ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ






Συνομιλίες σε Μη+ (2013)




ΖΩΗ


α. Αφροδίτη

Μικρέ μου πρίγκιπα,

ο ύπνος δεν σβήνει τα γαλανά σου μάτια.
Κάνε με άγγελο των προσδοκιών σου
και θα γλιστρήσουμε στα σύννεφα μαζί.
Πώς δεν φοβάσαι τ' άστρα;
είναι επικίνδυνοι εχθροί που θέλουν να σε πάρουν.
Η Αφροδίτη μού μιλά για σένα κάθε νύχτα.
Φέγγει το φως της μόνο για να γράφεις εσύ.
Λέει πως ξενυχτάς μόνο για κείνη, κι εγώ ζηλεύω.

Γύρνα στον πλανήτη σου αγάπη μου
κι άσε να θρηνώ στα στάχυα μόνη.



β. Τα νήματα

Η ζωή είναι ένα κουβάρι.
Παίζεις σαν γάτα με αυτό
απ' τη στιγμή της γέννησής σου.
Στην αρχή το αφήνεις να κυλάει μόνο του
και τρέχεις από πίσω να το φτάσεις.
Παίζεις.
Όσο κυλάει το κουβάρι, τα νήματα μπερδεύονται.
Κάνεις να το ξεδιαλύνεις,
μ' αυτό μπλέκεται όλο και πιο πολύ.
Στο τέλος, κουρασμένος απ' την προσπάθεια,
αφήνεις τα νήματα να τυλιχτούν
γύρω απ' τον λαιμό σου.
Δεν παίζεις πια. 



γ. Λανθάνω

Το λάθος είναι ένα.
Οι αλήθειες είναι πολλές.
Ή μήπως ανάποδα;
Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».
Άρα λάθος τι θα πει;
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω».
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.
Και αλήθεια τι θα πει;
«Παραδέχομαι το λάθος μου».
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.
Έπειτα έρχεται η λήθη.
Η λήθη τι είναι;
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα».
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.
Και πιο πονάει πιο πολύ;
Το λάθος;
Η αλήθεια;

Ή η λήθη;




ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΜΑΣΤΕ


Θέλω να φύγω από εδώ.
Αφού ποτέ δεν θα 'ρθει η ευτυχία.
Κι ό,τι νόμιζα πως ήρθε, με κορόιδεψε.
Όλοι με πουλάνε.
Αλλάζουν τα γούστα τους.
Θέλουν ν' αλλάξουν και τα δικά μου.
Μα πόσο ίδιοι είναι όλοι;
Αν δεν σπάσει το κεφάλι μου απ' τα σφυρ
θα το σπάσω εγώ.
Κι η λύπη στην καρδιά μου
βολικός νοικάρης.
Όλοι απομακρύνονται από μένα
για τον λόγο που με πλησίασαν.
Ε, λοιπόν, φωτιά να τους κάψει!





ΤΑ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ


Να ταξιδέψουμε μαζί μ' αεροπλάνο

να δω στα μάτια σου τη λάμψη της φωτιάς
το ράγισμα που θα κάνει ο φόβος στη σκιά σου
τη σιωπή που θα γεμίζει με τόσες λέξεις το μυαλό σου
τα χέρια σου που θα 'ναι γαλήνια
κι άλλοτε πάλι θα μπαίνουν νευρικά το ένα στ' άλλο
την προσμονή
και την υπόνοια
και τη λαχτάρα.
Την πλευρά σου που κρύβεις
που ούτε φαντάζομαι ότι υπάρχει
αυτή θέλω να δω
μ' αυτή θέλω να ζήσω
-και να την εγκλωβίσω-
να την κάνω δική μου μ' όλους τους πιθανούς τρόπους
και με τις αισθήσεις μου όλες,
να τη σβήσω.





ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Απο (Ενο)χες


Ήρθε η ώρα ν' αποφασίσω την μεταμόρφωσή μου.
Μπορώ να ξαναγίνω το κοριτσάκι που
από ενοχές
γονατιστό γυρίζει την μοκέτα περιμετρικά
γρήγορα κι ακατάπαυστα μέχρι να γίνουν ένα
δάκρυα κι αίματα
από πληγές στα γόνατα και μάτια
δεν ξέρω από πού το κάθε τι,
ίσως να είχα μάτια και στα γόνατα
και να τα έτριβα για να ξεχάσουν και να σβήσουν.

Μπορώ να μείνω αυτό που είμαι τώρα
από ενοχές
να σκίζω με βιβλία και τετράδια, με σελίδες,
τα χέρια και τα πόδια μου
κι έπειτα να χαϊδεύω τις ανάγλυφες πληγές
σαν να 'ναι οι ραφές μιας κούκλας πάνινης
σαν να μην είμαι αλήθεια εγώ
σαν τα βιβλία να χρειάζονται μόνο για να πληγώνουν
με τόσα λόγια, τόσες λέξεις, όπως οι άνθρωποι.

Μπορώ να γίνω κι αυτό που θέλετε
από ενοχές
ν' ανοίξω το συρτάρι της κουζίνας
να πάρω το μαχαίρι, ένα πηρούνι
ίσως κι έναν αποφλοιωτή
και να αρχίσω να με κόβω κομματάκια.
Πρώτα σε φέτες, μετά ροδέλες,
έπειτα κύβους.
Ό,τι εξυπηρετεί καλύτερα
την γαστριμαργική αισθητική σας.

