ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ











Κάτω απ’ το φως της λάμπας  (2011)



Δωδεκαετές


-Εδώ τελειώνει η ζωή μας.
Τα πρωινιάτικα ξυπνήματα
και φτερουγίσματα της αγριοπεριστέρας.
Το σκάσιμο του κύματος,
ο αφρός μαύρης αράχνης.
Το πρωινό ρυάκι του έρωτα
ανάμεσα σε υάκινθους, ήλιους και νυχτερίδες,
καθώς πλησιάζει τ' απομεσήμερο.

-Δυο φορές στο ίδιο ποτάμι δεν αλλάζει τη στιγμή.
Στον κήπο τον ανέγγιχτο ν' αγγίζεις πεταλούδες.
Να χαίρεσαι τη θάλασσα που συνεχώς βουλιάζει
και νέες Θήρες που γεννιούνται στ' ακρογιάλι.
Στόχο το στόχο πιο ψηλά...

-Και οι φαύλοι κύκλοι της ζωής μας;
Θα με ρωτούσες.
Μηδέν. Μηδέν. Μηδέν.

-Και τώρα; Πάμε μπροστά• χαρά χαρά
και λύπη λύπη.

-Άραγε που βαδίζουμε; Και τόσα χρόνια;

(Θα σου απαντήσω. Όμως αργότερα).


Μητρούσι Σερρών, Ιούνιος του 2000






Ρημάδια


Ι

Πέτρες, σπασμένα κεραμίδια απ' το
παλιό μας σπίτι που ναυάγησε και ξηραμένα
κομματάκια καλαμιών τούτη την ώρα πατώ,
την ώρα που ο Ήλιος γέρνει να κοιμηθεί.

ΙΙ

Πιο πέρα τρεις πέτρες αραδιασμένες
στη σειρά-μπάζα κι αυτά απ' το παλιό μας σπίτι.
Κι εγώ σπρώχνω την ώρα μ' ένα βαρύ
τσιγάρο.

ΙΙΙ

Κι ακόμα πιο πέρα τρία δέντρα σε στίχο
στη σκιά ενός θεόρατου τοίχου,
που μου κρύβει τη δύση...

IV

Κι αναρωτιέμαι: τι είναι και που βρίσκεται
η ζωή;
Σίγουρα τα τρία παρατεταγμένα δέντρα.
Και κάτι άλλο περισσότερο... 


ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Β'

Eternity

Η ώρα περνάει.
Το δευτερόλεπτο περνάει.
Ο χρόνος περνάει.
Η ημέρα περνάει.
Μα τι;
Τι κι αν ο ουρανός χαμογελάει!
Τα δάκρυα του ήλιου
χαιρετούν τον κύκλο της ζωής μας
και η ζωή μας χάθηκε μια τωρινή στιγμή
δάκρυ, δάκρυ, δάκρυ.

Η ώρα περνάει. Πάει.
-Δε γεννήθηκα για να μισώ...
-Έρωτα που κρατάς τα σκήπτρα της χαράς!
Παύση. Παράπονο. Γλυκιά πνοή.
Τρία λευκά περιστέρια
με χέρια δεμένα
με καρδιά ανοιχτή
με σκάγι στο μεσαίο μαντίλι
του αποχαιρετισμού βρίσκονται
στην κάμαρα της Θεοτόκου.
Τίποτε άλλο. Φτάνει.

Κι ο έρωτας; Άδειο μπουκάλι που το πίνουμε
και γρατζουνάει το λαιμό. 
Μυρίζει πεύκο ανοιγμένο
Δοσμένα χέρια και μια λαλιά

Παιδάκια παίζουν πάνω στη γύρη των κρίνων.
Κι οι κρίνοι γίνανε κέντρα ζωής.
Κοιτάς, βλέπεις, μυρίζεις, ζεις.

. .αλλά για να αγαπώ.
Και τι είναι αγάπη;
Τι είναι έρωτας;
Τι μοναξιά;
Μήπως είναι αρχαία τριλογία
που κατοικεί στο κέντρο του νου
και δε γνωρίζουμε παρά μόνο να συζητάμε;
Λόγια, λόγια, λόγια. Σιωπή! Να μην ακούγεται
η ψυχή που τάχα μάχεται γι' αυτά


μα σιωπά.





