάποια σε μπουκάλι κράτησα
Ν' αρωματίζω το πίσω μέρος του αυτιού
Τα υπόλοιπα τα φύλαξα στο παλιό συρτάρι.

Δε χρειάζεται να είσαι πια μελαγχολική
Από εδώ και στο εξής υπόσχομαι να σε προσέχω. 



ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ


Μια θάλασσα μολυβί
Ξέπλενε το πράσινο των φυκιών
Σκέφτηκα τότε
Να καθαρίσει και την ψυχή μου
Μα προτίμησα να μου δώσει μια καινούργια.

Την φόρεσα λοιπόν
Βότσαλο σε καθάριο βυθό.




ΤΕΛΕΙΑ


Έχεις ένα μεγάλο χέρι
Που κλείνει μέσα του μια ανιδιοτελή αγάπη
Δε ζητά ανταλλάγματα
Ερωτήσεις δεν κάνει
Το άλλο σου χέρι το έκοψα - χρόνια πριν.
Κάποια βράδια το βγάζω από το συρτάρι
Ανοίγω τα δάχτυλά του
Το ακουμπώ στο πρόσωπο.
Τον τελευταίο καιρό σου μειώνω την αναπνοή
Αφήνω για σένα
Όσο αέρα θέλω εγώ
Λίγο λίγο ροκανίζω και το σώμα σου
Κρίμα που 'ναι τόσο νέο μα και άχρηστο τώρα πια.

Κάθε βράδυ αγκαλιάζω ένα φημισμένο συγγραφέα
Του λέω «δώσ' μου, δώσ' μου λίγη οδύνη παραπάνω»
Με συμπονά.
Κάθε πρωί συναντώ ένα παιδί
Του ζητώ να μου δώσει πίσω αυτό που λεν ζωή
Κι αυτό γελά και φεύγει. 




ΑΝΑΠΑΥΣΗ


Να πλεύσω σε γέλια παιδικά
Την ευτυχία μου να βρω και πάλι
Σκάβω τη γη και μπαίνω μέσα
Αισθάνομαι ν' αναπαύεσαι στο πλάι
Μοιάζεις με θάνατο γλυκό
Ρόδι στα μάγουλα, χείλη τριαντάφυλλο
- Όνειρο είναι η ζωή.
Γίνομαι με τη φύση σώμα
Ακούω το περπάτημα των μυρμηγκιών
Μιας θάλασσας υπόγειας τον παφλασμό ακροάζομαι
Το αγορίστικο τρεχαλητό — δόνηση στο νύχι.

Άραγες όλοι εκείνοι που φύγαν και μπήκαν στο χώμα
Να νιώσαν τέτοια ευτυχία;



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


Τα μάτια της μύριζαν σαπούνι
Έφταναν μέχρι τα σύννεφα στο ύψωμα τους
Κάπου εκεί βρέθηκε και η λαχτάρα μου για κείνη.
Θα 'θελα να με χαϊδεύει στον ύπνο
Βροχή να με χτυπά στο τζάμι.
Μασώ την παιδική μου ηλικία
Τη φτύνω δίπλα στα πεθαμένα πουλιά
Με το αλάτι θα σε φιλήσω
Πρώτα στα μάτια υστέρα στο στόμα
Μου θύμισες ευτυχία περσινή
Είχα ψυχή νερό - διαφάνεια
Μας ένωσε εκείνη η στιγμή
Την ονόμασα «νοσταλγία των παιχνιδιών»
Ακόμα δεν ξέρω τ' όνομά σου
-Όχι, μην το πεις-
Έλα να παίξουμε και κανείς δε θα το μάθει.



ΑΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


Σου 'κλεισα τα μάτια με το φθαρμένο μαντίλι
Το 'χα από παιδί στην τσέπη
Είχε το χρώμα του τριαντάφυλλου
Μύριζε γλυκιά μαστίχα
Πίσω στο κεφάλι σου το 'δεσα
Κι όπως το καστανό σου χρώμα ακούμπησε το ύφασμα
Θύμισες κορίτσι.
Σβούρες γύρω από τον εαυτό σου σ' έφερνα
Σου άνοιγα τα χέρια σε στροβίλιζα όλο και πιο πολύ
Μέχρι που το χαμόγελο σου σταμάτησε
Να υφαίνει στα χείλη
Μέχρι που παχιά δάκρυα μούσκεψαν το παλιό υφάδι.
Το 'βγαλες από τα μάτια -ήταν θολά κι αγνώριστα-
Άνοιξες την πόρτα του σπιτιού
Περπάτησες με τη ζαλάδα στα πόδια
Και το χέρι κόντρα στον ήλιο.
Ξυπόλυτη περνούσες πάνω από το λευκό μάρμαρο
Κάθε σου βήμα άφηνε πίσω κατακόκκινα ρόδια.
Γέμισε η είσοδος -κόντεψαν να με πνίξουν-
Ρόδια παντού
Κι ένας πυρετός σε πήρε μακριά.

Έφυγες σαν τους ανθρώπους που παιδιά δεν ξαναγίνονται.