Σε δείπνο θα σας τα δώσω να τα φάτε
σαν τον Θυέστη.
Μόνο που εσάς, δεν θα σας φτάσει η προσφορά μου.
Μέχρι που κόκκαλα να μείνω θα με τρώτε.
Από ενοχές
που δεν αφήσατε τους εαυτούς σας να γευτούν τις σάρκες τους.







Βυθός


Ο κάθε άνθρωπος έχει το βυθό του.
Είναι το μέρος εκείνο που νιώθει
περισσότερη σιγουριά για τον εαυτό του,
περισσότερη ασφάλεια.
Εκεί που ο χρόνος σταματάει και
τίποτα δεν είναι αρκετό για να σε κάνει να γυρίσεις πίσω,
στην επιφάνεια.

Ο δικός μου βυθός δεν είναι θαλάσσιος,
είναι φτιαγμένος από αποτυχίες.
Τα κύματά του δεν είναι υγρά από τη θάλασσα,
είναι υγρά από τα δάκρυά μου.
Η οικογένειά μου δεν είναι δελφίνια που χαμογελάνε,
είναι πελώρια κάγκελα που φυλακίζουν.
Κι η μοναξιά...

Κι η μοναξιά δεν υπάρχει πια ούτε ως υποψία πόθου.








Τυφλόμυγα


Κάποτε φορούσα μαύρα.
Όλον τον χρόνο.
Όλα τα χρόνια.
Έναν τόνο του μαύρου κάπως φωτεινό.
Ξέρεις, αυτό που το βγάζεις από πάνω σου πιο δύσκολα
γιατί σιγά σιγά γατζώνεται απ' την ψυχή σου.

Μετά τα πέταξα.

Φόρεσα άσπρα.
Μόνο το χειμώνα.
Μόνο τους χειμώνες.
Να διώχνω τον ήλιο,
πάλι να μην ταράζεται η ψυχή μου από το φως του.

Τώρα κάθομαι σ' ένα κόκκινο παγκάκι
και δεν φοράω τίποτα.
Η ψυχή μου είναι στο φυσικό της περιβάλλον.
Δεν είναι από εκείνες που φοβούνται το σκοτάδι,
μάλλον η νύχτα την φοβάται.
Έτσι γυμνή και ψεύτικη που είναι,
γυαλίζει σαν κοφτερό λεπίδι σε λαιμό.

Μόνο που δεν υπάρχει πια κανείς λαιμός να κόψει.







Πευκοβελόνες


Σ' ακούω τόσην ώρα να μιλάς
σε άπταιστα σπαστά λατινικά
για το αβέβαιο επέκεινα της ύπαρξης
για τα βυσσινιά κορίτσια
για τον Ελύτη που κάθε μέρα βρίσκεις και κάτι εκεί μέσα
για την αυτοκτονία του συγγραφέα
και για το δίδυμο απολλώνειο είδωλό σου.

Και θέλω να σε ξυπνήσω, να σου πω
στην πιο περίπλοκη γλώσσα, στην καθομιλουμένη
πως έξω οι περαστικοί κρατάν μαντίλια στην βροχή
πως το φουστάνι μου γέμισε με μωβ και κίτρινα ανθάκια
πως ό,τι βρίσκεις το πρωί σου το ΄χει κρύψει η πανσέληνος το βράδυ
πως όταν ακούγεται σειρήνα, οι δρόμοι ανοίγουνε προς τη ζωή
και πως το μόνο είδωλο που υπάρχει
είναι ο αντικατοπτρισμός σου στα γυαλιά μου.







Ντουέτο


Κι εκεί που μου εξηγούσες για τις μπίλιες στο μπιλιάρδο
κι εκεί που μου 'λεγες πως μόνο με τη λευκή στοχεύεις,
και πως η μαύρη είναι αιτία για να χάσεις,
εκεί που ειρωνεύοσουν την προσποιητή μου άγνοια,
με φίλησες.
Κι ο χρόνος σταμάτησε.

Κι εκεί που σου εξηγούσα πως τα λαμπάκια στο φωτιστικό
μπορεί να είναι απλώς τ' αστέρια,
το σύμπλεγμα της Άρκτου για παράδειγμα,
εκεί που προσπαθούσα να σε πείσω
πως ξέρω να φαντάζομαι τ' αστέρια,
με φίλησες.
Κι ο χρόνος σταμάτησε.

Κι εκεί που αμήχανα κοιτάζαμε κι οι δυο μπροστά μας
και ρυθμικά χτυπούσες τα δάχτυλα στα γόνατά σου,
ενώ εγώ σιγοψυθύριζα τους λάθος στίχους,
εκεί που προσπαθούσα να σου δείξω πως δεν είμαι αμήχανη
εκεί που προσπαθούσες να μου δείξεις πως είσαι αμήχανος εσύ,
με φίλησες.
Κι ο χρόνος σταμάτησε.

Κι εκεί που άνοιξα τα μάτια και σε είδα
κι ήσουν – αν κι όχι πια και τόσο νέος -
σαν έφηβο αγόρι στην παθιασμένη αγκαλιά της μεγαλύτερής σου ενοχής.
Κι εκεί που σκούπιζα με τ' ακροδάχτυλά μου τον ιδρώτα από το μέτωπό σου,
εκεί σε είδα να παρατηρείς το αριστερό μου αυτί,
κι όταν σε ρώτησα γιατί,
ήταν εκεί που ένιωσα τη ζέστη του χεριού σου στο λαιμό μου.

Κι ο χρόνος σταμάτησε.