Άκων δραπέτης  (2013)


Πληγή δωματίου


Ιδού,
λοιπόν,
ΕΓΩ:
ο αβέλτερος βασανιστής
του εαυτού μου
που δεν ανοίγομαι
σε άνθρωπο
κλεισμένος στον γυάλινο πύργο της μοναξιάς
ανάμεσα στ' αψηλά τείχη
της απομόνωσης, της αποξένωσης

τυραννισμένος από ένα φως
που εμφιλοχωρεί βιαίως κι από τις γρίλιες

στου διαμερίσματος τα τέσσερα
να ξημεροβραδιάζομαι ντουβάρια

ο πλανητικός στοχαστής της δεκάρας

να υπάρχω μέσ' από τις ζωές των άλλων
σε μυθιστορίες λαών
και προσώπων που θαύμασα

κάτω από το φως
των φεγγαριών
μια ολάκερη ζωή
σε ράχες να
ταξιδεύω ονείρων

με ελπίδες φρούδες στις αποσκευές
να μου βαραίνουν τους ώμους

σε ενιαύσια νάρκη ξεχασμένος σαν την καφέ αρκούδα

να ποθώ να διαπρέψω
σε ματαιότητες του κόσμου τούτου

ολονυχτίς να κυνηγώ χίμαιρες
eccetera eccetera.

Πλεονάκις να με πολεμούν
οι ώρες,
οι μέρες,
οι νύχτες, του βίου που αγάπησα.

Μνήμες κι επιθυμίες ενίοτε συνταιριασμένες
δίπλα σ' αμυγδαλιές ολάνθιστες.

Πράγματι,
ο Απρίλης που με γέννησε
απλόχερος δεν στάθηκε,
the cruellest month.

Και Συ, Θεέ μου, μην κάνεις πως με ξεχνάς.

Και Σεις, Άνθρωποι, τους φαύλους μου
τους κύκλους
ας ταράσσετε.

Μπροστά βάζω ξανά
το μισοχαλασμένο μου όχημα
- ευθύς αμέσως επιβιβαστείτε -
κι ας είναι κάπου
κάποτε
γκρινιάρα
λίγο η μέρα.

- Κι αν με ρωτάς
για τις στιγμές τον αποχωρισμού
είναι σαν τα όνειρα που μπερδεύονται
και γίνονται κουβάρι
λίγο πριν ξημερώσει και ξυπνήσεις
και δεν θυμάσαι τι είδες πριν και τι μετά.
-Άσ'τ α... ατέλειωτα τα λόγια του αποχωρισμού
τα κλειδαμπαρωμένα στο δωμάτιο της ψυχής.





ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ  (2015)


ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ


I

Σαν την τεμπέλικη σαύρα
σέρνεται μέσα μου
αυτό το συναίσθημα
που χρόνια προσπαθώ
να ονομάσω.

Άλλοτε κρύβεται καλά
-το ψάχνω και δεν το βρίσκω-
κι άλλοτε με κοιτάζει με θράσος
στα μάτια
μέσ' απ' τα μάτια μου.

Κι όλο σέρνεται
-δίχως όνομα-
στην ταραγμένη ψυχή.

Κι όλο
σέρνομαι.


II

Δεν αποδείχθηκες τίποτ άλλο
παρά μια χαμένη υπόθεση.
Παράλυτος από τις διαψεύσεις
κι άνεργος στον έρωτα καιρό
σφίγγεις τα όνειρα με το ζωνάρι.

Μια χαμένη υπόθεση κι εσύ.
Δεν είσαι μόνος.


IV

Κάθε πρωί ξυπνά,
ξυρίζει προσδοκίες,
φορά το προσωπείο που τον φωτίζει
και μάρτυρας υπερασπίσεως
εξαγοράζεται
της μίζερης ζωής των πελατών του.


V

Φωνάζει κι η φωνή του
ανεπίδοτη επιστρέφει.

Δεν γεννιέται καν ηχώ
στα πέτρινά του χρόνια.





