ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ













 ΞΕΡΩ! ΕΊΝΑΙ ΚΑΠΩΣ ΑΡΓΑ   (2000)



ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ


Βροχή στάλαζε στα θολά τζάμια
του λεωφορείου
με τα παλιά λάστιχα που
τρίβονταν στους δρόμους
της Θεσσαλονίκης.
Τούτη η βροχή δεν
έφτασε να ξεπλύνει
τις  λέξεις μου
που τριγυρνούν μονάχες
στα κάστρα θωρώντας
το ανείπωτο.




ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ


Κοιμόμουν νωρίς λοιπόν
τα βράδια  γιατί
ήταν η ώρα που θα  περνούσε
ο υπόγειος και δε θα ‘χε
κανέναν να κατεβάσει.
Έτσι κι εγώ,
τον περίμενα
με το παλτό μου,
να ‘χει κάποιον να μεταφέρει
μέσα στη νύχτα.
Γιατί αλλιώς πως θα
υπήρχε η πόλη;
παρά μόνο σαν φάντασμα
που αιωρείται στα σοκάκια.



  

ΣΑΝ ΠΛΑΓΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ


Ίσως τις μελαγχολικότερες ιστορίες τις λέμε
μόνοι μας τα βράδια,
για να βαστάμε τον θάνατο των άλλων
και την μοναξιά τους.
Και σαν πλαγιάζουμε έχουμε πάντοτε
το χέρι μας ξεσκέπαστο
γιατί…
για φαντάσου να έρθουνε όλοι οι λυπημένοι
τη νύχτα και να μην βρουν
ούτε ένα χέρι για να κρατηθούν!



  

ΣΚΟΝΕΣ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΦΕΡΜΕΝΕΣ


Είναι και κάτι σκόνες
παράξενα φερμένες,
στριμωγμένες
στις πιο σκοτεινές ρωγμές
του εαυτού μας
- αυτού του άλλου -
που μόνο σαν σιωπούμε
τον αφήνουμε να γίνει
διάφανος.



  

ΛΟΝΔΙΝΟ


Στις απρόσιτες παρυφές
των κεραμιδιών της καφέ
πόλης κρέμασα κόκκινα
χαμόγελα, μπας και γίνει
γιορτινή,
πάψει να κλαίει μέσα
στον  ύπνο μου
και με στεναχωρεί.




 ΛΟΓΙΑ ΕΛΠΙΔΟΣ  (2011)



ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ


Μην πλησιάζεις εδώ… μην…
γοργά θα μεταμορφωθώ… δεν θα με πιάνει βλέμμα…

Μέσα από το ελάχιστο της όρασής μου
 συμμαζεύω  εικόνες τ’ ουρανού
μαρμαρωμένος βασιλιάς του τόπου μου
υπάρχω
γυμνοσάλιαγκας ανελέητο φορτίο φέρω,
με φέρει 
τί έχω να μετρώ σαν πλαγιάζω στο υγρό του σκεπάσματός
των θλιμμένων πρωινών που ανήλια 
υπάρχουν.
αναρωτιέμαι…

Κι όσο ο γλάρος το μπλε βαθύ θα θρέφεται σε βράχους αιωνόβιους  
Θα ‘ρθω… πάλι θα ‘ρθω,
ανάλαφρος άνθρωπος θα ‘ρθω.
Ναι. Σώμα δεν θα μ’ορίζει
περίγραμμα ουδέν, μήτε ανάγκη
φλοιός κανείς, ίχνος δέρματος
τριγμός ανάλαφρος 
ανελέητα θα ‘ρθω!
Φλογισμένη αύρα σ’ασκέπαστο ουρανό,
κύκλος χωρίς α-γωνίες.
υπόσχομαι… 





project 3x3+1 / Θεσσαλονίκη / 15η Biennale Νέων μεσογείου 25-28 Οκτωβρίου 2011



Woman in Sale (ή αλλιώς χιονάτη)

Και οι επτά με διεκδίκησαν
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Αφέθηκα
                   -άλλο που δεν ήθελα!
σε ορέξεις λάγνες
                   σε επιθυμίες τεμαχισμένες
την δική μου την κράτησα καλά φυλαγμένη ωστόσο.
Με διεκδίκησαν και οι επτά
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Μετρούσα
                   -ανάγκη βλέπετε!
                   λαχτάρας πόντους
                   μοναξιάς μήκη
και πήρα κοντές ξεφτισμένες λινάτσες
παραμυθιών που κανείς πια δεν διαβάζει.
Προσύμφωνα γάμου, γάμου προσύμφωνα
παράφωνα ερώτων.

Ξεπουλήθηκα
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο
κι ας με διεκδικούσαν σαν γίγαντες.

                   Μα να μην προσέξω πώς ήταν νάνοι!




ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ   (2010)




ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ


Chapitre I

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στο πιο πηκτό σκοτάδι;
Έλα, σίμωσε κοντά μου και ας μη διακρίνεται το πρόσωπο μου,
το σκοτάδι ας καλύπτει τα μάτια μου...