Ξύπνησα
κι αντίκρισα τόσο φως
που παραλίγο
ν' αναγεννηθώ.

Μόνο εμπόδιο
η έρημη ψυχή μου-
μες στα χαλάσματα
επίμονα έψαχνε
μια όαση
για να δροσιστεί
μα
οι φίλοι πιο λίγοι
κι ο έρωτας. 


VII

Πνίγεις
τη μοναξιά
σε πολυκαταστήματα
σε βιβλιοπωλεία.
Σε πολιτείες
άδενδρες
κυκλοφορείς
υλοτομημένος.
Τα χέρια
διαρκώς
στις τσέπες.


VIII

Καθόταν στο κρεβάτι
από εφιάλτη μόλις
έχοντας ξυπνήσει•
είδε, λέει, τη μάνα του να γέρνει
σε μπαστούνι πι και να τη σέρνουν
και να της λείπει το μισό ποδάρι•
έτρεμε στη σκέψη
πως θα μπορούσε να' βγει αληθινό
πως τα γεράματά τους είναι ήδη στο κατώφλι. 


IX

Δεν ξέρει πια πού ν' αποθέσει
αυτό το βάρος που τον κατατρώει χρόνια.
Σαν τον εθισμένο χαρτοπαίχτη,
που τη μια στιγμή βουλιάζει στη ρουλέτα
και την άλλη ορθώνεται για λίγο,
χάνει πολλά
κερδίζει τίποτα.

Ένα τίποτα όλη του η ζωή. 


Χ

Κουφάρι
σαπισμένου πλοίου η ύπαρξη του
στ' ανοιχτά μιας ρημαγμένης παραλίας.
Αλισάχνη και σκουριά
νύχτα μέρα διαβρώνουν το σκαρί του.
Στα ρέλια του καμιά φορά
πουλιά της θάλασσας λουφάζουν. 


ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗΣ


-Μάζεψε μιά ζωή από εδώ και φύγε.

-Σε σακούλες μαύρες σκουπιδιών από το super market
                         μαζεύω τη ζωή μου:
πετσέτες σώματος, τρύπιες κάλτσες,
ζώνες δερμάτινες, μαξιλαροθήκες,
παντόφλες καλοκαιρινές, παπούτσια,
φωτογραφίες, μνήμες και βιβλία
σε κούτες του frappe.
Κι άλλα υλικά και ρούχα στις ίδιες πάντοτε
                        μαζεύω
τριμμένες και μικρές βαλίτσες.

-Φεύγεις από έναν τόπο
                        αιφνίδια
όπως πιάνει ξαφνικά κι απότομα
                        το Φθινόπωρο
και δεν ξέρεις πώς να ντυθείς.
Κι αρχίζει εκείνο το συνάχι που σ’ εκνευρίζει
και φοράς τις χειμωνιάτικες πιζάμες
με ντάλα ήλιο έξω
και μοιάζεις με καραγκιόζη
με το μυξομάντιλο ανά χείρας.

-Μάζευε…
-Μάζευε να προλάβεις.
-Βάλε και τα cd σε μια σακούλα.
………………………………….

-Ξύπνησα χωρίς να κλείσω μάτι
κι αντικρίζω μια βιβλιοθήκη άδεια,
πάω να κάνω ελληνικό καφέ μα
τα ντουλάπια άδεια.

-Μόνη ανάσα η ποίηση του Κώστα Μόντη

από το 3ο πρόγραμμα της ΕΡΤ-κάποιο αφιέρωμα.

                                    Σάββατο 24 Σεπ 11-Κυριακή 25 Σεπ 11  

1η δημοσίευση: ιστότοπος της biblioteque 10/10/2013




ΟΙ ΕΜΙΓΚΡΕΔΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΙ


εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου
        Ορέστης Αλεξάκης

Εμείς οι εμιγκρέδες πελαργοί
Ξενιτεμένοι από μια κόλαση πατρίδα
Πρόσφυγες σε άλλη κόλαση καινούρια
Με τσακισμένα τα ολόλευκα φτερά.

Για τις φωλιές μας ρίχνουμε ίδρωτα και δάκρυ
Σε υπόγεια μοναξιάς και παγωμένες τέντες
Στη γλώσσα άμαθοι να κρώζουμε ψιθυριστά
Και να ισορροπούμε σ’ άγνωστα πελάγη.

Πίσω απ’ την πλάτη μας να μας υβρίζουν
Και να μας εκδιώκουν από την αγορά
Και τάχα να μας συμπονούν σε νομικά φτιασίδια
Μα ποιος χαρίζει έναν Μάρτη και σε εμάς;

Στα κορακίστικα οι νεοσσοί μας αριστεύουν
Οι γονείς μας ψάχνουν για ένα κομμάτι φίδι
Κι όταν βραδιάζει αντί για ελάχιστα κομφόρ
Καθόμαστε σαν τιμωρία στο ένα πόδι.

Να μας γκρεμίζουν τις φωλιές να μας γιουχάρουν
Γιατί στεκόμαστε εμπόδιο στα σχέδιά τους
Μα εμείς εκεί ∙ χτίζουμε, ερωτευόμαστε, γεννάμε
Και με το ράμφος ψηλά νοσταλγούμε την πατρίδα.

Είμαστε οι εμιγκρέδες πελαργοί
Ξενιτεμένοι από μια κόλαση πατρίδα
Πρόσφυγες σε άλλη κόλαση καινούρια

Με τσακισμένα τα ολόλευκα φτερά.

1η δημοσίευση: 24grammata 25 Οκτωβρίου 2013


             ΚΑΒΑΦΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ


             ΤΟ ΧΡΟΝΙΟ ΔΙΛΗΜΜΑ


             Τάχατες
             τον τρέχοντα τούτο μήνα
             θα εξέδιδε
             το πρωτόλειό του
             –επιτέλους–
             ο νέος μας ποιητής Ευμένης
             έπειτα από δεκαετή ερωτική περιπλάνηση
             και χρονοβόρες αποφάσεις πολιτογραφήσεως.

             Κι αναρωτιέται
             –νυχτόημερα–
             τον τελευταίο μήνα τούτου του έτους ∙
             να τα δημοσιέψω
             άραγε
             τα πρωτοτόκια μου ή να επιστρέψω
             στη συνηθισμένη μου εκκωφαντική
             σιωπή;



             ΠΑΝΤΑ ΑΝΑΜΕΣΑ


            Πάντα ανάμεσα σε δυο επιλογές.
             Πάντα ανάμεσα σε δυο σώματα.
             Πάντα ανάμεσα σε δυο ανασασμούς.
             Πάντα ανάμεσα σε δυο αρώματα της νύχτας.

             Πάντα ως άλλος Τειρεσίας ή Πρωτέας ∙
             ανάμεσα σε δυο ηδονές, γέροντας σε δυο ζωές.
             Και να υποφέρεις και να μην αποφασίζεις ∙
             τις Σεμνές σκεπτόμενος και της άρνησης το βάρος.

             Καλό είναι το ανάμεσα σαν μεταμορφωθεί
             σε πράξη (προβαίνοντας, ανάλογα, στο ναι
             ή στο όχι). Ειδάλλως, τυραννιέσαι
             με του μυαλού σου μόνο το ανάμεσα.
          
  




            Ο ΜΑΡΤΗΣ ΤΟΥ 2013


           Αυτές οι νύχτες στα τέλη του Μαρτίου
            στάλες βαριές μουντάδας στην ψυχή.

            Και συνεχίζεις τυλιγμένος στα θλιμμένα σεντόνια.

            Αναπολείς τους έρωτες τους περασμένους
            και τους φευγαλέους ∙
            επιθυμίες, αισθήσεις κι αλληλουχία
            συμβάντων– τώρα που η ζωή σου καλουπώθηκε,
            προσωρινά,
            σε μέτρα βαρετά,
            γελοία…

            Κι ακούς από το ραδιόφωνο μια σιγανή φωνή
            κάτι για το κατάντημα του αύριο να λέει.

            Πώς χάνονται όλα– αλήθεια –στο χαρτί!
  

              1η δημοσίευση: e-poema, τεύχος 15, Καλοκαίρι 2013