Μπορείς να μ' αγγίξεις...
δεν θ' αναρριγήσω, σ' το υπόσχομαι,
και ας πατώ ξυπόλητη σε χιλιάδες κόκαλα
αιώνων που περνάνε φυσώντας τα παραθυρόφυλλα
τούτου του μοναστηριού...

Εδώ ήρθα, πάει στ' αλήθεια πολύς καιρός, το ξέρω...
Τα χέρια μου γερασμένα χώνονται στα σπλάχνα της σιωπής,
αναζητάνε τα δικά σου...
Έτσι ήταν πάντοτε θαρρώ...
Ακόμη κι όταν τα έχωνα στην καυτή την αμμουδιά
τα καλοκαίρια,
ήταν για να γευτώ τη ζεστασιά των δικών σου χεριών,
και ας μην σ'είχα ακόμα γνωρίσει.

Έτσι με θυμάμαι πάντοτε θαρρώ...
Να διψώ για σένα
και το νερό να μη με ξεδιψά...
Να μη με σώνει...
Αχ! Η ψυχή μου είχε ήδη σωθεί
τη μέρα που γεννιόσουνα ...

Εδώ ήρθα, για να ξαποστάσω,
βαριά η πόλη πάνω μου...
Με τις σκιές να παλεύεις τί ωφελεί!
Γι' αυτό και εγώ τις έκανα φίλες μου
και παίζαμε θέατρο τις νυχτιές στους τοίχους. 
Αλίμονο!
Το σκοτάδι συνήθισα και το φως
μου φαινόταν αφιλόξενο...
Μακρινό...
Άχρωμο...

Κορίτσι των σκοτεινών δασών... δασών... σών... σών...
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού...

Έχει αλλάξει από τότε, σου το είπα;

Τα παντζούρια δεν στάζουν πια γκριζωπές προσευχές
μήτε μελαγχολικές μελωδίες.
Μυρίζουν άγιο βασιλικό, ωσάν τις βυζαντινές εικόνες
πίσω από καντηλάκια...

Έλα κοντά μου και ας μη φαίνεται αν σου χαμογελώ
ή αν σου δακρύζω...
Η νοσταλγία δεν αποτυπώνεται πουθενά,
σταλάζει νωχελικά σε μιαν άκρια της ψυχής
ωσάν λαδάκι ευλογημένο,
ωσάν κοινωνία με το Θεό,
μυστική, ολότελη.
Κι έπειτα μας αναγεννάει,
ωσάν ενανθρώπηση,
ωσάν ανάσταση...

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στην πιο πηκτή φωτοχυσία;

Γι' αυτό ήρθα εδώ, σου το είπα;
Το φόρεμα να ενδυθώ, το ολόχρυσο,
εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις μ' άγγελο ταπεινό...



Besançon / Ιούνιος 2001





ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ


Τόσο πολύ είχε κολλήσει πάνω σου
η αθωότητα που σ'ένιωθα διάφανο
ν'ανασαίνεις στο λαιμό μου...


Της σιωπής σου
έψαξα ρούχο να την ντύσω
να μην σεργιανάει μονάχη
και γυμνή στο άσβεστο
ης ψυχής μου...
Της μοναξιάς σου
λαχτάρησα αιτία να της χαρίσω
να'χω να παρηγορώ
το κλάμα μου
τα βράδια που αμίλητο
σε νιώθω να περπατάς
οτονύπνο μου...
Την απουσία σου
ορέχτηκα σ' υπόσταση
να μεταπλάσσω
κάθε φορά
που σκιά θα διασχίζεις
τον τοίχο μου,
σημαίνοντας υπόσχεση παντοτινή.
Διαιωνίζοντας το χτες
της ανθρωπότητας
σε αύριο...
Το κάθε τώρα σ' απαρχή...
Το όποιο δάκρυ σ' ελπίδα...


Αστυπάλαια / Νοέμβριος






ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΣΥ.ΣΙΓΑΛΙΑ ΕΓΩ


            Μοσχοβολάς φως! 


Στη μοιρασιά
θαρρείς πως μ'έριξες.
Εσύ να διαλέγεις τη θάλασσα
να ντύνεσαι.
Εμένα να μου χαρίζεις τη σιγαλιά
να φορώ.

Μα κάθε που νηνεμεί ο χρόνος ανάμεσά μας
έρωτα σου κάνω,
καθώς ενάλια κάθε σου κύμα
ξεδιπλώνεις
σάρκα και ψυχή
στα σιωπηλά μου χείλη.
- ανάθεμα εθελούσιας προσφοράς-

Μέσα μου σε φέρω να ταξιδεύεις.
Αιώνια αγαπημένη.



Costa Brava / Αύγουστος 2009




ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΑΚΑΤΕΜΑΤΑ


Και άντε τώρα να χωρέσουν φωνήεντα και σύμφωνα μαζί
σ' έναν τρεμάμενο στεναγμό!


Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε...

Σαν άστρο σελάγισες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
ίου ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε...

Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως... Αγιάζει...


Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009













Από την τακτική στήλη «εξ αφορμής» / τεύχος 29o / περιοδικό Βακχικόν 


Διάφανες αυλαίες[1] και πάλι από την αρχή      

Στην τρίτη ή τέταρτη πτυχή του ύπνου συνήθως, τραντάζεται το αριστερό μου χέρι κάτω από την κουβέρτα. Εδώ στην απόλυτη έρημο των συναισθημάτων, οι σαύρες τρίβονται στις χαραμάδες των λευκών τοίχων, μη αφήνοντας τίποτα ξωπίσω τους παρά μόνο την ενοχή της παρουσίας τους σε τρυφερές στιγμές βίαιων κινήσεων. Ακούω τους κομματιασμένους εραστές σκοτεινών πτυχών να ρίχνουν δίχτυα από την ταράτσα στο σκοτάδι. Συχνά μπερδεύεται, εξάλλου, η θάλασσα με τον πνιγμό σαν σακατεύει τα έντερα ο πόθος και μια χαλασμένη υπόσχεση που ορέγεται το άπειρο.
“Θα πάρω μεσ’ στα δίχτυα μου την βάρκα /Που θα με φέρει σήμερα κοντά σου.
Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά / Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.”
          Δεν με φοβίζουν πια οι παλιάτσοι ερωμένοι της στιγμής, που χαμογελούν στο απρόσιτο του τίποτα, που παλεύουν σε πείσμα άδικων εποχών να αποκτήσει περίγραμμα το σώμα τους στο άγγιγμα του άλλου και απ’ την ταραχή του απρόσμενου οργασμού λερώνουν σελίδες και σελίδες λέξεων, συμπαγή μεταλλεύματα τρυφερών συναισθημάτων. Μετά από κάθε έρωτα βρέχει. Μετά βρέχει ξανά. Μετά διευρύνεται η θάλασσα και το αριστερό μου χέρι γίνεται σταγόνα.
“ Καμία σχισμή δεν διευρύνεται δίχως τον πόθο της διευρύνσεως
Καμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
Κ΄ οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.”
          Παίρνω τον δρόμο της επιστροφής, σπειροειδής απόγνωση καλά καμουφλαρισμένη -ως γενναία απόφαση σιγής- τί κι αν κοχλάζει στα νεφρά η απαίτηση της ολοτελούς υποταγής! Με παίρνει ο δρόμος της επιστροφής, αναζητώντας χαραμάδα δίχως σαύρα, ανασαίνοντας το ανοίκειο οικείας μνήμης. Μέσα έξω, μέσα έξω, μέσα έξω στις μνήμες ζαλίστηκαν οι εικόνες, τα πρόσωπα, οι φωνές. Μόνο κάποιοι ψίθυροι τρυπώνουν ακαριαία στο μυαλό και φέρνουν τα πάνω κάτω στη λήθη. Την εξασθενούν ουρλιάζοντας το χαμηλόβλεπο της έντασής τους στα ανίσχυρα σωθικά της, την μετουσιώνουν σε μανία αναζωπύρωσης του περασμένου, σε εμμονή επίκτητη να αγγίζει ό,τι το βλέμμα αποσύρει στις ενδότερες αυλαίες των ματιών.
“Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ”
          Ποιά ψίχα της μοίρας προτρέπει την κατάρα ή την ευχή στα χείλη μας. Πώς το βλέμμα ανοιγοκλείνει στο επιθυμητό και πως χάσκει στο λησμονημένο; Πώς η γλώσσα μας αλλάζει πλευρά από το φως στο σκότος; Πώς η αιωνιότητα του “l’infinie” γίνεται ένα τηλεφωνικό “ciao”; Πώς τα ακροδάκτυλα ιχνογραφούν νέα τοπία δίχως φειδώ; και όλοι όσοι μας πλησιάσαν, άραγε, μας άγγιξαν ποτέ τους; Όταν βρέχει το σώμα ορφανεύει αναζητώντας το περίγραμμα του κρεβατιού, το αριστερό χέρι ψαύει να αγγίξει ό,τι έχει ακρωτηριαστεί από το δάκτυλο. Και με μισό δάκτυλο, και με μισή τη μνήμη, και με κομμένη λέξη, και με ή δίχως σαύρα στον τοίχο θα σου λέω, θα λέω, δεν θα σταματήσω να λέω
“Πάρε την λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου”
Στην τρίτη ή τέταρτη πτυχή του ύπνου συνήθως, τραντάζεται το αριστερό μου χέρι κάτω από την κουβέρτα. Στραγγαλίζει τη σαύρα του τοίχου μου.




[1] Οι στίχοι ανήκουν στον Ανδρέα Εμπειρίκο